hands_wrinkles

Έχω πολλά για να σου πω και να σου μολογήσω

Δεν ξέρω αλήθεια από πού και πώς θε ν' αρχινήσω!

Μεγάλωσα και δε μπορώ ως ήμουν να περνάω

κι ολημερίς σου γούζιομαι[1] γιατί μαθές πονάω!

Δεν είναι τόσο πως πονεί, παιδί μου, το κορμί μου

αλλά πονεί πολύ βαθιά η δόλια η ψυχή μου!

Δε βρίχνω τάξε γιατρικό δε βρίχνω το κουράγιο 

να σε θωρώ να κάθεσαι σαφίς[2] μπρος στο μουράγιο!

Το ξέρω ότι θλίβεσαι πως έχεις χίλια άγχη

γιατί το ''μέλλον'' γίνηκε ταφόπλακας τ' αμάχι[3]!

Σ' ανάθρεψα, σε μόρφωσα σού δωκα την ψυχή μου

κι εδά θωρώ πως άδικα επήγε η δούλεψή μου!

Κάθεσαι σαν και το θεριό, μες στο κλουβί κλεισμένο,

και είναι το κουράγιο σου 'πο μέ πιο γερασμένο!

Είχα πλασμένα όνειρα σαν όλες τις μανάδες

να βρεις το μέλλον σου ορθός κι όχι με τεμενάδες!

Κι αν γέρασα η έρημη κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου

ενός μικρού μικρού παιδιού θα μοιάζει η καρδιά μου!

Δεν την κλειδώνω! Μάθε το! Πετώ σαν χελιδόνι

κι ας ξέρω πως στα υστερνά πάντα θα είμαι μόνη!

Τα πόδια μου κοντύνανε στη δρασκελιά μονάχα

γιατί πετώ με τα φτερά μιας γερακίνας τάχα!

Κάνω σταυρό και μια ευχή το μέλλον σου να σιάξει[4] 

σαν τον χρυσό τον αετό μια μέρα να πετάξει!

Κι αν 'γω δεν είμαι ζωντανή, παιδί μου, μη σε μέλει

Ό,τι κι αν πιάνεις ζάχαρη κι ό,τι κι αν θέλεις μέλι!

Είμαι πια τώρα στη ζωή παροπλισμένο πλοίο

Έτοιμο για παράδοση το έρμο μου σαρκίο!

Μα εσύ να έχεις πάντοτε ψηλά το μέτωπό σου, 

και να δοξάζεις όσο ζεις τον Ένα και Θεό σου!

Χ.Π.

 

[1] Γούζιομαι = παραπονούμαι

[2] Σαφίς = διαρκώς, συνεχώς

[3] Αμάχι = αγώνας

[4] Σιάξει= φτιάξει

Λόγια μιας μάνας φύλαξα σ’ ένα μικρό μπουκάλι

που ‘χει αγάπη στην καρδιά απού δεν έχει άλλη

Ο χρόνος γράφει στο κορμί και το πονεί και κλαίει

και το μπερδεύει το μυαλό νομίζει πως τα φταίει

μα ΄χει γδαρθεί το όνειρο και μπλιο δεν μας χαρίζει

χαμόγελα και ομορφιά, μα πίκρες μας ποτίζει

Πληγώνουμε τις μάνες μας που θέλουν τη ζωή μας

να δαφνοστεφανώνεται να λάμπει η ψυχή μας

Θώριε πώς έγινε η ζωή πώς κόπηκε το χάδι

πώς χάθηκε η ανθρωπιά στου χρόνου το σημάδι

Καλλιά ταν κάποτε η ζωή κι ας είχε δυσκολίες

τώρα γεννήκαμε οχτροί γεμάτοι δυστυχίες

Μα τούτη γροίκα η καρδιά πρόσφορο ετοιμάζει

και στης Ελπίδας τη Μονή σε χέρια το μοιράζει

όσο κρατά η χέρα μας της μάνας μας το χέρι

τόσο θα λάμπουν οι ευχές στου ουρανού τ’ αστέρι

θα ξανα έρθουν οι καιροί θα πορπατήσει η μέρα

κι ο Άγιος κιαμιά φορά θέλει πολλή φοβέρα

θα ξεσηκώσει η καρδιά κύματα αφρισμένα

θε να τους πνίξει τσι καημούς για σένα και για μένα

Μ.Τ.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!