1.
Η Δήμητρα έχασε την κόρη της
και τα ’χει βάψει μαύρα,
«Ας την πρόσεχε», την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της.
Εκείνη τους ακούει∙ ξέρει πως δε θα μπορούσε να σταματήσει τον θεό,
κι όμως τα λόγια τους την γονατίζουνε,
τη κάνουνε να ντρέπεται να δείξει το πρόσωπό της.
Εκείνη, λοιπόν, έχασε την κόρη της
μα την πληρώνουμε όλοι.
Η γης σβήνει, η φύσις πεθαίνει,
ανθός δε βλασταίνει﮲
Και όλα αυτά για μια κουνιστή που το ’σκασε με τον αγαπητικό της.
Κανείς δεν πιστεύει ότι δεν το είχε η ίδια σχεδιασμένο,
εκτός από τη μάνα της:
κείνη κλαίει και επιμένει ότι την κόρη της
την βίασαν.
Τι σου έκαναν, κυρά-Δήμητρα; Σου κλέψανε το παιδί;
Κακόχρονοι να είναι οι αχρείοι, από τον θεό να το βρούνε,
Εμείς, όμως, τι φταίμε κυρά-Δήμητρα, και μας αφήνεις χωρίς ψωμί;
1.1
Ξεύρεις πόσα παιδιά κλαίνε στο άδειο βυζί της μάνας τους;
Πόσοι νεκροί κείτονται στα πεζοδρόμια τουμπανιασμένοι;
Αλίμονο, όσοι δεν πάνε από την ασιτία, πάνε από το κρύο…
Γιατί, κυρά, μας αφήνεις να πεθαίνουμε;
Και θα μου πεις, ποιος έχασε τη ντροπή για να τη βρεις εσύ.
Μετά από όλα αυτά, τολμάς να γυρνάς φέροντας δώρα,
λιακάδες και καρπούς,
και κάθεσαι στον θρόνο σου, από κασέλες με φαγιά και φρούτα,
τείνοντας τα δαχτυλίδια,
περιμένοντας να τα φιλήσουν οι ξελιγωμένοι,
επιδεικνύοντας τη γκαστρωμένη Περσεφόνη—
Κατά μάνα, κατά κόρη.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια