Μια αναπάντεχη συνάντηση

19.08.2021

γράφει η Αγάπη Χαριτάκη

Το αμφιθέατρο είναι τεράστιο. Ανεβαίνω τα σκαλιά προσπαθώντας να επιλέξω που θέλω να καθίσω σήμερα. Διαλέγω ένα από αυτά στην tρίτη σειρά από το τέλος. Όσο πιο ψηλά τόσο πιο μακριά από τα μάτια του καθηγητή. Εισαγωγή στη μυθολογία στις 8 και μισή το πρωί. Οι τρεις ώρες ύπνο δεν πρόκειται να με κρατήσουν ξύπνια για το επόμενο τρίωρο. Ας ελπίσουμε πως η σημερινή διάλεξη θα είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα από την προηγούμενη. Σύντομα το αμφιθέατρο έχει γεμίσει καθώς το μάθημα είναι υποχρεωτικό για όλο το τμήμα. Ο καθηγητής μπαίνει φουριόζος μέσα και ξεκινά αμέσως το μάθημα χωρίς ούτε ένα καλημέρα. Αν φορούσε ένα μαύρο μανδύα θα μπορούσε ξεκάθαρα να είναι ο Σνέιπ από τον Χάρυ Πόττερ. Σήμερα μας ανακοινώνει πως θα ασχοληθούμε με τον μύθο του βασιλιά Αρθούρου. Τέλεια, σκέφτομαι. Κάτι που ήδη ξέρω. Πόσο πιο βαρετό μπορεί να γίνει το σημερινό πρωινό; Ο μύθος του βασιλιά Αρθούρου έχει διάφορες εκδοχές με την πιο διαδεδομένη να είναι πως η αδερφή του Μοργκάνα είναι μάγισσα, τον προδίδει και ο Αρθούρος πεθαίνει, αφού όμως πρώτα έχει σώσει το βασίλειο του από τα δαιμονικά της χέρια με τη βοήθεια του μάγου Μέρλιν. Ξεκινώ αμέσως να κρατώ σημειώσεις καθώς ο Σνέιπ χωρίς μανδύα αρχίζει να απαριθμεί τις διαφορετικές εκδοχές του μύθου. Στη συνέχεια ο καθηγητής μας καθοδηγεί σε μια φωτογραφία του βιβλίου όπου απεικονίζονται όλοι οι χαρακτήρες, από τον βασιλιά, την Μοργκάνα, τον Μέρλιν μέχρι και τους ιππότες της στρογγυλής τραπέζης. Παρατηρώ την εικόνα την οποία όποιος ζωγράφισε την έχει σίγουρα εμπνευστεί από την προσωπική του ζωή. Μοιάζει σαν οικογενειακή φωτογραφία με ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ ή που τουλάχιστον αμφισβητείται έντονα η ύπαρξη τους. Οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μια μεγάλη πέτρινη αίθουσα και στέκονται όλοι στη σειρά με τους βασικούς χαρακτήρες μπροστά και τους ιππότες να στέκονται αυστηρά λίγο πιο πίσω. Αναρωτιέμαι αν πίσω από τους ιππότες υπάρχει ο θρόνος τους Αρθούρου. Καθώς παρατηρώ τη φωτογραφία βλέπω μια πόρτα στην αριστερή πλευρά πίσω από τον Μέρλιν. Αναρωτιέμαι τι να κρύβεται πίσω από εκεί. Πριν προλάβω να σχηματίσω οποιαδήποτε θεωρία, ο κόσμος γύρω μου σκοτεινιάζει. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι αισθάνομαι ένα έντονο πόνο στο κεφάλι. Δεν είναι ένας κοινός πονοκέφαλος ή μια ημικρανία. Είναι κάτι το εξωπραγματικό. Δεν περίμενα ποτέ πως θα ανθρώπινο σώμα μπορεί να χειριστεί τόσο πόνο. Και όμως είμαι ακόμη ζωντανή. Λογικά. Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια μονάχα όταν ο πόνος στο κεφάλι γίνεται υποφερτός. Αντικρίζω απέναντι μου έναν πέτρινο τοίχο. Σιγά σιγά στέκομαι στα πόδια μου και κοιτώ γύρω μου. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά σαν τρελή όταν συνειδητοποιώ που βρίσκομαι. Η αίθουσα είναι άδεια αλλά είχα δίκιο. Πίσω από τους ιππότες υπήρχε όντως ο θρόνος του Αρθούρου. Βρίσκομαι μέσα στην αίθουσα του θρόνου του Κάμελοτ. Βρίσκομαι μέσα στην εικόνα! Προχωρώ προς τον τοίχο που βρίσκονται στη σειρά σφραγισμένα μικρά παράθυρα. Καταφέρνω με λίγη προσπάθεια και ανοίγω το δεύτερο από τα αριστερά. Η εικόνα που βλέπω με σοκάρει. Έξω από τα τείχη του κάστρου στο οποίο εγώ προφανώς βρίσκομαι υπάρχουν εκατοντάδες μικρά σπιτάκια με αχυρένιες σκεπές. Στο τέλος του χωριού εξαπλώνονται βουνά με απέραντο πράσινο. Βγάζω το κεφάλι έξω από το παράθυρο και κοιτώντας κάτω αναγνωρίζω την βασιλική αυλή. Άνθρωποι πηγαινοέρχονται βιαστικοί. Κλείνω το παράθυρο και μένω να κοιτώ την μεγαλειώδης πέτρινη αίθουσα. Πώς βρέθηκα εδώ; Είναι δυνατόν να βρίσκομαι μέσα στην εικόνα; Και αν ναι πως συνέβη αυτό; Ταξίδι στο χρόνο; Τηλε-μεταφορά; Κοιτάω ξανά γύρω μου. Μαγεία; Προσπαθώ να φέρω στο νου μου όλα τα βιβλία φαντασίας που έχω διαβάσει αλλά ξαφνικά όλα μοιάζουν απίθανα. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση γι αυτό που συμβαίνει. Στα δεξιά μου βλέπω την μικρή πόρτα που είχα παρατηρήσει δίπλα στον Μέρλιν της εικόνας. Φτάνω κοντά της και διστακτικά την ανοίγω. Κενό. Ένα μικροσκοπικό άδειο δωμάτιο σαν τις ντουλάπες που φυλάμε τα παλτό των καλεσμένων μας. Χωρίς λόγο αντί να ξανακλείσω την πόρτα κάνω ένα βήμα μπροστά. Το δάπεδο κάτω από τα πόδια μου αρχίζει να κινείται και μια στρογγυλή τσιμεντένια σκάλα ξετυλίγεται μπροστά μου. Τα πόδια μου βρίσκονται ήδη στο πρώτο σκαλοπάτι. Χωρίς να βλέπω κάποια άλλη επιλογή ανεβαίνω προσεκτικά την σκάλα. Στην κορυφή της υπάρχει μονάχα μια πόρτα. Έχοντας την ανάγκη για εξηγήσεις την ανοίγω. Το δωμάτιο είναι ελάχιστα φωτισμένο από τρία παράθυρα. Οι τοίχοι του περιβάλλονται από ψηλές βιβλιοθήκες γεμάτες σκονισμένα βιβλία. Στο κέντρο υπάρχει ένα μεγάλο ορθογώνιο τραπέζι στολισμένο με διάφορα μικρά μπουκαλάκια. Σαν ένα αρχαίο χημικό εργαστήρι. Στην πιο σκοτεινή γωνιά του δωματίου στέκεται μια φιγούρα στραμμένη προς μια από τις τεράστιες βιβλιοθήκες. «Αααα ήρθες!» λέει σαν να μιλάει σε κάποιον που περίμενε ώρα. Γυρνάει και με κοιτάει. Με χαρτογραφεί από την κορυφή ως τα νύχια. Ο άνθρωπος απέναντι μου είναι ηλικιωμένος, με πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο αλλά με έντονα, γυαλιστερά καταγάλανα μάτια. «Χμμ. Είσαι πιο μικρή από ότι περίμενα.» λέει επικριτικά. Ξαφνικά οι παλμοί μου αυξάνονται και το μυαλό μου θολώνει. «Που βρίσκομαι;» είναι το μόνο που καταφέρνω να πω. «Έλα κάθισε, πιες αυτό», μου λέει ο γεράκος βάζοντας στο χέρι μου ένα από τα γυάλινα μικρά μπουκαλάκια και χωρίς δεύτερη σκέψη καταπίνω όλο το υγρό. «Ηρεμεί τα νεύρα» μου λέει καθώς εμφανίζει μια ξύλινη καρέκλα από το πουθενά και κάθεται σιμά μου. Το επόμενο πεντάλεπτο μένουμε και οι δύο σιωπηλοί ώσπου αρχίζει να έχει κάποια επίδραση εκείνο το υγρό και οι παλμοί μου πέφτουν. Ο γεράκος σαν να το αισθάνεται και αρχίζει αμέσως να μου εξηγεί. Καθ’όλη τη διάρκεια που μου εξηγεί εύχομαι να είχα πιει περισσότερο από εκείνο το υγρό. Ο γεράκος απέναντι μου ισχυρίζεται πως είναι ο Μέρλιν. Θα είχα τις αμφιβολίες μου αλλά είναι ίδιος με αυτόν στην φωτογραφία. Η ιστορία που μου λέει έχει ως εξής: Η Μοργκάνα βρίσκεται φυλακισμένη στο μπουντρούμι του κάστρου με φύλακα ένα δράκο που δεν την αφήνει να δραπετεύσει. Την κρατάει αιχμάλωτη ο Αρθούρος γιατί ανακάλυψε πως είναι μάγισσα. Δεν είναι μύθος αλλά πραγματικότητα. Η Μοργκάνα δεν προσπάθησε ποτέ να βλάψει τον Αρθούρο. Ακριβώς το αντίθετο. Ο Αρθούρος ζηλεύει την Μοργκάνα διότι