Έψαχνα καιρό την αλήθεια. Πίσω από κάτι χαλασμένα ξυπνητήρια γύριζα το μοχλό να κουρδίσει ο χρόνος. «Ψιτ! Ξύπνα με όταν ανθίσει ο τόπος, ναι;» σ’ το είπα δυο φορές. Μία από μέσα μου, και μια απ’ έξω μου. Έψαχνα καιρό την αλήθεια. Μέσα στους σκουπιδοτενεκέδες της γειτονιάς μαζί με κάτι αλητόγατες. Φοβήθηκαν πως θα τους φάω την τροφή. Τα χέρια μου ανακάτευαν τις σακούλες. «Τι είσαι; Τι τρως; Τι πετάς; Τι δεν αντέχεις;» μονολογώ σαν εκείνη την τύπισσα της γειτονιάς με την κόκκινη ρόμπα και τις μπλε βελούδο παντόφλες. Έψαχνα καιρό την αλήθεια. Άνοιγα το κουτί και πάταγα με βία το κοντρόλ. Από κανάλι σε κανάλι δίχως ήχο. «Καλσόν που αδυνατίζει και μάσκα που σκοτώνει τη φθορά. Χαμογελάστε με δόντια αστραφτερά και σαπίστε τον έρωτα» ρουφάω με το τσιγάρο. Έψαχνα καιρό την αλήθεια. Μέσα στα ψηφία που μας φυλάκισαν. Ένα για μένα ένα για σένα ένα για τον διπλανό. «Πώς νιώθεις; Τι σου αρέσει; Τι σε στεναχωρεί; Πού θα πας; Τι θα δεις; Θα γίνουμε φίλοι; Εραστές; Άγνωστοι;» επίμονα ρωτά κάποια που μου μοιάζει πιστό αντίγραφο άψυχο, ωραιότερο από το είδωλο του καθρέφτη. Μια σέλφι κι άλλη μια από ψηλά να κόβει και δυο τρία φίλτρα στην σειρά για να θαυμάσει το αχόρταγο κοινό.  Έψαχνα καιρό την αλήθεια. Πίσω από εσένα. Πίσω από εμένα. Γίναμε εκείνοι οι διάφανοι. Σαν τα ποτήρια του πάρτι τα πλαστικά που τσαλακώνεις άχρηστα στο τέλος. Χωρίς γυαλάδα. Καμιά φορά σαν μας ψάχνω, λέω πως ήμασταν κάποτε σε εκείνα τα χρωματιστά σελοφάν χειροποίητο γλυκό για μια επίσκεψη της Κυριακής, για μια γιορτή. «Ωραίο το γλυκό σας. Ταιριάζει με το τραπεζομάντηλο και τον καινούριο σας λεκέ».