Με μια αστραπή ξέσπασαν το θυμό τους τα σύννεφα πάνω απ' την πόλη
κυλάει ήρεμα τώρα η βροχή στο πλακόστρωτο, 
η βροχή είναι μνήμη. Αύριο με μια άλλη βροχή...
Βραδιάζει, 
τελευταία όταν βραδιάζει φοβάμαι, 
όπως τότε που ήμουν παιδί
μόνο που δε φοβάμαι πια τα φαντάσματα και το σκοτάδι
φοβάμαι τις ξαφνικές στιγμές
αυτές που  έρχονται  σε ώρες γαλήνης
στιγμές που αισθάνεσαι εκείνο το αόρατο χέρι 
να σε λυγίζει  τυραννικά και να βυθίζεσαι στην απόγνωση.
Θαρρείς ο άνεμος χτυπά επίτηδες απόψε τα παραθυρόφυλλα
να με τρομάξει περισσότερο, 
διατηρώ τη φυλακή πάντα μέσα μου
κι όμως η ροή της σκέψης σου κάτω από ένα μαγικό γυάλινο ξόρκι 
διαγράφει πάντα την ίδια ασημένια τροχιά στην καρδιά μου
έξω από κάθε κατευθυνόμενη και μη σύγχυση.
Ξέρω, αγαπάς τις αρετές σου
γυμνάζεις τη συνείδηση στο φως,
διαλέγεις να φεύγεις και να χάνεσαι στη μοναξιά, ξέρω
χαμογελάς με μάτια γεμάτα θαλασσαρμύρα
το αισθάνομαι... 
καλείς τον άγγελο μυστικά, στον καθρέπτη
κοιτάζεις το είδωλο σου μα δεν είναι εκεί
κερί λευκό αναμμένο στο παλιό τραπέζι
το κρασί αντανακλά λάμψεις ρουμπινιού στο ποτήρι
γυρνώντας πίσω σε λανθάνοντα χρόνο μεθάς 
με την ψευδαίσθηση του Έρωτα που δεν αποβιώνει ποτέ, γερνάς
οι πιο γενναίοι πειρατές πως γίνονται δειλοί
κι είναι αλήθεια αγωνίζεσαι, αγωνίζεσαι και εσύ μάταια
μπροστά στις αποφάσεις του πεπρωμένου και της αναγκαιότητας 
ευάλωτος παρανοείς τον εαυτό σου, έτοιμος να περάσεις τη γέφυρα...
Άνοιξη μεθυστική, το πρώτο χελιδόνι μια έξαψη φαντασίας
αναπολείς το χέρι με την κόκκινη κλωστή
τρυφερή συνήθεια απ' τον καιρό της αθωότητας
με την ανάσα ζωγραφίζεις στο τζάμι θαύματα
αλειτούργητα τα όνειρα έχουν λήξει εδώ και χρόνια
η αφή στο παγωμένο κρύσταλλο ανοίγει την πόρτα στην πραγματικότητα
η θύμηση εκείνη απ' τα μετάξια της ψυχής
αιώνια δελεαστική απειλεί την εικόνα σου.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!