αυτή κληρονόμησε τις μαγικές δυνάμεις από τον πατέρα τους και όχι αυτός. Σχεδιάζει λοιπόν να την κάψει ζωντανή λόγω δήθεν προδοσίας πιστεύοντας πως μετά το θάνατο της οι δυνάμεις θα περάσουν σε αυτόν. «Και τι δουλειά έχω εγώ;» τον ρώτησα σαστισμένη. «Εδώ είναι που τα πράγματα γίνονται περίπλοκα. Ο δράκος που φυλάει την Μοργκάνα μπορεί να νικηθεί μονάχα από μια γυναίκα μάγισσα. Ο Αθρούρος καθώς το γνωρίζει αυτό έχει σκοτώσει όλες τις μάγισσες του Κάμελοτ και έχει απαγορεύσει την είσοδο σε οποιονδήποτε από άλλο βασίλειο μετατρέποντας το Κάμελοτ σε φυλακή. Απελπισμένος καθώς ήμουν βρήκα ως μόνη λύση να φτιάξω ένα ξόρκι όπου θα έρθει να με βρει η πρώτη μάγισσα απόγονος μου. Βλέπεις όλους αυτούς του αιώνες περιμένω να εμφανιστεί η σωτήρας της Μοργκάνα μέχρι και το τελευταίο λεπτό πριν καεί στην πυρά. Όταν κανείς δεν εμφανίζεται κάνω ένα ξόρκι και γυρνώ τον χρόνο πίσω μια ώρα πριν το θάνατο της. Μέχρι που σήμερα εμφανίστηκες εσυ.» Τον κοιτάω σαστισμένη. Όλα αυτά ακούγονται εξωπραγματικά αλλά ένα πράγμα είναι αυτό που με έχει συγκλονίσει. Μάγισσα; Είμαι μάγισσα; Αυτά δεν μπορεί να γίνονται στην πραγματική ζωή, μονάχα σε βιβλία φαντασίας. Η καμπάνα χτυπά και με τρομοκρατεί ακόμη περισσότερο. «Γρήγορα!» φωνάζει ο Μέρλιν και πετάγεται από την καρέκλα. «Ήρθε η ώρα». Πηγαίνει σε ένα από τα παράθυρα και το ανοίγει διάπλατα. Χωρίς να το σκεφτώ, τον ακολουθώ και βλέπω την άλλη μεριά της πλατείας διακοσμημένη με μια πυραμίδα φτιαγμένη από ξύλα. Αντί όμως να έχει κορυφή έχει ένα λεπτό πάσσαλο. Μου παίρνει ένα λεπτό να καταλάβω τι βλέπω. Το έχω δει μονάχα σε ταινίες. Είναι το σημείο όπου καίνε τις μάγισσες. «Γρήγορα» επαναλαμβάνει ο γεράκος. «Δεν έχουμε χρόνο. Πρέπει να σκοτώσεις τον δράκο». Δεν ξέρω αν ήταν τόσο αστεία η έκφραση ή απλά βρίσκομαι σε κατάσταση υστερίας αλλά βάζω τα γέλια. Τι να κάνω; Ούτε μάγισσα είμαι, ούτε υπάρχουν δράκοι. Αυτό είναι. Είναι ξεκάθαρο. Ονειρεύομαι. Με έχει πάρει ο ύπνος στο αμφιθέατρο. Χριστέ μου, θα έχω γίνει ρεζίλι. Αρχίζω να με τσιμπάω καθώς έτσι λένε πως ξυπνάς. Καμία διαφορά. Ξαφνικά ο Μέρλιν με αρπάζει από το χέρι και νιώθω να χάνω το έδαφος. Σε δευτερόλεπτα βρίσκομαι στην κεντρική πλατεία με θέα τον πάσσαλο. Κρυμμένη πίσω από κάτι βαρέλια. Παρακολουθώ τη συνέχεια. Μια πανέμορφη γυναίκα ξεπροβάλλει από την πύλη. Έχει μακριά μαύρα μαλλιά και φοράει ένα μακρύ πράσινο φόρεμα που τονίζει τα μάτια της. Σέρνει πίσω της αλυσίδες οι οποίες στο άλλο τους άκρο φέρουν έναν πελώριο γκρι δράκο. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου μη πιστεύοντας αυτά που βλέπω. Όλα μοιάζουν σουρεαλιστικά. Η Μοργκάνα μοιάζει απελπισμένη αλλά δεν χάνει λεπτό τη σπίθα που βγάζει το βλέμμα της. Είναι μια γυναίκα επιβλητική, μια γυναίκα που ξέρει πως δεν έχει κάνει κάτι κακό. Μια γυναίκα που κατηγορείται άδικα μόνο και μόνο γιατί είναι χαρισματική. Δεν ξέρω τι συναίσθημα με κυριεύει αρχίζω να περπατάω προς το μέρος της. Γίνομαι τώρα ένα με το πλήθος που την παρακολουθεί. Ο Αρθούρος στέκεται στο βάθρο του και την κοιτάζει με ευχαρίστηση. Κανείς δεν βλέπει την αλήθεια; Πως ένας αδερφός μπορεί να καταδικάσει το ίδιο του το αίμα σε θάνατο; Μόνο ένα τέρας θα μπορούσε. Γυρνώ το κεφάλι μου ψάχνοντας τον