Μαύρα πουλιά

Δημοσίευση: 8.07.2023

Ετικέτες

Κατηγορία

Στα δικαστήρια της πόλης, κάποιοι είχαν βάλει φωτιά. Δουλειά του Έκτορα επαναστάτη, σίγουρα. 

Πουλιά πετούσαν από πάνω και έκρωζαν, χηνάρια. Άσχημο κρώξιμο, έμοιαζε με την κοπή των φύλλων μέσα στους τόμους από τα έγγραφα που πολυκαίριζαν στα αρχεία του δικαστηρίου. Κάθε κρώξιμο και ένα φύλλο που έπαιρνε ο άνεμος. 

Τα πουλιά μπήκαν μέσα στο δικαστήριο, πετούσαν πάνω από την έδρα, ο δικαστής έσκουζε, η εισαγγελέας ξερίζωνε τα μαλλιά της, η γραμματέας πνίγηκε μέσα στο νερό που έπινε, το νερό χύθηκε πάνω στα πρακτικά, το ποτήρι έσπασε και έσκασε μπροστά στον μάρτυρα, ο μάρτυρας το άγγιξε και κόπηκε, το ακροατήριο γελούσε, τα πουλιά έσκουζαν και μπήκε ο Διευθύνων μαζί με κόσμο πολύ. 

«Η δίκη αναβάλλεται λόγω πουλιών!».

Ο κατηγορούμενος σηκώθηκε και άρχισε να χοροπηδάει, απ’ έξω κάποιος πουλούσε λευκές αναστάσιμες λαμπάδες. Μπήκε ο Διευθύνων διέταξε το ακροατήριο να σκάσει, φώναξε τον αξιωματικό υπηρεσίας να βγάλει έξω τα πουλιά, από έξω είχαν έρθει τα κανάλια: «κάποιος έβαλε φωτιά στο κτίριο…», «κύριε αξιωματικέ βγάλτε τα πουλιά έξω…».

Τα πουλιά όρμησαν στους φακέλους με τις δικογραφίες, με τα ράμφη τους έσκισαν τα πρακτικά, η γραμματέας φώναζε: «κάποιος να φέρει γάζες!», τα αίματα χύθηκαν μέσα στους φακέλους, ένα χηνάρι κάθισε στα μαλλιά της και την τσιμπούσε. 

Ομίχλη και καπνός σηκώθηκε από τις φωτιές, κλήθηκε η πυροσβαστική. Από πάνω ακούστηκε το ελικόπτερο, τα δέντρα κουνούσαν τα κεφάλια τους. Ο κόσμος βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει σε διάφορες κατευθύνσεις της πόλης, οι αίθουσες άδειαζαν μία μία, τα πουλιά πέταξαν έξω από τα παράθυρα ή κρύφτηκαν μέσα στα αρχεία. 

Η Εισαγγελέας έκλεισε το ποινολόγιο που είχε μπροστά της, το έδεσε, το σταύρωσε τρεις φορές, σηκώθηκε, πλησίασε τον πλανόδιο, του πλήρωσε τέσσερις αναστάσιμες λαμπάδες και έφυγε.

Την επαύριο, τη μέρα της πορείας, μέσα από ένα σύννεφο καπνών και δακρυγόνων, ο Έκτορας με στιβαρές κινήσεις αρπάζει τα κλειδιά και ανεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες που οδηγούν στον πρώτο όροφο. Δεν τον κοίταζε. Με αποφασιστικότητα, τρύπωσε μέσα. 

Στη σκέψη ότι θα αντιληφθεί το μαχαίρι που εξέχει και σκίζει τον δικηγορικό χαρτοφύλακα, στέκεται πίσω απ’ την κλειδωμένη πόρτα βαστώντας την αναπνοή του και με παγωμένο το κορμί του, προλαβαίνοντας να ακούσει μια στριγγιά κραυγή από το μέρος του ακάλυπτου και ένα απεγνωσμένο ουρλιαχτό που καλούσε σε βοήθεια. 

