Απομεσήμερο και στον ολάνθιστο κήπο μιας αυλής, χάμω στο νοτισμένο χώμα, το λούκι μάλλον έχει βουλώσει.
-Κάθισε, κάθισε, νά, εδώ!, στο ψάθινο σκαμνί, κάτω από το γιασεμί που αναπνέεις το βράδυ στη φύση, κάθισε να σου πω αυτό που φαντάζεσαι και δεν το θέλεις, που όμως θα γίνει».
-Άκου να σου πω για την Αργυρώ από το Βόλο. Η Αργυρώ ήταν παντρεμένη και είχε ένα κοριτσάκι με τον σύζυγό της, ευτυχισμένη. Όμως αρρώστησε από λέπρα. Την πήγαν στη Σπιναλόγκα. Αγόγγυστα πέρασε την ταλαιπωρία και την εξορία.
Όταν έγινε κάπως καλά, ανέβηκε κολυμπώντας από τη Σπιναλόγκα προς την πόλη της, όπου βρήκε τον σύζυγό της να έχει ενωθεί σαρκικά με μιαν άλλη γυναίκα.
Η Αργυρώ κατάπιε τα δάκρυά της, από τον άνδρα που δεν είχε αντέξει μακριά της, και η αγαπημένη έκανε το αποφασιστικό άλμα προς τη ζωή: «μην έχεις κανένα συναίσθημα πια για μένα, ξέχασέ με, ζήσε με τη γυναίκα σου, να ζήσετε ευτυχισμένοι».
Βγάζει τον σταυρό που φορούσε μαζί και τη βέρα και τα περνάει όλα μαζί στη νεαρή γυναίκα.
Τους δίνει την ευχή της να ευτυχήσουν και ξαναγυρίζει κολυμπώντας πάλι προς τη Σπιναλόγκα. Τη δεύτερη φορά που γύρισε στην πόλη τους, το αντρόγυνο είχε δεχθεί στον κόσμο τα δυο πρώτα δίδυμα παιδιά τους, με μια σκιά να τα βαραίνει στον ξύπνιο τους.
Εκείνη πήγε στο μαιευτήριο, σταύρωσε τα μωρά, τούς φόρεσε τον δικό της σταυρό και βγαίνοντας αναλύθηκε σε λυγμούς. Γιατί τώρα συνειδητοποιούσε πόσα είχε συγχωρήσει. Λίγα ή πολλά, ή καθόλου.
Όμως την ευχή της, πίσω δεν την πήρε.
Βγαίνοντας από το μαιευτήριο, είπε να περάσει από το παλιό συζυγικό της σπίτι και απ’ έξω είδε γυναίκες με μαύρα συγκεντρωμένες να κλαίνε πάνω από μια μικρή άσπρη κάσα και να ψήνουν πικρούς καφέδες. Ρωτάει, τι γίνεται εδώ μέσα.
-Αυτή ήταν η Αργυρώ, παιδί μου. Να τη θυμάσαι, υπήρξε στ’ αλήθεια και καταγόταν από το Βόλο.
Απόδειξη ότι υπήρξε είσαι ΕΣΥ που υπάρχεις, που αυτή την ώρα με κοιτάς στα μάτια όλο απορία, βλέμμα που ξεχειλίζει από αγάπη για τη μάνα σου.
Η Αργυρώ έκλαψε πολύ και βόγκηξε, «όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος»: ήταν τα τελευταία της λόγια, όμως δεν μπορώ να σου φανερώσω περισσότερα πράγματα για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα η Αργυρώ, τη στιγμή που μιλάμε.
Απρίλιος και η μέρα είχε πάρει να ξανοίγει. Στον ανοιξιάτικο ουρανό μαύρα πουλιά φτερουγίζουν που δείχνουν τον δρόμο του γυρισμού προς το όνειρο.
Γυρισμός προς το περίεργο, ακατοίκητο σπίτι της Αργυρώς, που καταρρέει, με τα σπασμένα τζάμια, εκεί με τις θρηνούσες γυναίκες, με τις μαύρες πλερέζες, – τής φαίνεται να ακούγονται σειρήνες: σίγουρα του ασθενοφόρου που τρέχει προς το νοσοκομείο.
Η βεβαιότητα της Μίνας γίνεται αμφιβολία για την ύπαρξη της Αργυρώς, μέχρι τη στιγμή που θα ξαναγινόταν βεβαιότητα.
Αν όντως υπήρξε η Αργυρώ.
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια