Μίμης Ανδρουλάκης «Αγάπη Μέδουσας»

12.01.2020

σχόλια

 

«Η ζωή είναι μια ατέλειωτη πομπή

από αναπάντητα ερωτήματα.

Καθένας και το προσωπικό του αίνιγμα».

Μίμης Ανδρουλάκης:

«Αγάπη Μέδουσας»

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ο Μίμης Ανδρουλάκης “ξαναχτύπησε”. Χείμαρρος και σ’ αυτό το μυθιστόρημα, ανατρεπτικός και πάνω απ’ όλα υπαινικτικός για πολλά, που αφορούν σημαντικά επίπεδα της ζωής μας. Πολιτική, οικονομία, πολιτισμός, ερωτικές σχέσεις, ιστορία, ιατρική, γενετική κ. ά.

Είναι γεγονός, πως η άνετη προσπέλασή του, απαιτεί από τον αναγνώστη προσήλωση στο ύφος, αλλά και… σημειώσεις. Ιδιαίτερα αν ο αναγνώστης/στρια δεν έχουν ζήσει τη δικτατορία τού ’67, όπως και τα γεγονότα τού ’73 – ’74, με κυριότερους σταθμούς το κίνημα του Ναυτικού (Μάιος ’73), το Πολυτεχνείο (Νοέμβριος ’73) και την τραγωδία τής Κύπρου (Ιούλιος ’74). Για κάποιους (πολλούς) είναι γεγονότα άγνωστα, κάποια από τα οποία έχουν άμεση συνάρτηση με συνωμοτικές κινήσεις που είχαν σημειωθεί πριν το 1967.

Η γραφή του ιδιαίτερη, με κυρίαρχο το προσωπικό ύφος, το οποίο ταυτίζεται με τον προφορικό του λόγο. Ρέουσα και με συνεχείς εκπλήξεις.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κάθε βιβλίο τού Μίμη Ανδρουλάκη αποτελεί και εκδοτικό γεγονός για τον ελληνικό μικρόκοσμο του βιβλίου. Γιατί ο Μίμης Ανδρουλάκης αν μη τι άλλο ξέρει να αφηγείται, ξέρει να στηρίζει τις μυθοπλασίες του με ψήγματα από την ιστορία, ξέρει να δίνει μαθήματα πολιτικής οικονομίας, αλλά και στρατηγικής, και ξέρει να διδάσκει μέσα από ιστορικές σελίδες, ακόμα κι αν αυτές, εκ πρώτης όψεως, μοιάζουν συνηθισμένες.

Έτσι, λοιπόν, ενώ ο αναγνώστης υποθέτει ότι διαβάζει ένα μυθιστόρημα που έχει τη βάση του ερωτικές ‘‘παρασπονδίες’’ δυο γυναικών, βρίσκεται μπροστά σε κάποιες κρίσιμες σελίδες τής πολιτικής ιστορίας τού τόπου, τα τελευταία πενήντα χρόνια.

‘‘Εργαλεία’’ τού Μ. Ανδρουλάκη στην ανάπτυξη της μυθοπλασίας, αυτήν τη φορά, κάποια εμβληματικά πρόσωπα της δεκαετίας τού Τριάντα, με κέντρο τον Σεφέρη και αιχμές τον Κατσίμπαλη και τον Χένρι Μίλερ.

Ο μηχανισμός τής γραφής χρησιμοποιεί εν μέρει την τριτοπρόσωπη αφήγηση και εν μέρει το επιστολικό μυθιστόρημα.

Δυο οι κεντρικοί άξονές του: η Μαρίνα και η Έλλη. Δυο γυναίκες που την εποχή τού κινήματος του Ναυτικού ‘‘παρασπόνδησαν’’ ερωτικά, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Η Μαρίνα κάτω από την απόγνωσή της να τεκνοποιήσει και η Έλλη μέσα στην απόγνωσή της, πιστεύοντας πως την έχει εγκαταλείψει ο σύζυγός της. Η κάθε μια κρύβει βαθιά μέσα της το ανομολόγητο μυστικό, μέχρι που η ίδια η ζωή ζητά, και από τις δυο, τα ρέστα.

Η Μαρίνα είναι παντρεμένη με τον Μάριο, χειριστή τής Πολεμικής Αεροπορίας, που είναι και ο μεγάλος, μοναδικός, έρωτας της ζωής της. Αυτός που θα τη ‘‘γονιμοποιήσει’’, όμως, είναι ο Παύλος. Δυο ερωτικές συνευρέσεις, η μια στις 12-13 Ιουνίου τού 1970 και η άλλη στις 14 Νοεμβρίου τού 1973, όλες κι όλες. Δυο εγκυμοσύνες, δυο κόρες. Δεν της αρκούσε το να νιώθει ευτυχισμένη γυναίκα. Αναζητούσε την ολοκλήρωσή της και μέσα από την τεκνοποίηση, κάτι που ο σύζυγος δεν θα μπορούσε ποτέ να της προσφέρει.

Η Έλλη είναι παντρεμένη με τον Κώστα, πλωτάρχη τού Πολεμικού Ναυτικού, που είναι ενεργά αναμεμιγμένος στο Κίνημα του Ναυτικού, το οποίο αποτυγχάνει αφού μεσολαβεί μια προδοσία. Ο Κώστας θα βασανίζεται ισόβια από το ερώτημα «ποιος τους πρόδωσε».

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, ο διάδοχός του Ιωαννίδης, ο Μιχάλης Ρουφογάλης, ο Οδυσσέας Αγγελής, ο Κώστας Ασλανίδης και άλλα πρόσωπα που είχαν ιστορικό ρόλο στις μέρες τής δικτατορίας, περνούν μέσα από τις σελίδες που αναφέρονται στη σχέση Έλλης – Κώστα.

Ο Ανδρουλάκης αποκαλύπτει δράσεις άγνωστες στους περισσότερους, ενώ παράλληλα καταθέτει και τις απόψεις του για πρόσωπα και γεγονότα, οι οποίες κάποιες φορές μπορεί να θεωρηθούν αρκετά ριζοσπαστικές.

«Οι λέξεις του είναι ζωές», γράφει η Μαρίνα για το γράμμα που απευθύνει στον Παύλο, μετά από πενήντα χρόνια σιωπής. Μ’ αυτό το γράμμα αρχίζει η αφήγηση, υπενθυμίζοντας σε όσους ξεχνούν πως «το παρελθόν δεν τελειώνει ποτέ!»

Ως προοίμιο όλων, ο συγγραφέας, εκμεταλλεύεται το πρόσχημα της επιστολής τής Μαρίνας, για να μας πει πως «Κάθε άνθρωπος είναι πολλές ιστορίες, πολλά κομμάτια», επικαλούμενος τη γραφή τού Γιώργου Σεφέρη: «Πού να μαζεύεις / τα χίλια κομματάκια / του κάθε ανθρώπου».

Τη συνάντηση Μαρίνας – Παύλου, ο συγγραφέας, τη διανθίζει εισάγοντας ένα πρόσωπο, τον παππού της Αντώνη, απόστρατο αντιπτέραρχο, ο οποίος, μέσα από τις αναμνήσεις του, θα προσφέρει στον αναγνώστη ιδιαίτερες πληροφορίες τόσο για την εποχή τού Βενιζελισμού, όσο και για τη λογοτεχνική γενιά τού Τριάντα. Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, Θεόδωρος Πάγκαλος, Δημήτριος Γούναρης, κάποιοι από την εποχή του Βενιζελισμού.

Ο πρώτος, ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, θα χρησιμεύσει στον συγγραφέα για να περάσει και στη γενιά τού Τριάντα, μέσα από τον γάμο τού Μιχαλακόπουλου με την κόρη τού Γεωργίου Κατσίμπαλη, που ήταν και ο πυρήνας της. Για εκείνη την εποχή, ο Μίμης Ανδρουλάκης, θα πει μέσα, από τις αφηγήσεις του απόστρατου αντιπτέραρχου, την ιστορική αλήθεια: «Τη δική μας γενιά τη σφράγισε το Μεγάλο Όνειρο, το αναγεννητικό κίνημα του Ελευθερίου Βενιζέλου, η άνοδος και η πτώση του. Μερικοί διανοούμενοι συμπορεύτηκαν σαν ομάδα και γνώρισαν την απογοήτευση της Μικρασιατικής Καταστροφής και στη συνέχεια την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού και της βασιλείας…»

Η αναφορές του στον Βενιζέλο, και ιδιαίτερα στην Έλενα Σκυλίτση, φέρνουν στον νου τού αναγνώστη, το «Ταξίδι μέλιτος», ενώ, στη συνέχεια, οι αντιδράσεις κατά της δικτατορίας τού ’67, τα παλαιότερα «Ο μυστικός Νοέμβρης» (1996) και «Το χαμένο μπλουζ» (1997).