Μέρλιν. Εκείνος εμφανίζεται στιγμιαία πίσω από τα βαρέλια, ψιθυρίζει κάτι και χάνεται ξανά. Κοιτάω τον εαυτό μου και είμαι ντυμένη σαν ένας ιππότης. Στο ένα μου χέρι κρατώ μια περικεφαλαία. Την τοποθετώ στο κεφάλι μου καμουφλάροντας έτσι το γεγονός πως δεν είμαι ιππότης και σίγουρα πως δεν είμαι άντρας. Προχωράω και σταματώ στην πρώτη σειρά του κοινού. Τώρα βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον ραδιούργο βασιλιά. Η Μοργκάνα έχει πάρει τη θέση της στον πάσσαλο και ο δράκος στέκεται ελάχιστα βήματα πίσω της. Εκείνος δεν κινδυνεύει από τη φωτιά. Ο βασιλιάς Αρθούρος φτάνει ακριβώς μπροστά μου και κοιτάζει την αδερφή του κατάματα. Ένας από τους ιππότες του δίνει τη αναμμένη δάδα. Εκείνος καθώς ετοιμάζεται να σκύψει για να δώσει ζωή στην μισοτελειωμένη πυραμίδα συνειδητοποιεί πως τον εμποδίζει το σπαθί του. Με μια ασυναίσθητη κίνηση το βγάζει από το θήκη του και το δίνει στον κοντινότερο ιππότη του. Εμένα. Με μια κίνηση ανάβει τη φωτιά. Η ώρα έχει φτάσει και δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Κοιτάω πίσω μου ψάχνοντας τον Μέρλιν και εκείνος δεν είναι πουθενά. Κοιτώ την Μοργκάνα σαστισμένη και τότε τον βλέπω. Στέκεται πίσω από τον δράκο και μου κουνάει το κεφάλι καταφατικά. Ξαφνικά, σαν να μίλησε στο μυαλό μου, ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τρέχω βιαστικά, πηδάω τις νεογέννητες φλόγες και πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει βρίσκομαι ενδιάμεσα στην Μοργκανα και το δράκο. Χρησιμοποιώ όλη μου τη δύναμη, σηκώνω ψηλά το σπαθί και το κατεβάζω με ορμή. Βγάζω μια κραυγή η οποία χάνεται στον ήχο των αλυσίδων που σπάνε. Η Μοργκάνα ελευθερώνεται από τον δράκο. Η δουλειά μου όμως δεν τελείωσε εδώ. Τρέχω προς το μέρος του γκρι τέρατος και καρφώνω το Εξκάλιμπερ στο στομάχι του. Η Μοργκάνα ελεύθερη πια οδεύει αργά και απειλιτικά προς τον Αρθούρο ο οποίος έχει το βλέμμα ενός τρομαγμένου παιδιού. Τι συνέβη μόλις; Άλλαξα την ιστορία; Τι θα γίνει τώρα; Ανοίγω τα μάτια μου και η διάλεξη μόλις έχει τελειώσει. Φοιτητές γύρω μου μαζεύουν βιαστικά τα πράγματα τους και σχηματίζοντας παρέες, βγαίνουν από την αίθουσα. Κοιτώ το τετράδιο μου. Δεν έχω σημειώσει τίποτα μετά την δεύτερη εκδοχή του μύθου. Τέλεια. Με πήρε ο ύπνος. Ελπίζω να μην με είδε κανείς και να έγινα ρεζίλι. Έρχονται στο μυαλό μου εικόνες. Ναι, είδα ένα περίεργο όνειρο. Σίγουρα κοιμήθηκα. Κοιτάζω το ανοιχτό βιβλίο μπροστά μου και βλέπω την εικόνα με τους χαρακτήρες από το μύθο. Ο βασιλιάς Αρθούρος στέκεται επιβλητικά στο κέντρο κρατώντας το σπαθί του, και ο Μέρλιν με την Μοργκάνα στέκονται στα δεξιά και αριστερά του αντίστοιχα. Απογοητευμένη από τον εαυτό μου και σκεπτόμενη από ποιον συμφοιτητή να ζητήσω τις σημειώσεις ετοιμάζομαι να κλείσω το εγχειρίδιο. Το βλέμμα μου πέφτει στον Μέρλιν και παγώνω κρατώντας το μισό βιβλίο στον αέρα έτοιμη να το κλείσω. Μου φάνηκε πως ο Μέρλιν μόλις κουνήθηκε. Τελικά έχω ανάγκη από περισσότερο ύπνο από ότι φανταζόμουν. Ενώ τον κοιτώ επίμονα, πείθοντας τον εαυτό μου πως τα μάτια μου παρανόησαν, το βλέμμα μου πέφτει τώρα στην Μοργάνα. Όρθια δίπλα στον Αρθούρο, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο σώμα της, με κοιτά μέσα στα μάτια και μου χαμογελάει.