Σαν αίλουρος αναρριχήθηκε στην εξωτερική σκάλα, βγήκε στην ταράτσα, πέταξε τα παπούτσια του και το σακίδιό του σε ένα βαρέλι που υπήρχε εκεί. Κατέβηκε προσεκτικά τη σκάλα υπηρεσίας που οδηγεί στον ακάλυπτο με τις τριανταφυλλιές. Παραφυλάει. 

Το νιαούρισμα μιας γάτας διακόπτει τους ήχους που μπορεί να ακούγονταν. Σιγή. Ακούει τον θόρυβο που κάνουν τα αμάξια από τη λεωφόρο, μια ορμή από φωνές κατευθύνεται προς το κέντρο. 

Μια μπάλα περνάει τον μαντρότοιχο και προσγειώνεται, καρφώνεται στα αγκάθια, σίγουρα από παιδιά της γειτονιάς, που παίζουν στην αυλή του δημοτικού σχολείου… 

Ώσπου ένα απότομο φρενάρισμα ακούγεται από κάποιο αυτοκίνητο και ήχοι τραγουδιού, μαζί με ένα χέρι που κρέμεται από το παράθυρο. 

Ο Έκτορας ξαφνιάζεται, ανεβαίνει τη σκάλα υπηρεσίας, πηδά στην ταράτσα και για πρώτη φορά λοξοκοιτάζει προς τη γωνία. Τα μάτια του που νόμιζε ότι ανήκαν στον άγνωστο, δεν τον κοίταζαν πια. 

Παρέμεινε σκαρφαλωμένος σαν γάτα στο υπερυψωμένο πεζούλι που εφάπτεται της σκάλας, σαν από ώρα έτοιμος να πηδήξει στον ακάλυπτο. 

Μια λευκή γάτα φωσφορίζει από την άλλη γωνία, τήν κάρφωνει με το βλέμμα του. Ήταν έτοιμος. Πιάστηκε από τους ορθοστάτες που υπήρχαν εκεί για το άπλωμα των ρούχων. Αιωρείται για λίγες στιγμές. Η γάτα τού δείχνει τα δόντια της που χάσκουν απειλητικά μέσα από ένα ορθάνοιχτο στόμα έτοιμα να καταβροχθίσουν τον εχθρό. Αφήνεται. 

Λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούγονται σειρήνες ασθενοφόρων και μεταγωγικών να ορμούν προς την κεντρική πορεία, περνώντας μέσα από την κεντρική λεωφόρο. Ένας σκύλος γαβγίζει απειλητικά προς το μέρος της γάτας. Ο Έκτορας πέφτει κάτω.

Όταν σηκώθηκε, το σμήνος των μαύρων πουλιών φτερούγιζε συντονισμένα προς τον φλεγόμενο ανατέλλοντα ουρανό, γεμίζοντας τις προσδοκίες του Έκτορα με λευκές ελπίδες, μέχρι να χαθεί πίσω από τον ορίζοντα και πάλι.

 

 

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Το τελευταίο μεροκάματο

Το τελευταίο μεροκάματο

Από το μυαλό της δεν φεύγανε τα απειλητικά λόγια, που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άντρα της όταν αυτή αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο.  Σήμερα κοντοστέκεται λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα...

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ ΤΟΝ ΞΕΡΑΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ. Ούτε ρώτησε κανείς τ’ όνομά του, ούτ’ εκείνος το ’πε ποτέ σε κανέναν. Λιγόλογος. Μέτριο, γεροδεμένο κορμί.  Πυκνά, σμιχτά φρύδια σκέπαζαν δυο μάτια βαριά. Νιότερος γνωρίζονταν από μια μεγάλη λοξή χαρακιά που ξεκίναγε από το μέτωπο,...

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

«Στρατιώτης πεζικού, Παπαθεοδώρου Βασίλειος, Ε’ ΕΣΣΟ, 2018. Αιτούμαι διήμερη άδεια για...».  «Πάλι άδεια Παπαθεοδώρου; Κουράστηκες να κάθεσαι εδώ μέσα κι είπες να κάθεσαι κι έξω;». «Όχι, κύριε Διοικητά. Εγώ...». «Τι όχι Παπαθεοδώρου;». «Εγώ... κύριε... Διοικητά...»....

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου