τοβιβλίο.net

Select Page

Λογοτεχνία: υπνωτική έκσταση, φτηνή θεραπεία ή αλλιώς, πώς να ξεγελάσεις το θάνατο

Λογοτεχνία: υπνωτική έκσταση, φτηνή θεραπεία ή αλλιώς, πώς να ξεγελάσεις το θάνατο

 

Έτυχε τις μέρες που μου προτάθηκε να γράψω αυτό το κείμενο να διαβάζω “Το χάρτινο σπίτι” του Αργεντινού συγγραφέα Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες. Και στις πρώτες γραμμές του μυθιστορήματός του εκείνος ισχυρίζεται πως “τα βιβλία αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων”. Γιατί είν’ επικίνδυνα. Δίκιο έχει, σκέφτηκα. Επικίνδυνα ναι. Αλλά κι ωραία θα πρόσθετα. Κι αυτός ο συνδυασμός είναι που μας κάνει, ορισμένες κι ορισμένους τουλάχιστον από ‘μας να προσκολλιόμαστε τόσο σ’ αυτά.

Γιατί αν δεν υπήρχαν πώς θα μπορούσαμε να ζούμε τόσες ζωές σε μία; Πώς θα ξεγελούσαμε το θάνατο και θα κλέβαμε τον χρόνο; Πού θα βρίσκαμε αλλού τόσο πρόσφορα καταφύγια, τόσο γοητευτικές διαφυγές; Πώς θα πέφταμε σ’ αυτή την “υπνωτική έκσταση” που μας δημιουργεί η ανάγνωση;

Γιατί τα βιβλία είναι σύντροφοι, παρηγοριά στο μαξιλάρι μας, παρέα στα ταξίδια μας, μυστικές κρύπτες για γράμματα αγαπημένων, για ξεραμένα λουλούδια, για φωτογραφίες που μόνο το δικό μας βλέμμα επιτρέπεται να χαϊδέψει. Είναι σελίδες της ζωής μας. Φορτωμένα με αναμνήσεις.

Αποκτούν περισσότερη αξία αν μας τα χάρισε κάποιος που ξεχωρίζουμε, αν μας έγραψε δυο λόγια μέσα σ’ αυτά, λίγες λέξεις που μας κάνουν ν’ ανακαλούμε ευτυχισμένες στιγμές και να χαμογελάμε ή στιγμές που ξέρουμε πως ποτέ δεν θα ξαναζήσουμε, μ’ ανθρώπους που έπαψαν πια ν’ αναπνέουν και μας κάνουν να συγκινούμαστε.

Υπάρχουν βιβλία που δόθηκαν αντί αποχαιρετισμού, άλλα που δωρίστηκαν δειλά αντί πρώτου αγγίγματος, άλλα που εναποτέθηκαν θαρρείς σαν κομμάτι της ίδιας μας της ψυχής σ’ άλλα χέρια, άλλα που σκίσαμε ανυπόμονα το περιτύλιγμα τους σε γενέθλια, γιορτές, σημαντικά ορόσημα.

Υπάρχουν βιβλία που μυρίζουν θάλασσα κι άλλα που κουβαλούν τη σιωπή του χιονιού. Κάποια που κοιμηθήκαμε αγκαλιά μαζί τους και έχουν τη ζέστη του κορμιού μας, άλλα που έχουν την αλμύρα των δακρύων μας, τη γεύση της ερημιάς. Μερικά είναι εύθραυστα σαν φθινοπωρινά φύλλα κι άλλα ζουμερά σαν τραγανά κεράσια.

Ορισμένα ακίνητα σαν τρένα στο τέρμα τους κι κάποια άπιαστα σαν κατάλευκοι γλάροι. Και που δεν μας ταξίδεψαν... Μια γραμμή φωτεινών κεριών, που κάνει το εσωτερικό μας σκοτάδι να υποχωρεί, είναι. Ναι...

Κι είμαστε κτητικοί με τα βιβλία, όπως είμαστε και με τους εραστές μας. Θέλουμε να μας ανήκουν για πάντα, βέβηλα δάχτυλα να μην τα λερώσουν, ξένα μάτια να μην τα διατρέξουν.

Γι’ αυτό νομίζω δεν μπορούμε να τ’ αποχωριστούμε. Γι’ αυτό έχω περισσότερα βιβλία απ’ όσα θα μπορέσω να διαβάσω όσο ζω, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι που ξέρω, όπως ίσως κι εσείς. Γι’ αυτό στεναχωριόμαστε αν χαθεί ένα βιβλίο, αν το δανείσουμε και δεν μας επιστραφεί, αν σκιστεί κάποια σελίδα του.

Γράφετε άραγε κι εσείς τ’ όνομά σας σε κάθε βιβλίο; Την ημερομηνία που τ’ αγοράσατε, ίσως και το σε ποια πόλη; Κρατάτε σημειώσεις στο περιθώριο, υπογραμμίζετε αποσπάσματα; Υπάρχουν στοίβες βιβλίων στο κομοδίνο σας; Κάνατε κάτι ανήθικο άραγε ποτέ για ένα βιβλίο; Είπατε ψέματα, κλέψατε, εξαπατήσατε για να το αποκτήσετε, βάλατε σε κίνδυνο την τιμή και την υπόληψή σας;

                                                          

Κλέφτες βιβλίων

Ξέρετε αλήθεια πόσοι διάσημοι κλέφτες βιβλίων υπάρχουν; Πάμπολλοι, σας διαβεβαιώ. Ένας απ’ αυτούς για παράδειγμα, στο Nanjing, της Κίνας, έκλεψε 800 βιβλία επιστήμης, ιστορίας και ποίησης. "Δεν μπορούσα να κατανοήσω το νόημα της ζωής", ισχυρίστηκε. «Ήλπιζα να βρω την απάντηση διαβάζοντας αυτά τα βιβλία».