Ακολουθήστε μας

Απόκρυφη ποιότητα

Απόκρυφη ποιότητα

Ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας δυο δυο και έφτασε μπροστά στο κλειστό διαμέρισμα. Κοντοστάθηκε και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Το στομάχι του ήταν σφιγμένο, οι παλάμες του κάθιδρες. Άραγε θα επαληθεύονταν με την ανακάλυψη κάποιου ακλόνητου τεκμηρίου, οι υπόνοιες...

ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΕΤΑ

ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΕΤΑ

ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΕΤΑ (διήγημα) πολὺς δ᾽ ἅμ᾽ αὐτῷ προσπόλων ὀπισθόπους κῶμος λέλακεν, Ἄρτεμιν τιμῶν θεὰν ὕμνοισιν: οὐ γὰρ οἶδ᾽ ἀνεῳγμένας πύλας Ἅιδου, φάος δὲ λοίσθιον βλέπων τόδε ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Δεν πέθανε η Φραγκογιαννού από το μαύρο κύμα την ξέβρασε η θάλασσα, την...

Άνιση αντιπαλότητα

Άνιση αντιπαλότητα

Ήταν η δεύτερη γάτα που μου σκότωναν μέσα σε ελάχιστους μήνες. Και δεν ήταν από κάποια δικαιολογημένη αφορμή που να μπορούν να την επικαλεστούν. Ήταν η χαρά τους να σου προκαλούν στενοχώρια και να σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Ακόμη κι αυτοί που φαίνονταν αμέτοχοι όταν...

Σαπουνόφουσκες

Σαπουνόφουσκες

ΣΑΠΟΥΝΟΦΟΥΣΚΕΣ επώδυνος αποχωρισμός στον πεζόδρομο Έζησα τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου στον πεζόδρομο, στον οποίο βρισκόταν το προποτζίδικο του παππού και της γιαγιάς μου. Από πάνω ήταν το σπίτι μας.  Ήταν ένας ήσυχος πεζόδρομος μέσα στη μεγαλούπολη. Αν κάποιος...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. βαγγέλης ζαχαράκης

    τελειο.συγκρατημενη φαντασια.ωραια εναλαγη με την πραγματικοτητα.μπραβο

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου