old_window

Στα στέκια μυρίζει το γιασεμί και απλώνουν οι βουκαμβίλιες. Περπατώ και τα μάτια μου ζωγραφίζουν ασπροντυμένα χαμόσπιτα με ολάνοιχτα παραθύρια που φυσά ο αέρας τα δαντελωτά τους κουρτινάκια. Το πλάνο με θέλει διαβάτη τουρίστα και κάτοικο μαζί. Ντυμένο με τα χτεσινά μου ρούχα, μπορεί και προχτεσινά.

Θαρρείς πως θα ξεπηδήσει μια ιστορία παλιά από κάποιο στενό. Ένα παιδί ξυπόλητο θαρρείς πως θα τρέξει γελώντας, θαρρείς πως θα μυρίσει ολόφρεσκο ψωμί στη γειτονιά και θα καλημερίσει η γιαγιά που λιάζεται στο απέναντι σκαμνάκι. Θαρρείς πως θα κάτσω μαζί της αμίλητος κοιτάζοντας πώς πλέκει με το βελονάκι που σίγουρα θα κρατά.

Στους δρόμους περπατώ φτωχός και παραπονεμένος. Κοιτάζω τις γωνιές και ίδιες μου μοιάζουν και παλιές. Το ίδιο σκοτεινές. Το ίδιο φωτεινές. Μια ίδια εποχή που βρέθηκα και εγώ να ζω μαζί σου. Που βρέθηκες και εσύ να ζεις μαζί μου. Φαντάζομαι εκείνες τις ώρες που ο κανόνας αυτός θα μας αρκεί. Κείνος που μας θέλει χαμογελαστούς φτωχούς και ενωμένους.

Συγχώρα με αγάπη μου, συγχώρα με εαυτέ, μα δεν ξέρω αν θέλω να γίνω κομμάτι τούτης της εικόνας. Πρωταγωνιστής μιας παλιάς ασπρόμαυρης ταινίας. Με μια κάλπικη λίρα ίσως στο χέρι και μια λατέρνα να παίζει. Ένα γαρύφαλλο δεν ξέρω αλήθεια αν θέλω να φοράς στο αυτί και ένα ντέφι να κρατώ εγώ και να μου φτάνει…

Σε αγκαλιάζω με την υπόσχεση μιας καλύτερης μέρας, που όμως δεν ξέρω ποια θέλω να είναι. Και μάλλον πως δεν έχω επιθυμήσει αρκετά…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!