man_walking_trees

Ο δρόμος έξω από το χωριό γεμάτος λεύκες. Όταν φυσά ο τόπος μοιάζει να χιονίζει. Λίγο να απλώσεις τα χέρια σου θα τυλιχτείς λευκά χνούδια στολίδια. Σε μια τέτοια απροσδιόριστη εποχή σε βρήκα να περνάς το στενό. Το μαύρο σου παλτό γεμάτο από άσπρες τέτοιες βούλες. Έμοιαζες με ήρωα κάποιου παραμυθιού. Όχι, δεν το είχα ακόμα διαβάσει μα ήσουν σίγουρα ήρωας ετούτης της ιστορίας.

Περπατούσες αργά και κλώτσαγες τις πέτρες. Θυμωμένος ή αποφασισμένος ακόμα δεν είχα καταλάβει μα ήξερα πως ο σκοπός σου ήταν να εξαφανίσεις το μαύρο από τη δική μου τη σκέψη έστω για λίγο. Ναι, έστω για λίγο. Ο ερχομός σου σε τούτον τον τόπο άπλωσε χρώματα τριγύρω που εσύ, έτσι όπως περπάταγες σκυφτός, αγνοούσες. Μα εγώ που σε έβλεπα από μακριά ήταν σα να έβλεπα ένα θίασο χρωμάτων να σε ακολουθεί. Ένα καραβάνι που μέρες... μήνες… χρόνια επιθυμούσα να φτάσει στο μικρό μου χωριό. Κι ας ήξερα πως εδώ ψηλά δε φτάνουνε εύκολα ήρωες, δράκοι, μάγισσες και νεράιδες. Και ας ήξερα πως δε θα μπορέσω εύκολα να βρω ένα ξόρκι να τα σχηματίσει όλα τούτα.

Φαντάζεσαι λοιπόν το αναπάντεχο της ευτυχίας μου. Να σε βλέπω να περπατάς ανάμεσα στα πελώρια δέντρα που έγερναν για να σε υποδεχτούν. Σε ένιωθα να πλησιάζεις και ας στεκόσουν συχνά ακίνητος σχεδόν χαμένος στον χώρο. Παραμόνευες για κάποιο εχθρό είμαι σίγουρη. Ήθελα να σου πω ότι ο μόνος εχθρός εδώ είμαι εγώ και ο μόνος που απειλείται από εκείνον είμαι πάλι εγώ, μα φοβόμουν ότι θα το βάλεις στα πόδια…

Έτσι απλά χιονισμένος και λευκός, πλησίασες δυο βήματα απέναντί μου. Τα χείλη μου τρέμανε. Η σκιά σου φίλαγε ήδη τη δική μου. Και εγώ είχα ήδη φτάσει εκεί. Στο παραμύθι που δεν είχα διαβάσει μα ήξερα πως θα γραφτεί από το δικό σου μελάνι…

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!