Πηγή εικόνας

«Τρία, δύο, ένα. Όχι μια στιγμή, κάτι ξέχασα. Όχι τίποτα δεν ξέχασα. Κάντο δειλέ. Δώσε ένα τέλος ! »
Είδε άλλο ένα τρένο να περνά και να χάνεται πίσω του. Το είχε πάρει απόφαση. Θα έδινε τέλος στη ζωή του. Μέρες τώρα, κλεισμένος στο σπίτι, έψαχνε τον τρόπο. Τελικά αποφάσισε να πέσει από τη γέφυρα, στις ράγες του τρένου. Έτσι, φεύγοντας, να πάρει τουλάχιστον εκδίκηση που δεν τον άφηνε να ησυχάσει τις Κυριακές. Κάθε φορά που περνούσε το τρένο, το ξύλινο πάτωμα έτριζε, τα τζάμια τρίζανε, η ησυχία, που τόσο είχε ανάγκη, έτριζε.
Να, κι άλλο τρένο. Ξεκίνησε ξανά την αντίστροφη μέτρηση, μα πάλι δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Τα πόδια του κολλημένα στη γέφυρα. Το βλέμμα του στο κενό.
Τρεις μέρες πριν ο γιατρός ήταν ξεκάθαρος. Τέσσερις μήνες ζωής! Άντε πέντε ή το πολύ έξι. Όχι παραπάνω.
«Έλα δειλέ, τι να την κάνεις τέτοια ζωή;»
Χτύπησε το χέρι του στα σιδερένια κάγκελα. Με το που θα έβλεπε το επόμενο τρένο, θα πήδαγε. Πάει και τελείωσε.
Η σκέψη του άρχισε να ταξιδεύει και να τρυπώνει στα σπίτια φίλων και συγγενών. Πρώτα από όλα στο πατρικό του. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν εννιά το πρωί. Σκέφτηκε τη μάνα του στην κουζίνα, να μαγειρεύει. Πλησίασε και της έδωσε αποχαιρετιστήριο φιλί. Βγήκε και κατευθύνθηκε λίγα τετράγωνα παρακάτω. Η κοπέλα του κοιμόταν ακόμη. Είχε άδεια από τη δουλειά. Είχαν κανονίσει να πάνε και μια εκδρομή εκείνες τις μέρες. Έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο, ψιθυρίζοντας μια συγγνώμη. Είχε και άλλους ανθρώπους να αποχαιρετήσει μα ένιωσε τη γέφυρα να τρίζει. Το σύρσιμο του τρένου, πάνω στις ράγες, ακούστηκε σαν ουρλιαχτό στα αφτιά του.
«Τώρα» είπε αποφασίστηκα και ήταν έτοιμος να περάσει το πόδι του έξω από τα κάγκελα, μα μια γυναικεία παρουσία που κατευθυνόταν προς το μέρος του, του τράβηξε την προσοχή.
Η νεαρή κοπέλα στάθηκε δίπλα του, χωρίς να τον κοιτάζει. Προσπαθούσε να δει το πρόσωπό της, μα ο δυνατός αέρας το σκέπαζε με τα μακριά της μαλλιά. Η κοπέλα άναψε τσιγάρο. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Φαινόταν να το απολαμβάνει.
«Τελευταίο τσιγάρο» του είπε. Εκείνος δεν απάντησε. Μόνο την κοιτούσε. Εκείνη γύρισε και του χαμογέλασε.
«Μόλις έμαθα ότι έχω καρκίνο. Οι γιατροί είναι απαισιόδοξοι μα εγώ δεν το βάζω κάτω. Και μια μέρα να ζήσω παραπάνω αξίζει! Έτσι δεν είναι;».
Πέταξε το τσιγάρο της και έφυγε χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο. Εκείνος τα έχασε. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Κανείς, εκτός από το γιατρό, δεν ήξερε για το πρόβλημά του. Πως εμφανίστηκε αυτή η κοπέλα από το πουθενά;
Την κοίταξε που κατέβαινε τις σκάλες. Πλησίασε και την είδε να χάνετε στη στροφή. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τη φωνάξει, μα δεν το έκανε.
«Έτσι είναι» ψέλλισε.
Άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί όταν κατάλαβε τι πήγε να κάνει. Πόσο δειλός θα ήταν αν τελικά είχε πηδήξει από τη γέφυρα.
Στα αφτιά του ήρθε ξανά το γνώριμο ουρλιαχτό, από το σύρσιμο του τρένου στις ράγες. Το είδε να περνά και να χάνεται μα αυτή τη φορά χαμογέλασε. Είχε αποφασίσει να παλέψει. Να ζήσει. Κι ας ήταν για λίγο ακόμα…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!