Μέσα από τον Σεφέρη θα αποκαλυφθεί η πρώτη ερωτική συνεύρεση Μαρίνας – Παύλου («… καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι / τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου / φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει…». Καρπός εκείνης της συνεύρεσης, η πρώτη κόρη τής Μαρίνας, το όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Αρχή τής ιστορίας το 1969…

Επόμενο σκαλοπάτι τής ιστορίας ο Μάιος του 1973. Στη σκηνή φωτίζεται ένα άλλο ζευγάρι. Έλλη και Κώστας. Πλωτάρχης εκείνος, αναμεμιγμένος στην κίνηση των αξιωματικών τού Ναυτικού ν’ ανατρέψουν τον Γ. Παπαδόπουλο. Η συνωμοσία τους αποκαλύπτεται. Ακολουθούν συλλήψεις αξιωματικών και η φυγή τού Νίκου Παππά με το «Βέλος». Ανάμεσα στα πρόσωπα που παρελαύνουν ο ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Υπήρξε προδοσία. Ποιος ήταν ο προδότης; Το ερώτημα αυτό θα βασανίζει τον Κώστα μέχρι το οδυνηρό τέλος τής ζωής του, οδηγώντας τον στο θάνατο. Η Έλλη, μόνη, τραγική φιγούρα απέναντι σ’ ένα σκοτεινό παρελθόν. Ο Μίμης Ανδρουλάκης καθηλώνει τον αναγνώστη, καθώς ξεδιπλώνει σελίδες τής ιστορίας με πικρότατο τέλος.

Σ’ αυτές τις σελίδες, πρωταγωνιστής αναδεικνύεται το σκοτεινό πρόσωπο του Ιωαννίδη, του μοιραίου ανθρώπου στην τραγωδία τής Κύπρου, καρπούς της οποίας, Ελλάδα και Κύπρος, γεύονται ακόμα. Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα, ως ενήλικες, κάθε που ακούμε Τούρκο πολιτικό να αναφέρεται στα δήθεν δίκαιά τους στην Κύπρο, δεν μπορούμε ν’ αφαιρέσουμε από το κάδρο το πρόσωπο του Ιωαννίδη και τον εγκληματικό του ρόλο. Ωστόσο, ο Μ. Ανδρουλάκης, αναφερόμενος σ’ αυτόν, κάνει ευρύτατες αναφορές και σε πολλά άλλα, όπως στο ζήτημα της εβραιοφοβίας, αποδίδοντας δικαιοσύνη σε πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο επί Κατοχής, διασώζοντας Εβραίους από το γερμανικό σχέδιο εξόντωσής του. Δια στόματος του εβραίου γιατρού, ο οποίος έχει παντρευτεί την αδελφή τού Ιωαννίδη, δεν διστάζει να γράψει: «Τελευταία, στην Κατοχή, όταν ο Άγγελος Έβερτ, ο διοικητής της Αστυνομίας, και η Αρχιεπισκοπή παραχωρούσαν στους Εβραίους χριστιανικές ταυτότητες. Και η δική μου οικογένεια σώθηκε έτσι, από την Εκκλησία, και κατάφερε να φτάσει ασφαλής μέχρι το Καρπενήσι…»

Στη συνέχεια, μιλώντας ξανά για τον αντισημιτισμό, θα απομείνει δικαιοσύνη, αναγνωρίζοντας την ορθή στάση τού Μεταξά και του Δαμασκηνού:

«Οι ανιστόρητοι αντισημίτες της ‘‘4ης Αυγούστου’’, αγνοούν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς τής 4ης Αυγούστου αρνήθηκε το ’36-’40 να εφαρμόσει τους αντισημιτικούς νόμους που σάρωναν την Ευρώπη και στη συνέχεια άνοιξε τα σύνορα της Ελλάδας στους διωκόμενους Εβραίους. Αγνοούν τη συμβολή του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, των μητροπολιτών Χρυσοστόμου και Ιωακείμ και εκατοντάδων ιερέων στη διάσωση Εβραίων συμπολιτών τους…»

Ευθέως αναγνωρίζει και την έντιμη στάση τού Ναπολέοντα Ζέρβα και του στρατηγού Πλαστήρα, στο θέμα τής απόδοσης των κατασχεμένων περιουσιών τών Εβραίων από τους φασίστες κατά την Κατοχή, κάνοντας αναφορά στην απάντηση που έδωσε ο Ζέρβας σ’ έναν λοχία που τον είχε ρωτήσει «… τι θα πει αντισημιτισμός»: «Να θες να αρπάξεις τα σπίτια και τα μαγαζιά των Εβραίων γειτόνων σου στα Γιάννενα», είχε απαντήσει, τότε, ο Ζέρβας. Όσο για τον στρατηγό Πλαστήρα, παραθέτει τη δήλωσή του: «Η Ελλάς είναι κράτος μικρόν και πτωχόν, αλλά έντιμον και ουδέποτε θα διαπράξει τοιαύτην μεγάλη ατιμίαν να καταχρασθεί τις περιουσίες των ανθρώπων που χάθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα».

Ένας μετά τον άλλον, οι μυημένοι στο κίνημα αξιωματικοί, συλλαμβάνονται, μαζί τους και ο πλωτάρχης Κώστας, σύζυγος της Έλλης, ενώ ο Νίκος Παππάς, καταφεύγει στην Ιταλία και ο Ιωαννίδης ισχυροποιεί τη θέση τόσο, όσο λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο, με αφορμή την εξέγερση του Πολυτεχνείου θα πιάσει στο δόκανό του τον ίδιο τον δικτάτορα.

Όμως, η εξέγερση του Πολυτεχνείου θ’ αποδειχθεί μοιραία και για τη Μαρίνα, που επιστρέφει στην Αθήνα, από την Αγγλία, όπου έχει εγκατασταθεί μόνιμα, για τον γάμο μιας ξαδέλφης της.

Στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του Πολυτεχνείου θα συναντήσει τον Παύλο, θα μιλήσουν για τα βασανιστήρια της χούντας και σ’ ένα δωμάτιο του «Εσπέρια» θα ξανασμίξουν ερωτικά, για τελευταία φορά στη ζωή τους. Από εκείνο το σμίξιμο θα γεννηθεί η άλλη της κόρη, της οποίας την ύπαρξη και πάλι δεν θα μάθει ο Παύλος, παρά σαράντα πέντε χρόνια μετά, μέσα από την επιστολική ομολογία τής Μαρίνας.

Είναι η επιστολή – μυθιστόρημα, με την πρωτοπρόσωπη παράλληλη εξιστόρηση της μυθοπλασίας η οποία θα φωτίσει άγνωστες πτυχές τής ζωής, τόσο της Μαρίνας, όσο και της Έλλης.

Ένα πρόσωπο που άφησα έξω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα, είναι εκείνο που γνωρίζει εν τέλει πώς και από πού ξεκίνησε η προδοσία τού Κινήματος. Είναι το πρόσωπο σκιά, ένας κάποιος Δημήτρης, ξάδελφος του Παύλου, ίσως ο ίδιος Μίμης (Δημήτρης) Ανδρουλάκης, που πενήντα χρόνια μετά αποφασίζει να γράψει για μια ακόμα πτυχή όσων έζησε, αλλά και όσων ερεύνησε…

Τολμηρό και ανατρεπτικό και αυτό το μυθιστόρημα του Μίμη Ανδρουλάκη, σαφώς δεν προορίζεται για αναγνώστες που απλά θέλουν να διαβάζουν μια ιστορία για να περνά η ώρα, αλλά για αναγνώστες που τιμούν τη χαρά τής ανάγνωσης και θέλουν κάτι περισσότερο από προδομένους έρωτες…

Για όποιους αναζητούν μυθιστορήματα με ιδιαίτερο βάρος και ποιότητα γραφής, είναι μια καλή άσκηση ανάγνωσης και όχι μόνο.

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. Bασίλης

    Το διάβασα με διάθεση να λάβω πληροφορίες για τα κομμάτια της ιστορίας εκείνης της εποχής, που δεν μας είχαν αποκαλυφθεί τότε. Δυστυχώς έπεσα σε συναισθηματικά ερωτικά/ψυχολογικά παραληρήματα, γραμμένα με τρόπο που δεν σε βοηθούν να κατανοήσεις και να παρακολουθήσεις ποιος είναι ποιος, αλλά με ύφος και τρόπο συγκεχυμένο που έκαναν την παρακολούθηση εξαιρετικά δύσκολη. Ονόματα και στρατιωτικοί βαθμοί εναλάσσονταν στη διήγηση και στα ψυχολογικά ξεσπάσματα κι έκαναν την κατανόηση προβληματική, σε μένα τουλάχιστον. Κάποια κομμάτια του βιβλίου ήταν αποκαλυπτικά για πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο. Οι ερωτικές διαστάσεις του έργου μάλλον αδιάφορες, αλλά συγγραφέας Ανδρουλάκης χωρίς ερωτικές διαστάσεις δεν νοείται!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου