Η εικόνα είναι από το flickr
του χρήστη Matthew Harvey
(http://www.flickr.com/photos/anifan/5467371731/)

Στεκόμουν στο μεγάλο περίπτερο εκεί μπροστά στην εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Νικολάου Ο.Ε. στην πλατεία και περίμενα την πτήση 315 της Λουφτχάνσα για το Σύνταγμα. Κάποιος ηλικιωμένος από απέναντι μου κάνει ζωηρά νοήματα με τα χέρια ώσπου το ένα του χέρι έπεσε στο πεζοδρόμιο χωρίς κανέναν θόρυβο. Έσκυψε να το σηκώσει γιατί μάλλον του χρειαζότανε αλλά μια κόρνα τον τρόμαξε και άρχισε να τρέχει πίσω από το χέρι του που προηγείτο.
Ο περιπτεράς εξαγριωμένος μου έβαλε τις φωνές που στεκόμουν εκεί και δεν έτρεχα να πιάσω το χέρι καθώς φοβόταν ότι θα άρχιζε πάλι το βρωμόχερο, να κλέβει τα μαγαζιά τριγύρω, πριν έρθει η εφορία.
Δεν του έδωσα σημασία, έφυγα από την αίθουσα αναμονής και πήγα απευθείας στην γραμμή τερματισμού του Ολυμπιακού Σταδίου να περιμένω τους αθλητές να φτάσουν. Είχα τα μετάλλια κρεμασμένα στον λαιμό μου για να τα καμαρώνουν τα παιδιά στις κερκίδες. Εκείνα όμως μόλις με είδαν έτρεξαν και γαβγίζοντας σαν βουλευτές, έφυγαν για διακοπές φθινοπωριάτικα στην Κόστα Ρίκα με βάρκες και κουπιά. Και ύστερα φωνάζουμε για οικονομική κρίση. Αφού ακόμη και οι αθλητές που τερμάτιζαν μου πέταγαν γελώντας κατάμουτρα πεντακοσάρικα, έτσι για να με προσβάλουν. Ποτέ δεν ντράπηκα τόσο στη ζωή μου, που με έβλεπαν οι ξένοι να κολυμπώ σε τόσο χρήμα χωρίς σωσίβιο.
Δεν πτοήθηκα όμως και εισέπνευσα με απόλαυση το καυσαέριο ενός λεωφορείου του Υπουργείου Υγείας, που ήταν εκεί στην υπηρεσία του κοινού. Πήγα αποφασιστικά και κατέθεσα τα μετρητά των αθλητών σε μια κοινόχρηστη τουαλέτα εκεί στην λαϊκή αγορά αφού ήταν χρήμα λαϊκό. Καταχειροκροτήθηκα για αυτή μου την ενέργεια αλλά δεν πρόλαβα να χαρώ τις όμορφες αυτές στιγμές γιατί ήρθε το αεροσκάφος της Λουφτχάνσα και οι Γερμανοί πιλότοι με το ζόρι με τράβηξαν μέσα δίνοντας μου να τρώω λουκάνικα Φρανκφούρτης. Ώρες μετά φτάσαμε στην Βουλή και με οδήγησαν στο κάθισμά μου. Μόλις κάθισα άκουσα το όνομά μου που το ήξερα από παλιά. Κοίταξα να δω ποιος με φώναζε και βλέπω απέναντι κάπου σε ένα έδρανο πιο ψηλά από μένα έναν σκύλο να με ρωτάει: «Ναι; ή Όχι;» Ναι! Απάντησα και αμέσως άρχισαν οι μουσικές, τα τραγούδια και οι χοροί. Με κέρναγαν διαρκώς ποτά και μεζεδάκια τραγουδώντας μου: «Έσωσες την πατρίιιδααα ίδα ίδα!». Φεύγοντας οι βουλευτές μου έριξαν κουβέρτες για να κοιμηθώ περήφανος. Εγώ όμως κοιμήθηκα ξαπλωμένος από σκέτη αντίδραση και έτσι θα συνεχίσω να κάνω όπως φαίνεται.
Δεν φαινόταν όμως, γιατί δεκάδες ποντίκια άλλα κόκκινα, αλλά ροζ, πολλά μπλε και μαύρα, μερικά πράσινα και κάτι άλλα που δεν ξεχώριζα το χρώμα, ήρθαν και με στριγκές φωνές θαύμαζαν τις βλεφαρίδες μου. Μα εγώ δεν είχα βλεφαρίδες και νευρίασα γιατί θα μπορούσαν να θαυμάζουνε τα μάτια μου που είναι άξια θαυμασμού. Αλλά ποντίκια της βουλής ήταν, τι περιμένεις. Ξαφνικά τα είδα να παγώνουν και να κοιτούνε προς μια κάποτε πόρτα. Κάποιοι μιλάγανε μια άγρια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, αλλά μου θύμιζε εκείνα τα λουκάνικα που με τάισαν οι πιλότοι της Λουφτχάνσα που με έφεραν εδώ για να λέω συνέχεια ΝΑΙ με κεφαλαία. Ήταν να τα κλαις τα ποντικάκια τα χρωματιστά έτσι όπως τρέμαν χωμένα μέσα στις κουβέρτες μου μουρμουρίζοντας: “Ήρθαν, ήρθαν!» Εμ! Νευρίασα κι εγώ και τινάχτηκα πάνω-κάτω σαν μπάλα του τένις για να φανεί η ελαστικότητα μου και βγήκα έξω για να ρίξω τοίχους με τούβλα σε αυτούς που τρόμαξαν τα ποντικάκια στην Βουλή και μύρισε μέντες ο τόπος. Όταν με είδαν οι Λουφταχανατζήδες ταράχτηκαν που δεν είχαν ρακέτες μαζί τους για να με αποκρούσουν και πήγαν να παραπονεθούν στο Μαξίμου ζητώντας κάτι μέτρα με ίντσες και εκατοστά.
Όταν γύρισα πίσω στις κουβέρτες μου στη Βουλή είδα μια μεγάλη γάτα να θηλάζει τα ποντίκια. «Μάνα τους είσαι;» την ρώτησα νιαουρίζοντας. Ήταν μια από τις πολλές γλώσσες που ήξερα. Εκείνη μου χαμογέλασε σε απλά Ελληνικά και μου είπε: «Εγώ τα έφερα εδώ μέσα!» Αν και τα απλά Ελληνικά χωρίς λάδι δεν τρώγονται εύκολα, κατάλαβα ότι ήταν μετανιωμένη που τα είχε φέρει εδώ στις κουβέρτες της Βουλής τούτα τα ποντικάκια.
«Μα γιατί δεν κουρεύεις τα μουστάκια σου;» την ρώτησα από ευγένεια «Θα χαρούν τα καημένα».
«Μπα! μου είπε «Εγώ τα είχα τετρακόσια, μα αυτά είναι μοναχά τριακόσια και τους κόβω και το γάλα»
«Μα θα πεθάνουν τα καημένα» είπα σαν σοπράνο της βαρύτονης όμως, παλιάς γενιάς.
«Ε! Αν πεθάνουν, εγώ θα φέρω άλλα χωρίς χρώμα.» είπε και σηκώθηκε, μου έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στο κουφό μου αυτί που δεν ντράπηκε καθόλου και βγήκε χορεύοντας σάμπα στο καρναβάλι του Ρίο αλλά και του Αντίρριο!
Τα τριακόσια ποντικάκια της Βουλής γίναν όμορφα σχέδια στις ζεστές μου κουβερτούλες και με πήρε ο ύπνος χωρίς να κόψω εισιτήριο ούτε για φαΐ.

του Χριστόφορου Παπαχαραλάμπους