Τόσες κάλτσες είχαν καταλήξει να ζουν μονές και παράταιρες, αλλά για κάποιο μεταφυσικό λόγο, το ζευγάρι με τους σκίουρους βγήκε για άλλη μια φορά ενωμένο από το στεγνωτήριο. 

Χαμογέλασε με αυτό το ζευγάρι. Είχαν επιβιώσει. Η ύφανση αρκετά φθαρμένη στις φτέρνες, αλλά όχι ακόμα τρύπιες. Και ακόμα ζευγάρι. Τις είχε αγοράσει σετ με άλλες δύο, που η τύχη τους αγνοούνταν. 

Την θυμόταν εκείνη την ημέρα. Όχι γιατί είχε κάτι ιδιαίτερο. Μάλλον γιατί ήταν μία τόσο συνηθισμένη μέρα μίας προηγούμενης ζωής. Σαββατιάτικη βόλτα με τις φίλες της στην Ερμού, ψώνια, καφές στη στοά, δεύτερος καφές στη στοά, χαλαρή σχέση με τον χρόνο, σχέδια για το βράδυ. 

Χρειαζόταν κάλτσες για τη δουλειά, να ταιριάζουν με τα κοστούμια που έπρεπε να φοράει. Σοβαρές κάλτσες, για μία σοβαρή δουλειά. Φυσικά βρήκε τις σοβαρές βαρετές κάλτσες, αλλά βρήκε και αυτό το σετ με ζωάκια του δάσους. Αλεπούδες στο ένα, ελάφια το άλλο και σκιουράκια το τρίτο. Αυτά που επιβίωσαν. Που να φανταζόταν εκείνο το συνηθισμένο Σάββατο ότι σε μερικά χρόνια τα σκιουράκια δεν θα της έκαναν πια καμία εντύπωση; Δεν θα τα έβλεπε ως ζώα του δάσους, αλλά έξω από το παράθυρό της κάθε μέρα, σε μιά άλλη πόλη, με άλλες Σαββατιάτικες βόλτες και άλλη σχέση με τον χρόνο. 

Τις φορούσε αυτές τις κάλτσες και στην καινούρια, σοβαρή δουλειά καμιά φορά. Ήταν μια μικρή επαναστατική πράξη που ξετρύπωνε από τα κάτω άκρα του σοβαρού της κοστουμιού. Κάποιοι τις έβρισκαν παιδιαριώδεις και κάποιοι χαριτωμένες. Οι κάλτσες, όπως όλες οι μισο-κρυμμένες λεπτομέρειες της ζωής, της επέτρεπαν να αποκαλύπτει ένα μικρό μέρος του αυτού της στον κόσμο. Και να κρίνει από τις αντιδράσεις. 

Όταν έφυγε για το εξωτερικό, οι κάλτσες λογικά μπήκαν στη βαλίτσα. Ή στις κούτες που χώρεσαν όλη της τη ζωή. Κάπου ανάμεσα σε Ελλάδα και Καναδά οι άλλες δύο χάθηκαν. Έτσι κι αλλιώς, αντιθέτως με την θεματική τους, δεν ήταν κάλτσες για τον εξωτικό καναδέζικο χειμώνα. 

Λίγο μετά μπήκαν κι άλλες κάλτσες στη ζωή της. Κάλτσες μικροσκοπικές, σε απαλά χρώματα που για μήνες δεν πατούσαν καν στο πάτωμα. Τόσο μικροσκοπικές που χάνονταν συνέχεια λες και κάποιο σκιουράκι τις έκλεβε, και συχνά ζούσαν σε παράταιρα ζευγάρια. 

Ναι, ίσως αυτές οι κάλτσες με τους σκίουρους να ταίριαζαν καλύτερα σε τέτοια, μικροσκοπικά πατουσάκια. Μέσα από γαλότσες που βουτούν σε λασπόνερα. Δεν φορούσε πια σοβαρό κουστούμι, οπότε δεν χρειαζόταν να πει “ μην βουτάς στα νερά”. 

Δίπλωσε τις κάλτσες όπως τις δίπλωνε η μαμά της. Δεν είχε χρειαστεί να της το δείξει ποτέ. Απλά πάντα θεωρούσε ότι έτσι διπλώνονται οι κάλτσες. Μια μηχανική κίνηση φροντίδας που είχε ταξιδέψει μαζί της πέρα από ωκεανούς και χρόνια. 

Χαμογέλασε και πάλι. Για τη βόλτα στην Ερμού, τα μικροσκοπικά πατουσάκια, τα σκιουράκια στις καλτσες και έξω από το παράθυρο. Δίπλωσε τις κάλτσες και τις έβαλε στο βάθος του συρταριού. Θα της ξαναφορούσε την άνοιξη με γαλότσες για να παίξουν στα νερά. Και ας τρυπούσαν λίγο στις φτέρνες. Δεν πειράζει. 

 

_

γράφει η Χριστίνα Κατσιαδάκη