Με μια ανάσα

Δημοσίευση: 20.03.2016

Ετικέτες

Κατηγορία

sleeping_woman

Στη σαρακοφαγωμένη σκάφη της ζωής
ζύμωσα την ψηλορείτικη αγάπη μου.
Στην αρχέγονη θέρμη του ξυλόφουρνου
την έψησα
κι έγινε ο έρωτας το πιο γλυκό ψωμί.
Ο ήλιος πυρώνει τα χείλια σου
οι λέξεις καίγονται
κι ο αγέρας στο θρόισμα των γιασεμιών
πλαταίνει την μοσχοβολιά σου.
Ο πόθος νήμα άτρωτο, υφαίνεται
στις κρεβατές του έρωτα.
Φυσάει βοριάς κι η αγάπη σου
πούπουλο να με σκεπάζει.
Τρέχεις γυμνή στ' άσπρα χαλίκια
οι σπίθες καίνε το σώμα μου,
μυριάδες κοχύλια λικνίζονται
στο κοραλλένιο σου σώμα.
Στόμα φεγγαριού λειψό
σαν με φιλάς
βυθίζομαι στα άστρα.
Για μια στιγμή...
ο έρωτας χύνεται στο
φεγγαρόφωτο πηγάδι
και η λαχτάρα του παιδιού
αποστηθίζει το ψέμα του κόσμου.
Όλα τ' αστέρια του ουρανού
με ανασηκωμένους ώμους εξομολογούνται,
κι ένας ήλιος ασθμαίνοντας
εναποθέτει στα βάθη της θάλασσας
τις θύμησες της μέρας.
Ω! τι σκοτοδίνη χωρίς το φεγγάρι μου.

 

_

γράφει ο Χάρης Παπασάββας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Ένα κομμάτι απ’ την αγάπη

Ένα κομμάτι απ’ την αγάπη

Θέλω να μου κόψεις ένα κομμάτι απ’ την αγάπη. Ένα μικρό-μικρό κομμάτι απ’ την αγάπη εκείνη, Που υψώνει σκάλα ψηλή και βέβαιη Και σ’ οδηγεί στον ουρανό.   Θέλω να μου κόψεις ένα κομμάτι απ’ την αγάπη, Την αγάπη αυτή που φυλά σα δράκος μες στο κάστρο σου. Που σε...

Φαντάσματα

Φαντάσματα

Κάτι νύχτες Που τρίζουνε τα μάνταλα στις πόρτες Που σέρνονται στα μάρμαρα πνιγμένες προσευχές Κάτι νύχτες  Που τρέμουν τα παράθυρα θανάτου πυρετό Ξεχύνονται αντίλαλοι απ’ τα υπόγεια Κάτι νύχτες χτυπήσανε τις πόρτες μα δεν ήτανε κανείς.   Κάτι νύχτες έσβηναν τα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Φαντάσματα

Φαντάσματα

Κάτι νύχτες Που τρίζουνε τα μάνταλα στις πόρτες Που σέρνονται στα μάρμαρα πνιγμένες προσευχές Κάτι νύχτες  Που τρέμουν τα παράθυρα θανάτου πυρετό Ξεχύνονται αντίλαλοι απ’ τα υπόγεια Κάτι νύχτες χτυπήσανε τις πόρτες μα δεν ήτανε κανείς.   Κάτι νύχτες έσβηναν τα...

Μυρτώ

Μυρτώ

Τρίτη και δεκατρείς εχθές, δεν βγήκα από το σπίτι, στο κολυμβητήριο να πάω, απέφυγα. Κοιμήθηκα ώρες πολλές, ώρες πολλές κοιμάμαι, έχοντας ύπνο καλόν. Ξυπνώντας εχθές το πρωί στις ένδεκα (στις δώδεκα κοιμήθηκα ξανά), ολοκλήρωσα κάτι, που, από προχθές, Δευτέρα, του μήνα...

Ροζ

Ροζ

Πάντα το έλεγε η μάνα μου: “Μάλλιασε η γλώσσα μου, μην βάζεις τα άσπρα με τα χρωματιστά, θα χαλάσουν τα ρούχα”. Μα εγώ μια ζωή, ανοικοκύρευτη.  “Ξερω τι σου λέω,  θα προσέχω”. Πήρα όλη την μπουγάδα, Και τα’μπλεξα. Τα ‘μπλεξα όλα.  Και τώρα βρίσκομαι εδώ, Να κλαίω πάνω...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. Ανώνυμος

    Ένα καταπληκτικό ποίημα του Χάρη Παπασάββα που εισάγει νεωτεριστικούς εκφραστικούς συνδυασμούς με μια υπέροχη ικανότητα σύνθεσης αν’όμοιων εννοιών και μεταλλαγής τους σε αδααμάντινες ποιητικές ίνες που χαράσσουν ψυχές!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου