Select Page

Μια βουτιά… μια ζωή

Μια βουτιά… μια ζωή

 

 

Θα παντρευόταν. Ορκισμένος εργένης και μάγκας γιαλαντζί σαν τα ντολμαδάκια της μαμάς του μα το ’χε πάρει απόφαση να φορέσει την κουλούρα εδώ και τρεις βδομάδες. Δεν πάει ούτε χρόνος από τη στιγμή που άκουσε το γέλιο της να γαργαλά το λαιμό της. Από τότε το ’ξερε ότι θα τον τυλίξει.

            Έτσι σήμερα την πηγαίνει στη μάνα του, την κυρά Δόμνα. Ωραία γυναίκα στα νιάτα της, ωρίμασε μες τα τετζέρια και τις πολίτικες συνταγές. Και σήμερα έφτιαξε... και τι δεν έφτιαξε για να ευχαριστήσει το γιόκα της, το τζιέρι της. Τα ήθελε όλα στην εντέλεια. Έβγαλε και τα προικώα της· το κοφτό τραπεζομάντηλο, τα επάργυρα μαχαιροπήρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια. Έναν τον είχε· άργησε κιόλας να τον κάνει. 

            Φόρεσε το μαργαριταρένιο κολιέ, που της είχε χαρίσει ο μακαρίτης “Καλός άνθρωπος. Θεός χωρέσ' τον”, έλεγαν στη γειτονιά. Η καρδιά της ήξερε πόσα υπέφερε από τις μπερμπαντιές του. Παιδεύτηκε να βάλει τα ασορτί σκουλαρίκια. Τόσα χρόνια πού να τα βάλει... Πάνε εκείνες οι εποχές και όλα τα συναφή τριγυρνούν στο μυαλό της. “Τέσπα... Άκου εκεί τέσπα!”, σκέφτεται και χαμογελάει. Έχει νοικιάσει το διπλανό δυάρι της σε μια φοιτήτρια “καλό κοριτσάκι”, τη Μυρτώ, που της μαθαίνει “λεξιλόγιο νέας ελληνικής”, όπως λέει. Έχουν πιει και καναδυό καφεδάκια οι δυο τους.

            Στο μεταξύ ο Δημοσθένης, έτσι τον έλεγαν το μονάκριβο, έχει πάει να παραλάβει τη μέλλουσα. Της κάνει ένα κομπλιμέντο, που χάνεται στον ήχο ενός κορναρίσματος. “Τώρα ρε μπαγλαμά” φωνάζει με την κατάλληλη χειρονομία κοιτώντας από τον καθρέφτη. “Όλα καλά μωρό μου;” τη ρωτάει. “Όλα καλά” και του σκάει το ρουμπινί χαμόγελό της.

            Κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο. Η λεγάμενη φτιάχνει το ντεκολντέ της. Το κουδούνι χτυπάει την ώρα που η κυρά Δόμνα διορθώνει τα μαλλιά της και την τινάζει στον αέρα. “Ήρθανε” λέει στην Παναγία τη βρεφοκρατούσα και σταυροκοπιέται.

            Το ασανσέρ ανεβαίνει βασανιστικά. Βγαίνει πρώτα εκείνος κρατώντας την από το χέρι. “Καλησπέρα μητέρα. Να σου γνωρίσω την Αρετή” της λέει διακρίνοντας ένα ελαφρό τρέμουλο στη φωνή του. “Γεια σου κορίτσι μου” της λέει και, πριν προλάβει να ολοκληρώσει, η Αρετή έχει σκύψει πάνω στα δωδεκάποντα λουστρίνια της και τη φιλάει σταυρωτά.

            Μετά τα χαμόγελα αμηχανίας κάθονται στο ντεμοντέ σαλονάκι ενώ η οικοδέσποινα πετάγεται σαν ελατήριο “μην αρπάξει το αρνάκι”. Ο Δημοσθένης βρίσκει ευκαιρία και την ακολουθεί. “Πώς σου φαίνεται η Αρετή μαμά;”. “Τούμπανο”, απαντά η κυρά Δόμνα με φυσικότητα και ο γιος της γουρλώνει τα μάτια και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Τι να ‘παθε η μάνα του;.

            Το φαγητό της πολύ νόστιμο όπως πάντα. Και η κουβέντα καλά πηγαίνει. “Ο ουρανίσκος μου βγάζει πυροτεχνήματα κυρία Δόμνα”, την επαινεί η Αρετή. “Έχετε μάθει σ’ αυτά τα τζαγκ φουντζ και το σπιτικό σάς φαίνεται γκουρμεδιά”, τους αφοπλίζει. Ο Δημοσθένης την αγκαλιάζει γελώντας και της δίνει ένα φιλί. Εκείνη το απολαμβάνει με κλειστά μάτια. Μα πού τα ’μαθε αυτά η μάνα του;

            Είχε έρθει η ώρα του καφέ και του κοινότυπου ξεφυλλίσματος των άλμπουμ, όπου παρελάζουν όλοι· ζωντανοί, νεκροί. Παππούδες, γιαγιάδες, θειάδες και δε συμμαζεύεται. Η κυρά Δόμνα ανοίγει τη σερβάντα ενώ ο Δημοσθένης βρίσκει ευκαιρία να δώσει ένα κλεφτό φιλί στην “ξανθιά οπτασία” του. Βγάζει τους εραστές των στιγμών με τα συρμάτινα σπυράλ και τους αραδιάζει στον καναπέ. Αυτό για τη βάφτιση, αυτό για τα πάρτι, αυτό για τις εκδρομές... Τα ’χει όλα τακτοποιημένα. “Τι τα θέλει και τα σκαλίζει τώρα αυτά;”, σκέφτηκε νευριασμένος.

            Παρόλ’ αυτά αρπάζει το άλμπουμ με το θαλασσί δερμάτινο εξώφυλλο. “Κατηγορία 14. Καλοκαιρινά μπάνια”, σκέφτεται και μειδιά “Αχ κυρά Δόμνα”. Γυρνάει τις σελίδες, ενώ με την άκρη του ματιού του κρυφοκοιτάζει τη γυμνή γάμπα της κατάκτησής του. Οι γυναίκες μιλάνε και γελούν. Το κλίμα αλλάζει όταν φτάνουν σε φωτογραφίες του μακαρίτη. Η κυρά Δόμνα βρίσκει ευκαιρία να διηγηθεί την ιστορία της ζωής της. Η Αρετή εξάλλου δε δυσανασχετεί. Αντιθέτως, το διασκεδάζει.

            Ξεφυλλίζει τα κιτρινισμένα γυαλιστερά χαρτόνια με φόντο το παραλήρημα της μάνας του. Τα μάτια του καρφώνονται σε μια φωτογραφία και το μυαλό του μουδιάζει. Μέχρι αυτή τη στιγμή είχε ξεχάσει εκείνο το δέκατο του δευτερολέπτου. Τώρα η παράσταση της κυρά Δόμνας ακούγεται σαν μέσα από τούνελ. Το μυαλό του κάνει rewindκαι σταματά σαν καλογρασαρισμένη μπομπίνα στην Τήνο το δεκαπενταύγουστο του '81. Είχαν πάει οικογενειακώς για το τάμα της κυρά Δόμνας.

            Οι εγκεφαλικές του συνάψεις συνωμοτούν με το σώμα του. Νοιώθει το αριστερό του μάγουλο να τραβάει απ’ τα’ αλάτι και αισθάνεται τα πόδια του να αιωρούνται πάνω από την ξύλινη εξέδρα εγκλωβισμένα στο μακρύ λευκό μαγιώ, που είχε στείλει η θεία Κατίνα από την Αυστραλία. Μετά από εκείνη τη βουτιά στο γαλάζιο του Αιγαίου είχε νοιώσει ότι ξαναβαφτίστηκε.     

            Λίγες μέρες πριν είχε την πρώτη του ερωτική απογοήτευση· δώδεκα χρονών παλικαράκι η Άννετα τον πλήγωσε. Τα κερασένια χείλια και τα σπιρτόζικα μάτια της πίσω από τις μαύρες αφέλειες τού είχαν πει πως δεν τον θέλει πια παρέα της. Και πριν από κείνη τη βουτιά έκανε μια ευχή -να την ξανακερδίσει- και έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό του -αν δεν το κατάφερνε να μην ξαναγαπήσει έτσι άλλο κορίτσι. Είχε κρατήσει την ανάσα του κάμποσα δευτερόλεπτα κάτω απ’ το νερό φέρνοντας στο νου του τη μορφή της και το πρώτο τους αμήχανο φιλί δίπλα στην ελίτσα της Μονρόε. Όταν πια δεν άντεχε άλλο βγήκε στην επιφάνεια ξαναβάζοντας την καρδιά της κυρά Δόμνας στη θέση της.

            Δεν την ξαναείδε την Αννέτα. Ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και πήρε μετάθεση παίρνοντάς την μακριά του. Για ένα χρόνο και κάτι τη σκεφτόταν και αυτήν και την ευχή που έκανε πριν από τη βουτιά. Μα η υπόσχεση τριβέλιζε το μυαλό του για περισσότερο καιρό σαν εμμονή. Σχεδόν ψυχαναγκαστικά απέφευγε τις ιδιαίτερες παρέες με κορίτσια και ας ήταν ο γόης της τάξης στο γυμνάσιο. Μα το κορμί και οι ουσίες του δεν άντεξαν. Η υπόσχεση όμως τον περίμενε πάντα ένα βήμα πριν τη βουτιά στο συναίσθημα. Αντιλαμβάνεται πως λίγο πριν από το ίδιο βήμα βρίσκεται και σ΄αυτό το στοπ καρέ της ζωής του.

            Η βαθιά ρυτίδα που στέκει επίμονα ανάμεσα στα φρύδια του πανηγυρίζει την κυριαρχία της. Σηκώνει τα μάτια του και βλέπει την αντανάκλασή του στον καθρέφτη. Τα γκρίζα του μαλλιά, που δε θυμίζουν τίποτα από το αγόρι της φωτογραφίας, τον κάνουν να συνέλθει απότομα. Η ακοή του επανέρχεται. Η φωνή της μάνας του ξεσαλώνει και η... “Πώς τη λένε;”. Τρομάζει και πανικοβάλλεται. Είχε ξεχάσει το όνομα της γυναίκας που θα παντρευόταν.

            Το κουδούνι της πόρτας χτυπάει. Η κυρα Δόμνα σηκώνεται να ανοίξει τρεκλίζοντας. Η Αρετή κάνει μερικά δευτερόλεπτα να βρει τα μάτια του και αυτός ανταποδίδει με μερικές σταγόνες να ξεπροβάλλουν στο μέτωπό του.

            “Πολύ τζιτζί σήμερα κυρία Δόμνα. Εγκρίνω. Από δω η μητέρα μου”, ακούγεται κεφάτα μια νεανική φωνή. Ο Δημοσθένης επιτέλους χαμογελάει καθώς καταλαβαίνει ποια έχει μυήσει τη μητέρα του στην “αργκό”. Ύστερα από μπερδεμένες κουβέντες η οικοδέσποινα παρουσιάζεται στο σαλόνι παρέα με το κορίτσι και τη μητέρα του. Αφού έγιναν οι συστάσεις ο Δημοσθένης σωριάστηκε με το χέρι στην καρδιά και την ελίτσα της Μονρόε να χορεύει ακόμα στα μάτια του...

 

γράφει η Βίκη Κοσμοπούλου

Η Βίκη Κοσμοπούλου γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά από γονείς μετανάστες. Ξεκινά και ολοκληρώνει τη σχολική της φοίτηση στην Καλαμάτα. Φοιτά στο τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πάντειο στο γνωστικό αντικείμενο “Ψυχολογία και ΜΜΕ”.

Έχει εργαστεί ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων κ΄ επικοινωνίας και κειμενογράφος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά έχει προσφέρει και εθελοντική εργασία σε δημόσιες δομές στον τομέα της ψυχικής υγείας. Σήμερα εργάζεται σε ιδιωτικά κέντρα ψυχοπαιδαγωγικής υποστήριξης στους τομείς της αποκατάστασης ειδικών μαθησιακών δυσκολιών και της ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης.

Η ενασχόλησή της με τη συγγραφή ξεκινά από τα φοιτητικά της χρόνια. Έχει γράψει ποιητική συλλογή για παιδιά δημοτικού, ποιήματα και στίχους, οι οποίοι έχουν μελοποιηθεί και παρουσιάζονται από μουσικό σχήμα. Συχνά αρθρογραφεί για διάφορα θέματα σε τοπικές εφημερίδες και διαδικτυακά περιοδικά. Τέλος είναι αθλήτρια τοξοβολίας στη δεύτερη κατηγορία ολυμπιακού τόξου.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!