Ο John Charles Gilkey με τη σειρά του ξόδεψε 200.000 δολλάρια σε σπάνια βιβλία και χειρόγραφα, χρησιμοποιώντας κλεμμένες πιστωτικές και στήνοντας περίπλοκες κομπίνες. Ο δημοσιογράφος Allison Hoover Bartlett έγραψε για την υπόθεση του στο "Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα βιβλία πάρα πολύ: Η αληθινή ιστορία ενός κλέφτη, ενός ντετέκτιβ και ενός κόσμου λογοτεχνικής εμμονής”. Κι έτσι ο δράστης έγινε βιβλίο. Ίσως και να μην μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο “τέλος” για την ιστορία της δράσης του.

Ο δε θεολόγος και βιβλιοθηκονόμος Dr. Elois Pichler αποδείχτηκε εφευρετικό μυαλό: έραψε ένα ειδικό παλτό για να κλέβει βιβλία από τη Ρωσική Αυτοκρατορική Δημόσια Βιβλιοθήκη στην Αγία Πετρούπολη όπου εργαζόταν. Όταν τελικά πιάστηκε το 1871, εκτιμήθηκε ότι είχε κλέψει 4.000 βιβλία, πολλά από τα οποία ήταν σπάνια.

Αλλά υπάρχει και κάποιος που τους ξεπερνά όλους. Ο William Jacques έκλεψε βιβλία από βιβλιοθήκες του Ηνωμένου Βασιλείου αξίας 150 εκατομμυρίων δολαρίων. Μετά την πρώτη φυλάκισή του, υιοθέτησε μια μεταμφίεση και ψευδώνυμο  και ξανάκλεψε σπάνια έργα του Charles Darwin και του Edward Lear. Τον συνέλαβαν πάλι. Ορισμένοι δεν βάζουν ποτέ μυαλό.

Κι αν δεν είχατε μάθει γι’ αυτούς τους ανθρώπους ή δεν έτυχε να δείτε την ταινία “Η κλέφτρα των βιβλίων” (μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του Markus Zusak στη μεγάλη οθόνη, το 2014), ή να πληροφορηθείτε πως η συγγραφέας Jamaica Kincaid έκλεβε μικρή παιδικά βιβλία από βιβλιοθήκες επειδή, μόλις είχε διαβάσει ένα βιβλίο, απλώς «δεν μπορούσε να αντέξει να το αποχωριστεί», θα έχετε ακούσει έστω για βιβλιόφιλους που καταστράφηκαν οικονομικά προσπαθώντας να αποκτήσουν είτε κάποιο σπάνιο αντίτυπο, είτε όλο και περισσότερα βιβλία. Σαν τον ήρωα του βιβλίου “Το χάρτινο σπίτι” που σας ανέφερα. Τόσο πάθος γεννά το τυπωμένο χαρτί...

 

Στην πυρά τα βιβλία, στη φυλακή οι συγγραφείς κι οι βιβλιοπώλες

Τόσο πάθος, ώστε μερικοί να ρισκάρουν γι’ αυτό και τη ζωή τους. Κάποτε στη Ναζιστική Γερμανία κρύβοντάς βιβλία και στις μέρες μας, στο Αφγανιστάν, πουλώντας τα, όπως μάθαμε χάρη στην Νορβηγίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα του βιβλίου “Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ”, Όσνε Σέιερσταντ:

Στο τέλος είχε μείνει μόνο στάχτη που τη σκόρπιζε ο αέρας στους δρόμους της Καμπούλ, την ανακάτευε με τις βρομιές και τη σκόνη πριν να καταλήξει στους υπονόμους. Ο βιβλιοπώλης στεκόταν εκεί μ’ έναν στρατιώτη σε κάθε πλευρά, αποχωρισμένος από τα αγαπημένα του βιβλία. Μέσα σε λίγα λεπτά τον είχαν ρίξει στο αυτοκίνητο, είχαν βάλει λουκέτο στο βιβλιοπωλείο και τον είχαν κλείσει στη φυλακή (...) Το Υπουργείο για την Προάσπιση της Αρετής και την Εξάλειψη της Αμαρτίας, γνωστό και ως υπουργείο Ηθικής, ευθυνόταν για την φυλάκιση του Σουλτάν. Στη διάρκεια της ανάκρισης ο Σουλτάν χάιδευε τα γένια του που ήταν στο μήκος μιας γροθιάς όπως τα ήθελαν οι Ταλιμπάν (...) Στις ερωτήσεις τους απάντησε: “Μπορείτε να κάψετε τα βιβλία μου, μπορείτε να καταστρέψετε τη ζωή μου ή και να με σκοτώσετε, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσετε να σβήσετε την ιστορία του Αφγανιστάν”.

 

Γιατί βέβαια τα βιβλία μπορούν ν’ αποτελέσουν κι ένα είδος λειψανοθήκης της Ιστορίας. Να διασώσουν τη συλλογική μνήμη, τις κοινές πορείες των ανθρώπων στα σκονισμένα μονοπάτια του χρόνου. Αλλά μπορούν και να χρησιμοποιηθούν για να διχάσουν, να διαστρεβλώσουν, να προπαγανδίσουν, να γαλβανίσουν με μίσος:

Έτσι μάθαιναν τα παιδιά της πρώτης τάξης την αλφαβήτα: Τζ για την Τζιχάντ που είναι ο σκοπός της ζωής μας, Ι για το Ισραήλ, που είναι ο εχθρός μας, Κ για το καλάσνικοφ, θα νικήσουμε, Μ για τους Μουτζαχεντίν, τους ήρωές μας. Τ για τους Ταλιμπάν... Ακόμη και τα βιβλία της αριθμητικής είχαν κεντρικό θέμα τους τον πόλεμο. Τα αγόρια που πήγαιναν στο σχολείο- οι Ταλιμπάν έφτιαχναν βιβλία μόνο για αγόρια- δεν μετρούσαν με μήλα και τόπια αλλά με σφαίρες και Καλάσνικοφ. Ένα πρόβλημα θα μπορούσε να είναι το εξής: “Ο μικρός Ομάρ είχε ένα Καλάσνικοφ με τρεις γεμιστήρες. Κάθε γεμιστήρας παίρνει είκοσι σφαίρες. Χρησιμοποίησε τα δύο τρία από τις σφαίρες του για να σκοτώσει εξήντα άπιστους. Πόσους άπιστους σκότωσε με κάθε σφαίρα;

 

Θυμάστε που λέγαμε στην αρχή πως τα βιβλία είν’ επικίνδυνα. Να η απόδειξη. Ο Salman Rushdie το ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα μετά τις εξελίξεις που δρομολόγησε η έκδοση του έργου του “Οι σατανικοί στίχοι” και τη φετφά (θρησκευτικό διάταγμα θανάτου) που εξέδωσε εναντίον του η Ιρανική κυβέρνηση. Και παρά το ότι πέρασαν πολλά χρόνια απ’ αυτή την ιστορία κι έπαψε υποτίθεται να κρύβεται, να γράφει με ψευδώνυμο κ.ο.κ. πρόσφατα διάβασα πως αν και επίσημος προσκεκλημένος στο Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Jaipur δεν τόλμησε να εμφανιστεί. Ποιος μπορεί να πει ότι δεν είχε τους λόγους του;

Ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν συνέθεσε σπουδαία βιβλία στο μυαλό του στη διάρκεια των οκτώ χρόνων που σάπιζε στα γκουλάγκ, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ παραπέμφτηκε σε δίκη για τη “Μαντάμ Μποβαρύ”,  ο Ντάνιελ Ντιφόου τοποθετήθηκε στον μεσαιωνικό κλοιό για ένα σατυρικό ποίημα που έγραψε (και σύμφωνα με τον θρύλο όσοι τον συμπαθούσαν του πετούσαν λουλούδια αντί για κλούβια αυγά) κ.ο.κ.

Τον κίνδυνο των βιβλίων τον ξέρουν δηλαδή γενικά πολλοί συγγραφείς και πολλοί λαοί επί της γης. Όπως για παράδειγμα, οι Κινέζοι. Στο βιβλίο του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Gao Xingjian, “Το βουνό της ψυχής” υπάρχουν σκόρπιες αναφορές σε βιβλία που κάηκαν, σε άλλα που ήταν απαγορευμένα απ’ το καθεστώς στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης του Μάο, σε άλλα που κρύφτηκαν επιμελώς και διασώθηκαν.

Είναι επικίνδυνα τα βιβλία, ναι. Ή πιο σωστά ο τρόπος που χρησιμοποιούνται μπορεί να κηλιδώσει την αθωότητά τους. Άνθρωποι τα γράφουν, άνθρωποι τα τυπώνουν, ανθρώπινους σκοπούς υπηρετούν. Δεν μας κάνουν τα βιβλία ανήθικους ή ηθικούς, τίμιους ή άτιμους. Οι σκοτεινές πλευρές μας εκφράζονται απλώς μ’ αυτά. Ενίοτε κι οι φωτεινές όμως, ευτυχώς.

Οι ακριβοί πίνακες ζωγραφικής και άλλοι πολιτιστικοί θησαυροί που λεηλατήθηκαν λοιπόν απ’ τη ναζιστική Γερμανία, έγιναν πρωτοσέλιδα κι αποτέλεσαν υλικό για ταινίες του Χόλιγουντ. Αλλά η επίθεση του Χίτλερ στην γραπτή λέξη, η κλοπή και η καταστροφή αμέτρητων βιβλίων  - που εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια -,  ήταν κατά πάσα πιθανότητα πολύ χειρότερη και δεν έχει συζητηθεί εκτενώς.

Ολόκληρες βιβλιοθήκες, περισσότερες από 700 σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς και αγαπημένες προσωπικές συλλογές εξαφανίστηκαν στο διάβα της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Ο στόχος αυτής της άνευ προηγουμένου εκστρατείας δεν ήταν μετρητά ή έργα τέχνης, αλλά ο έλεγχος των μυαλών και των αναμνήσεων των ηττημένων, των θρησκευτικών αλλά και των πολιτικών βέβαια αντιπάλων. Ακόμη και διανοητών όπως ο Freud, που μπορεί να γλύτωσε ο ίδιος, αλλά όχι και τα βιβλία του τότε.

Με το θέμα αυτό, της καταστροφής κι εξαφάνισης χιλιάδων βιβλίων απ’ τη Βιβλιοθήκη του Βερολίνου κι απ’ την ευρύτερη περιοχή δράσης των χιτλερικών, ασχολείται ο Σουηδός δημοσιογράφος Anders Rydell, που έχει αναλάβει το σημαντικό και προκλητικό καθήκον να καταγράψει τις διάφορες προσπάθειες που βρίσκονται σε εξέλιξη για τον εντοπισμό και την επιστροφή κλεμμένων βιβλίων. Η διαδρομή κάποιων εξ’ αυτών που διασώθηκαν, περνάει κι απ’ τη χώρα μας, όπως πληροφορήθηκα. Κι άλλα κατέληξαν σε βιβλιοθήκες που έχουν πολλούς λόγους για ν’ αποσιωπήσουν την προέλευσή τους.

 

Εν αρχή ην ο λόγος...

Βιβλιοθήκες... Απ’ τα αρχαία χρόνια αποτυπώνεται σ’ αυτές η ματαιοδοξία μας. Η ανάγκη μας για Αθανασία. Η πίστη μας πως όσο επιζούν οι λέξεις, κάτι απ’ την ψυχή μας μένει ζωντανό και ξεγελάμε το θάνατο. Πόσο δεν θρήνησε η ανθρωπότητα το κάψιμο της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας... Όλη εκείνη η χαμένη γνώση μας στοιχειώνει ακόμα. Γιατί οι βιβλιοθήκες είναι μέρη μαγικά, μυθικά.

Δεν βρεθήκαμε ποτέ σ’ εκείνη που φύλαξε ευτυχώς στις στάχτες της το “Έπος του Γιλγαμές” στο κατεστραμμένο παλάτι του  Assur-Bani-Pal, δεν ξέρω τι περιελάμβανε η αρχαία βιβλιοθήκη των Φιλίππων που περπάτησα πέρυσι στα ερείπιά της, αλλά μου εξάπτει τη φαντασία η ύπαρξή τους, όπως και τη δική σας.  Γιατί «Χωρίς λόγια, χωρίς γραφή και χωρίς βιβλία δεν θα υπήρχε ιστορία, δεν θα υπήρχε καμία έννοια της ανθρωπότητας» όπως είχε γράψει ο Hermann Hesse. Δεν θα υπήρχε το ίχνος μας λοιπόν στον κόσμο. Όχι τουλάχιστον με τον τρόπο που υπάρχει σήμερα. Γι’ αυτό οι βιβλιοθήκες, τα βιβλία, η ανάγνωση, μας είναι τόσο σημαντικά.

Κι όπως συμπληρώνει ο Alberto Manguel στο πολύ ενδιαφέρον έργο του “A history of reading”, «Η ανάγνωση, σχεδόν όσο και η αναπνοή, είναι η βασική λειτουργία μας». Κι όμως, γενετικά δεν είμαστε “προγραμματισμένοι” να διαβάζουμε, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν έγκριτοι επιστήμονες όπως η Maryanne Wolf που στο “Proust and the Squid: The Story and Science of the Reading Brain” εξηγεί ότι με εξελικτικούς όρους, η ανάγνωση είναι μια πρόσφατα αποκτώμενη πολιτισμική εφεύρεση που χρησιμοποιεί τις υπάρχουσες δομές του εγκεφάλου για μια ριζικά νέα δεξιότητα. Σε αντίθεση με την όραση ή την ομιλία, δεν υπάρχει ένα άμεσο γενετικό πρόγραμμα που να μας βοηθάει να διαβάζουμε. Είναι μια αφύσικη διαδικασία που πρέπει να μάθει κάθε άτομο.

Ως διευθύντρια μάλιστα του Κέντρου Αναγνώρισης και Γλωσσικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης, η Wolf τονίζει πως η ανάγνωση ιστοριών σε παιδιά προσχολικής ηλικίας (κι όχι μόνο, όπως θα δούμε παρακάτω) είναι κρίσιμη, καθώς ενθαρρύνει το σχηματισμό νέων κυκλωμάτων στον εγκέφαλο. Και παρέχει βέβαια “χρήσιμες” πληροφορίες για το πως να πολεμάς δράκους και να παντρεύεσαι πριγκίπισσες ή πρίγκιπες. Δεν είναι λίγο κι αυτό, έτσι;

Η ανάγνωση όμως δεν γινόταν πάντα με τον τρόπο που γίνεται στις μέρες μας. Πριν από αιώνες η κατά μονάς ανάγνωση, με ζεστό καφέ ή ένα ποτήρι κρασί, σε μια αγαπημένη γωνιά του σπιτιού, ήταν κάτι αδιανόητο. Στις μαρτυρίες του, ο Άγιος Αυγουστίνος εκφράζει έκπληξη για τη σιωπηλή ανάγνωση του Αμβροσίου, Επισκόπου του Μιλάνου. Κι αυτό γιατί καθ 'όλη την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, η ανάγνωση σήμαινε απαγγελία. Ο Alberto Manguel, απ’ τον οποίο μαθαίνουμε όλες αυτές τις πληροφορίες, υποστηρίζει μάλιστα  ότι η απουσία χώρου ανάμεσα στις λέξεις στα κλασικά και στα αρχαία μεσαιωνικά χειρόγραφα αντανακλά αυτή την πρακτική της απαγγελίας. Το αυτί θα διαχώριζε ότι δεν μπορούσε το μάτι.

Έτσι τα μέλη της οικογένειας διάβαζαν φωναχτά τόσο για διδασκαλία όσο και για διασκέδαση, άλλοι έβαζαν να τους διαβάζουν όσο έτρωγαν, νεαρά αγόρια πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να διαβάσουν φωναχτά τη Βίβλο, οι γυναίκες της δυναστείας Heian στην Ιαπωνία του 11ου αιώνα, έγραφαν βιβλία που τα απήγγειλαν μεταξύ τους αφού τα «σοβαρά» βιβλία (τα βιβλία για τους άνδρες) ήταν απαγορευμένα γι’ αυτές.

Αλλά και σε κάποια εργοστάσια όπως αναφέρεται για παράδειγμα στο “Δον Κιχώτη” του Θερβάντες οι εργάτες απολάμβαναν όσο δούλευαν απαγγελίες έργων. Πρακτική που διατηρήθηκε, αφού και οι κατασκευαστές πούρων της δεκαετίας του 1800 στην Κούβα και στη συνέχεια στη Φλόριντα προσλάμβαναν αναγνώστες για να διασκεδάσουν το προσωπικό τους και να το διδάξουν ενώ εργαζόταν. Ο δέκατος ένατος αιώνας μάλιστα, ήταν η χρυσή εποχή της δημόσιας ανάγνωσης με έργα του Charles Dickens κι άλλων εμβληματικών συγγραφέων.

Αργότερα τα πράγματα άλλαξαν, όπως καλά ξέρουμε. Και τα ραντεβού μας με τα βιβλία, απαιτούν πλέον μοναξιά.  Όπως έλεγε ο Thomas à Kempis: "Έχω αναζητήσει την ειρήνη παντού και δεν το βρήκα πουθενά, εκτός από μια γωνιά με ένα βιβλίο”.

Ο Marcel Proust για παράδειγμα καθόταν στην τραπεζαρία για να διαβάσει όποτε η υπόλοιπη οικογένειά του ήταν μακριά. Κι όταν ο μάγειρας εμφανιζόταν πολύ νωρίς για να βάλει το τραπέζι πάντα διατάρασσε την απομόνωσή του.

Μερικές, μερικοί πάντως, εκτός απ’ την απομόνωση, χρειάζονται και άλλες τελετουργίες για να βυθιστούν στις σελίδες ενός βιβλίου, όπως για παράδειγμα η Percy Bysshe Shelley, που όπως γράφει ο Manguel, ήθελε να κάθεται γυμνή σε ένα βράχο διαβάζοντας Ηρόδοτο.

 

Τεστ προσωπικότητας και θεραπείες με βιβλία

Επομένως, σωστά είπε ο συγγραφέας Joseph Epstein ότι: "είμαστε αυτό που διαβάζουμε". Απλώς θα το διατύπωνα λίγο διαφορετικά. Θα έλεγα πως είμαστε και αυτό, αλλά όχι μόνο αυτό. Λειτουργούν εδώ που τα λέμε συνολικά οι επιλογές μας και σαν τεστ προσωπικότητας. Δείχνουν πολλά για μας. Κι έτσι, φυσιολογικά, όσες, όσοι βρίσκονται κοντά μας είναι περίεργοι και προσπαθούν μέσα απ’ αυτές να μας “διαβάσουν”. Να πως το περιγράφει ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες;

Οι αναγνώστες παρατηρούμε τις βιβλιοθήκες των φίλων μας έστω και μόνο για να κάνουμε χάζι. Άλλοτε για να βρούμε ένα βιβλίο που θα θέλαμε να διαβάσουμε και δεν το έχουμε κι άλλοτε για να μάθουμε τι καταβρόχθισε το θηρίο που έχουμε μπροστά μας. Αφήνουμε ένα συνάδελφο καθισμένο στο σαλόνι του σπιτιού μας κι όταν γυρνάμε, τον βρίσκουμε πάντα όρθιο να ψαχουλεύει τα βιβλία μας”.

Για θυμηθείτε κι εσείς...  Τις φορές που έπεσε στα χέρια σας το βιβλίο κάποιου άλλου και προσπαθήσατε μέσα απ’ τα υπογραμμισμένα μέρη του ή τις σημειώσεις στο περιθώριο να βγάλετε συμπέρασμα για το τι φάση περνάει ο αναγνώστης του και θα καταλάβετε πως έτσι είναι.

Απ’ την άλλη, οι υπερβολές καλό θα είναι να λείπουν. Και κυρίως οι γενικεύσεις. Εξαιρετικά ενοχλητικό, αφελές και επιφανειακό βρίσκω για παράδειγμα το “συμπέρασμα” πως το περίφημο μυθιστόρημα του Jerome David Salinger “Ο φύλακας στη σίκαλη” (ή με τη νέα μετάφραση “Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης”) είναι το βιβλίο των δολοφόνων, επειδή βρέθηκε στην κατοχή κάποιων όπως ο John Hinckley όταν προσπάθησε να σκοτώσει τον Ronald Reagan ή επειδή ήταν το αγαπημένο του Mark David Chapman που μας στέρησε τον John Lennon κ.α.

Οι άνθρωποι δεν είμαστε δα τόσο απλά όντα, ώστε με μια μεταβλητή να εξηγούνται όλα μας τα κίνητρα και ιδίως οι πράξεις. Πολλά παίζουν το ρόλο τους σχετικά με τα βιβλία που επιλέγουμε όπως και με κάθε τι.

Και σε τι ωφελούν άραγε όλ’ αυτά τα βιβλία που διαβάζουμε; Πέρα απ’ το να περνάμε ευχάριστα το χρόνο μας και να μαθαίνουμε ίσως πράγματα που δεν ξέραμε; Είναι σε κάτι απαραίτητη η Λογοτεχνία; Εκτός απ’ το να δημιουργεί νέα κυκλώματα στον εγκέφαλό μας, όπως ήδη αναφέρθηκε; Είναι ναι.

Κι αυτό το λένε αξιοσέβαστοι επιστήμονες που μελετούν ενδελεχώς ανάλογα ζητήματα. H ανάγνωση λοιπόν προάγει την ενσυναίσθηση και την κοινωνική κατανόηση όπως βρήκαν οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τορόντο, Maja Djikic και Keith Oatley (το 2014 αλλά και μετέπειτα), όταν αποφάσισαν να ασχοληθούν με το ερώτημα εάν και πώς η ανάγνωση της μυθοπλασίας (fiction) μπορεί να αλλάξει την προσωπικότητα.

Οι άνθρωποι που διαβάζουν περισσότερα μυθιστορήματα είναι δηλαδή καλύτεροι στο να διαβάζουν τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων. Κι αυτό επειδή απ’ το διάβασμα, απ’ τις τόσες ιστορίες, είναι σε θέση να μπουν όπως λέμε  να μπουν στα παπούτσια τους και να αποκρυπτογραφήσουν προθέσεις και κίνητρα. Οι συναισθηματικές καταστάσεις και τα ηθικά διλήμματα που είναι η ουσία της λογοτεχνίας είναι άλλωστε εξαιρετικά καλή άσκηση για τον εγκέφαλο.

Μόνο αυτό θα μου πείτε; Αφενός δεν είναι καθόλου λίγο κι αφετέρου υπάρχουν και πολλά άλλα κέρδη απ’ την ανάγνωση.  Επειδή προάγεται η ενσυναίσθησή μας, ενεργούμε και πιο αλτρουιστικά.

Η μάθηση για τα συναισθήματα των άλλων μέσω της ανάγνωσης, της λογοτεχνίας, μπορεί να μας ωθήσει να διερευνήσουμε τους εαυτούς μας και να μας υποκινήσει ν’ αλλάξουμε τα στοιχεία της προσωπικότητάς μας που δεν μας αρέσουν. Ή ακόμα και να διαπρέψουμε ή να σωθούμε, για να επιστρέψω και στον Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες:

Κάποιοι διάβασαν τον Τίγρη της Μαλαισίας κι έγιναν καθηγητές λογοτεχνίας σε μακρινά πανεπιστήμια. Ο Σιντάρτα οδήγησε στον ινδουισμό δεκάδες χιλιάδες νέους, ο Χέμινγουέι τους έκανε αθλητικές, ο Δουμάς αναστάτωσε τη ζωή χιλιάδων γυναικών κι ουκ ολίγες σώθηκαν από την αυτοκτονία χάρη στα βιβλία μαγειρικής”.

Ωφελεί άραγε και το να διαβάζουμε και άλλο εκτός από Λογοτεχνία; Η ερώτηση τίθεται εύλογα μετά την αναφορά στα βιβλία μαγειρικής. Εκεί τα πράγματα είναι λίγο πιο μπερδεμένα. Αν και το θέμα χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση τα πρώτα στοιχεία των ερευνητών Raymond A. Mar, Keith Oatley και Jordan B. Peterson δείχνουν πως όσοι διαβάζουν nonfiction, δηλαδή μη-λογοτεχνικά βιβλία, είναι πιο μοναχικοί, πιο απομονωμένοι κοινωνικά, έχουν περισσότερα αρνητικά συναισθήματα και ρέπουν στην κατάθλιψη. Αναδύθηκε μάλιστα κι ένα ζήτημα διαφοράς φύλου: αυτά τα ευρήματα σχετίζονται περισσότερο με άντρες παρά με γυναίκες.

Για να καταπολεμηθούν όλα τα παραπάνω, ήδη, μετά απ’ τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποιοι χρησιμοποίησαν τα βιβλία ως θεραπευτικά εργαλεία. Τα βιβλία της Jane Austin για παράδειγμα, όπως μάθαμε απ’ τη βιογράφο της Dr Paula Byrne, “συνταγογραφούνταν” σ’ όσους είχαν υποστεί το σοκ του πολέμου, σαν αντίδοτο, ώστε να τους ανακουφίσουν και να τους παρέχουν κάποιου είδους συναισθηματική ασφάλεια, μιας και θεωρούνταν κατάλληλα γι’ αυτό.

Στις μέρες μας πάλι εκπονήθηκαν και εκπονούνται θεραπευτικά προγράμματα ομαδικής ανάγνωσης “σοβαρής”, δηλαδή κλασσικής λογοτεχνίας, σε χώρες όπως η Αγγλία και θα σας γράψω δυο λόγια σχετικά, αλλά να έχετε στο νου σας πως τα κίνητρα πίσω απ’ αυτά δεν είναι ακριβώς... βιβλιοφιλικά. Ξεκάθαρα αναφέρεται για παράδειγμα πως τέτοιες θεραπείες είναι φτηνές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις και άρα εφόσον φαίνεται να είναι κι αποτελεσματικές θα φέρουν οικονομικό όφελος στα -κι εκεί- επιβαρυμένα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης. Ω ναι. Τόση πεζότητα. Αλλά αφού ωφελούν τους ανθρώπους που κάποια ψυχική δυσφορία παρουσιάζουν, ας είναι.

Κάποιο απ’ αυτά λοιπόν που έχω υπόψη μου, εκπονήθηκε απ’ το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ σε συνεργασία με την οργάνωση “The Reader”, και στόχευε στη διερεύνηση της δύναμης της λογοτεχνίας για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας και την αντιμετώπιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων στην τοπική πρωτοβάθμια φροντίδα και στις τοπικές κοινότητες.

Διήρκεσε δύο χρόνια και σύμφωνα με τα πορίσματα, το “Get in Reading”, όπως ονομάστηκε, βοήθησε τους ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη όσον αφορά: την κοινωνική ευημερία τους (με την αύξηση της προσωπικής εμπιστοσύνης και τη μείωση της κοινωνικής απομόνωσης)· την ψυχική τους ευημερία (βελτιώνοντας τις δυνάμεις συγκέντρωσης και ενθαρρύνοντας το ενδιαφέρον για μια νέα μάθηση ή νέους τρόπους κατανόησης) και τέλος την συναισθηματική και ψυχολογική τους ευημερία (με  την ευαισθητοποίηση και την ενίσχυση της ικανότητας να αρθρώνουν βαθιά ζητήματα του εαυτού τους και της ανθρωπότητας).

Καλά είναι όλ’ αυτά και θετικά αλλά χρειάζεται και περαιτέρω διερεύνηση, γιατί χωράει πολλή συζήτηση το θέμα και δεν είναι της παρούσης να επεκταθώ. Θα προσθέσω μόνο πως ανάλογα προγράμματα εκπονούνται και σε φυλακές, άλλα για τη σύσφιξη των οικογενειακών σχέσεων (βάζοντας δηλαδή έγκλειστους γονείς σε ένα δωμάτιο για να αναγνώσουν βιβλία στα παιδιά τους) κι άλλα για την αλλαγή της προσωπικότητας των κρατουμένων.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως, όπως είχα διαβάσει κάποια στιγμή, στην Τουρκία, πολλοί έγκλειστοι δεν δέχτηκαν να συμμετάσχουν σε ανάλογα προγράμματα, ακόμη κι αν υπήρχε το δέλεαρ της μείωσης της ποινής ή των καλύτερων συνθηκών διαβίωσης γιατί δεν θεωρήθηκε το διάβασμα αρκετά “αντρική” δραστηριότητα και φοβήθηκαν την χλεύη των συγκρατουμένων τους.

Έχω μια επιφύλαξη πάντως σχετικά μ’ αυτές τις πληροφορίες, καθώς στην Τουρκία πρόσφατα αναφέρθηκε απ’ το twiter πως απαγορεύτηκαν όλα τα ξένα βιβλίο (αλλά επιτρέπεται βέβαια το Κοράνι) και πάμπολλοι συγγραφείς είναι φυλακισμένοι. Ενώ μάλιστα τυπικά επιτρέπονται 10 βιβλία τη βδομάδα για κάθε κρατούμενο, δανείζονται τελικά μόνο 1 το μήνα, σύμφωνα με το άρθρο του Safak Pavey, που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Ιούλιο στους New York Times. Κλείνει μάλιστα ως εξής τη μαρτυρία του: “Άκουσα έναν κρατούμενο που έλεγε: «Το βιβλίο δεν είναι διαθέσιμο, αλλά ο συγγραφέας είναι εδώ αν ενδιαφέρεστε»”. Τόσο καλά...

Σίγουρα πάντως σε κρατούμενους με κατηγορίες για συμμετοχή σε τρομοκρατικές πράξεις απαγορεύτηκαν στο Diyarbakir βιβλία όπως “Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες” και ο “Μικρός Πρίγκηπας”. Κι όχι δεν είναι “τρολιά” όπως συνηθίζουμε να λέμε, ούτε ανέκδοτο κι έγινε μόλις τον Δεκέμβρη που μας πέρασε. Η δικαιολογία ήταν πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για “κωδικοποιημένη επικοινωνία” επομένως απαγορεύτηκαν για “λόγους ασφαλείας”. Γενικά όταν διάβασα τον κατάλογο των βιβλίων που υπάρχουν εκεί στο σχετικό άρθρο ήταν σαν να διάβαζα κατάλογο παιδικής βιβλιοθήκης. Κι αυτό κάτι δείχνει οπωσδήποτε και μας οδηγεί στο τελευταίο θέμα μας.

 

Παιδιά και διάβασμα

Πολλά θα μπορούσα να σας γράψω όπως καταλαβαίνετε, αλλά κάπου εδώ πρέπει να ολοκληρώσω. Κρατήστε εσείς πως η βαθιά ανάγνωση, όχι αυτή δηλαδή που γίνεται μέσω συσκευών και που αντενδείκνυται ειδικά για παιδιά (σ’ αυτό το θέμα οι επιστήμονες είναι κάθετοι, επειδή έτσι χάνουν πολλά τα παιδιά κι όλοι μας λίγο-πολύ μπορούμε να καταλάβουμε ποια είναι τα αρνητικά τέτοιων δραστηριοτήτων στην πνευματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη), μας βοηθά να ηρεμήσουμε, να χαλαρώσουμε, να βυθιστούμε στον κόσμο που μας παρουσιάζεται μέσα απ’ τις σελίδες των βιβλίων και να μεταφερθούμε σε καινούρια μέρη.

Ο άνθρωπος που κάνει βαθιά ανάγνωση, προστατευμένος από τις περισπασμούς και αφημένος στις αποχρώσεις της γλώσσας, εισέρχεται σε μια κατάσταση που ο ψυχολόγος Victor Nell, σε μια μελέτη της ψυχολογίας για την ευχαρίστηση της ανάγνωσης, παρομοιάζει με “υπνωτική έκσταση”. Ο Nell διαπίστωσε ότι όταν οι αναγνώστες απολαμβάνουν περισσότερο την εμπειρία, ο ρυθμός της ανάγνωσής τους επιβραδύνεται.

Ο συνδυασμός της γρήγορης, αθόρυβης αποκωδικοποίησης των λέξεων και της αργής, απρόσκοπτης προόδου στη σελίδα δίνει σ’ αυτού του είδους το διάβασμα τη δυνατότητα στους αναγνώστες να την εμπλουτίσουν με ανάλυση και μ’ ανάκληση δικών τους αναμνήσεων και απόψεων. Τους δίνει χρόνο για να καθιερώσουν μια στενή σχέση με το συγγραφέα: μια σχεδόν ερωτική σχέση.

Εάν επιτρέψουμε στα παιδιά επομένως να πιστέψουν ότι η επιφανειακή ανάγνωση στο ίντερνετ ή μέσω συσκευών είναι το μόνο που υπάρχει - αν δεν τους ανοίξουμε την πόρτα στην βαθιά, πνευματική ανάγνωση που απαιτεί έναν πρώιμο έστω βαθμό επιμονής, προσήλωσης και πειθαρχίας-,  θα τα εξαπατήσουμε και θ’ αγνοούν εσαεί μια ευχάριστη, ακόμη και εκστατική εμπειρία που δεν μπορούν να βιώσουν αλλιώς.

Και θα τους στερήσουμε επιπλέον μια ανυψωτική και διαφωτιστική εμπειρία που θα τους διευρύνει ως ανθρώπους. Πόσο έξυπνοι, σκέφτομαι, ήταν οι Εβραίοι που άλειβαν κάποτε με μέλι τις πλάκες από σχιστόλιθο όπου ήταν γραμμένα το αλφάβητο και η Τορά, κι αφού γινόταν η ανάγνωση έβαζαν τα μικρά να τις γλύψουν για να τους διδάξουν πως η μάθηση είναι γλυκιά. Τα βιβλία μας κάνουν καλύτερους και μας ταξιδεύουν σ’ άλλους κόσμους.

Σ’ αυτούς τους αφηγηματικούς κόσμους βιώνουμε μια προσομοιωμένη πραγματικότητα και αισθανόμαστε πραγματικά συναισθήματα ως απάντηση στις συγκρούσεις και τις σχέσεις.  Έτσι, οι ιστορίες φαίνεται να μας προσφέρουν μια βαθιά αισθητή προσομοίωση της κοινωνικής εμπειρίας και μπορεί να έχουν πραγματικές συνέπειες για τον πραγματικό μας κόσμο.

Γι’ αυτό πρέπει από πολύ νωρίς να κάνουμε τα παιδιά ν’ αγαπήσουν τα βιβλία. Για την ακρίβεια, όπως λένε ψυχολόγοι σαν την Marie Bonnafé , απ’ τη βρεφική ηλικία. Στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά -και που την ύπαρξή του έμαθα στην ημερίδα “Απόλαυση της αφήγησης-όρεξη για διάβασμα”στην οποία βρέθηκα χάρη στη φίλη μου Ευανθία Σακελλάρη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Δημόσιας Υγείας και Κοινοτικής Υγείας του ΤΕΙ Αθηνών- υποστηρίζει πως τα μωρά πριν ακόμη μάθουν να μιλούν, περιεργάζονται μ’ ευχαρίστηση τα εικονογραφημένα άλμπουμ, κι ας νομίζουμε εμείς πως δεν καταλαβαίνουν.

Τα ξεφυλλίζουν, τα εξερευνούν και ακούν με πάθος τις πρώτες τους ιστοριούλες” αναγράφεται στο οπισθόφυλλο. Πέρα απ’ τις μητρικές φροντίδες, το μωρό έχει ανάγκη από παιχνίδια με τη φαντασία του, χωρίς τα οποία δεν θα κατακτούσε τη γλώσσα, ούτε τον πλούτο της ζωής του πνεύματος. Ενάντια στο ρεύμα της πρώιμης και καταναγκαστικής “σχολικού τύπου” εκμάθησης, η Marie Bonnafé  υποστηρίζει κι εκθειάζει την “ανάγνωση για το τίποτα”, τη “δωρεάν” ανάγνωση χωρίς συγκεκριμένο και περιγεγραμμένο παιδαγωγικό στόχο, την ανάγνωση απλά και μόνο για την ευχαρίστηση που προσφέρει: αυτές είναι οι καλύτερες προϋποθέσεις για την πρόσβαση στον γραπτό λόγο”.

Κι έτσι προλαμβάνεται κι η σχολική αποτυχία. Αλλά για να πετύχει όλο αυτό, πρέπει κι αυτή, αυτός που διαβάζει στα βρέφη, να το απολαμβάνει πραγματικά. Να το χαίρεται. Γιατί δεν μπορείς να ξεγελάσεις τα παιδιά. Να το θυμάστε, αν δεν το ξέρετε ήδη.

Περισσότερα για όλ’ αυτά όμως θα μάθετε παρακολουθώντας τις δράσεις του “Διαβάζοντας μεγαλώνω” στο οποίο συμμετέχει η κυρία Σακελλάρη και πολλοί ακόμη αξιόλογοι άνθρωποι.

Αυτό που θέλω εγώ να σημειώσω τώρα που φτάσαμε στο τέλος, είναι ότι χάρηκα που στην ημερίδα για την οποία ήδη σας έκανα λόγο, έγινε αναφορά και στα βιβλία που προορίζονται για τυφλά παιδιά (τρισδιάστατα και finger books) τα οποία ευτυχώς υπάρχουν και στη χώρα μας, αλλά και που έμαθα ότι  “τρέχει” το πρόγραμμα “Βιβλία σε ρόδες” (έτσι φτάνουν βιβλία ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές και μπορούν οι εκπαιδευτικοί να τα δανειστούν για τις σχολικές βιβλιοθήκες). Γιατί είναι απαραίτητο, κάθε μα κάθε παιδί να έχει πρόσβαση στα βιβλία.

 

 

_

γράφει η Αικατερίνη Τεμπέλη

Ψυχολόγος - Συγγραφέας

 

_____

Πηγές - Βιβλία:

 

  • Γκάο Ξινγιάν, “Το βουνό της ψυχής”, μτφ: Βίκυ Σιδηροπούλου, εκδόσεις “Λιβάνη”, 1996.
  • Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, “Το χάρτινο σπίτι”, μτφ: Λένα Φραγκοπούλου, εκδόσεις “Πατάκη’, 2006.
  • Marie Bonnafé, “Τα βιβλία κάνουν καλό στα μωρά”, μτφ: Γρηγόρης Αμπατζόγλου, Μαρία Μπούρη, Χριστίνα Παπαδηητρίου, εκδόσεις “ΕνΤΟΜΩ / ΣΥ. ΜΕ. ΠΕ., Θεσσαλονίκη, 2017
  • Όννε Σέιερσταντ, “Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ”, μτφ: Άννα Παπαφίγκου, εκδόσεις “Κριτική”, 2003.
  • Alberto Manguel, “A History of Reading”, Penguin, 1996.
  • Alberto Manguel, “The Library at Night ”, Yale University Press, 2009.
  • Allison Hoover Bartlett, “The Man Who Loved Books Too Much: The True Story of a Thief, a Detective, and a World of Literary Obsession”, Riverhead Books, 2010.
  • Anders Rydell, “The Book Thieves: The Nazi Looting of Europe's Libraries and the Race to Return a Literary Inheritance”,  Penguin, 2017.
  • John Satherland, “Μικρή ιστορία της λογοτεχνίας”, μτφ: Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις “Πατάκη”, 2014.
  • Maryanne Wolf, “ Proust and the Squid: The Story and Science of the Reading Brain”, Icon, 2007.
  • Paula Byrne, “The Real Jane Austen: A Life in Small Things”, Harper Perennial, 2013.

 

Πηγές - Άρθρα

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος