Μια Φιλία

16.04.2021

γράφει η Αγάπη Χαριτάκη

 

Υπάρχει άραγε φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα; Αυτό ίσως είναι το πιο αμφιλεγόμενο και σίγουρα ακόμη αναπάντητο ερώτημα της ιστορίας του ανθρώπου. Πιο εύκολα τετραγωνίζεται ο κύκλος. Οι απόψεις χωρίζονται σε ομάδες σαν το Survivor. Η μπλε και η κόκκινη. Ναι και όχι. Εδώ υπάρχει και μια τρίτη ομάδα. Η «εξαρτάται». Από τι εξαρτάται; Από τον άνθρωπο; Τις συνθήκες; Τον καιρό; Το σύμπαν; Ποιος ξέρει; Και αν τελικά υπάρχει είναι πραγματική; Γιατί υπάρχει αληθινή φιλία; Η ιστορία μας δείχνει πως η φιλία μεταξύ δύο αντρών είναι ένας δυνατός δεσμός, σχεδόν αδελφικός θα λέγαμε. Από την άλλη η φιλία ανάμεσα σε γυναίκες είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο. Υπάρχουν πολλές μικρό-κατηγορίες. Η πρώτη και ίσως γνωστότερη σε όλους είναι η φίλη-φίδι. Η φίλη αυτή είναι πάντα πρόσχαρη, ευγενική, συμφωνεί πάντα μαζί σου και δείχνει να σε θαυμάζει γι’ αυτό που πραγματικά είσαι. Μόλις όμως γυρίσεις την πλάτη σου, εργάζεται υπόγεια στους υπονόμους της συνομωσίας για το μεγάλο της σχέδιο να βγει στην επιφάνεια και να στην φέρει πισώπλατα. Μην σου τύχει λένε. Ας μην γελιόμαστε. Σε όλους έχει τύχει. Και δυστυχώς παραπάνω από μια φορά. Η προδοσία είναι στο αίμα μας. Σκεπτόμενη την δεύτερη κατηγορία φιλίας ανάμεσα σε γυναίκες, ο ειρμός μου διακόπτεται από μια φωνή. «Όλα εντάξει; Θα θέλατε κάτι άλλο;» «Όλα μια χαρά, ευχαριστώ», απαντώ μηχανικά αλλά με χαμόγελο. Και αυτό μηχανικό. Αυτό που μας βγαίνει έτσι ασυναίσθητα σε έναν άγνωστο. Η αεροσυνοδός ικανοποιημένη απομακρύνεται από τη θέση μου και απευθύνει την ίδια ερώτηση και στην πίσω σειρά των επιβατών. Γλυκύτατη κοπέλα. Άραγε αυτή υπήρξε φίλη-φίδι; Προσπαθώντας μάταια να βρω τον ειρμό της προηγούμενης σκέψης μου, στριφογυρίζω στα χέρια μου αφηρημένα το πλαστικό ποτηράκι με τα υπολείμματα καφέ φίλτρου και το βλέμμα μου επικεντρώνεται στα ακανόνιστα σχέδια που σχηματίζουν τα σύννεφα έξω από το παράθυρο. Η πτήση Αθήνα-Ηράκλειο είναι ένα τσιγάρο δρόμος όπως λένε. Μέχρι να απογειωθεί, να πιεις ένα καφέ, έχεις φτάσει. Όχι τον καφέ του Έλληνα, το γνωστό τρίωρο αλλά τον καφέ στο πόδι, δέκα λεπτά το πολύ. Η αεροπορική εταιρία επέλεξε ένα από τα μεγάλα αεροπλάνα της γι’ αυτήν την πτήση παρά την έλλειψη κόσμου. Έκανα γρήγορα το check-in μου και για να προλάβω θέση κοντά στο παράθυρο. Άδικος κόπος. Είναι η πρώτη πρωινή πτήση και η καμπίνα είναι σχεδόν άδεια. Η διπλανή θέση από την δική μου είναι άδεια, στην τρίτη όμως θέση, από την πλευρά του διαδρόμου κάθεται ένας κύριος. Με καλημέρισε ευγενικά όταν έφτασε, λίγα λεπτά μετά από εμένα αλλά δεν έχουμε ανταλλάξει κάποια άλλη κουβέντα από τότε. Έχει μπροστά του ένα μικρό φορητό υπολογιστή και γράφει μανιωδώς. Αρνήθηκε μάλιστα ευγενικά, ένα από τα προσφερόμενα ροφήματα, κοιτάζοντας στιγμιαία την αεροσυνοδό και επιστρέφοντας το βλέμμα του στη μικρή οθόνη, συνέχισε την έντονη συγγραφή του. Η γνωστή ανακοίνωση του πιλότου έρχεται, ξεκάθαρη και σύντομη. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά καταφτάνουμε στο Ηράκλειο Κρήτης. Η αεροσυνοδός περνά ξανά από τις θέσεις μαζεύοντας τώρα τα απομεινάρια του σύντομου αυτού εναέριου πρωινού. Ετοιμάζομαι να αποχωριστώ το μικρό ποτηράκι που μου κράτησε συντροφιά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όταν ο άγνωστος κύριος μια θέση δίπλα μου τεντώνει το χέρι του προσφερόμενος να πάρει το ποτήρι και να το δώσει εκείνος στην αεροσυνοδό. Τον ευχαριστώ και μου χαμογελά κοιτώντας με στα μάτια. Συνεχίζει να πληκτρολογεί. Τι αχρείαστη κίνηση και συνάμα τόσο ευγενική. Μπορούσα με άνεση να δώσω το ποτήρι χωρίς καν να σηκωθώ από την θέση μου. Δεν χρειαζόμουν βοήθεια αλλά εκείνος θεώρησε πως έπρεπε να μου την προσφέρει. Τι ωραίο συναίσθημα να σου προσφέρουν ένα χέρι ακόμη και όταν δεν το έχεις ανάγκη. Ένα μικρό σημάδι ανθρωπιάς. Ακουμπώ ξανά την πλάτη μου στο κάθισμα μου και η προσοχή μου στρέφεται στην μικρή πολιτεία LEGO που σχηματίζεται μπροστά μου. Φτάσαμε σχεδόν. Το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας χάνεται πίσω μας και τη θέση του παίρνουν μικρά ακανόνιστα σπιτάκια και απέραντο ξερό, σκληρό έδαφος. Αν εστιάσεις προσεκτικά βλέπεις τους εκατοντάδες ελαιώνες έξω από την πόλη. Δεν φημίζεται τυχαία η Κρήτη για το ελαιόλαδο της. Στην άκρη σχηματίζονται οι μεγάλοι, σχεδόν ατελείωτοι διάδρομοι προσγείωσης. Σε λίγα μόλις λεπτά, έχοντας προσγειωθεί, οι επιβάτες σηκώνονται νυσταγμένοι σαν να ξύπνησαν μόλις και αναζητούν τις αποσκευές τους. Ο κύριος δίπλα μου έχει μόλις φυλάξει τον μικρό του υπολογιστή στην τσάντα του και ανοίγει το ντουλαπάκι πάνω από το κάθισμα μας. Διστακτικά, θέλοντας να αποφύγω τον συνωστισμό που σχηματίζεται στον μικρό διάδρομο, σηκώνομαι από τη θέση και καταλήγω να καθίσω στην μεσαία κενή θέση αφού ο κύριος μου μπλοκάρει την έξοδο. Περιμένοντας να πάρει την αποσκευή του βγάζω το κινητό μου από την λειτουργία πτήσης και βλέπω μήνυμα από τον Αλέξανδρο πως θα με περιμένει στην έξοδο του αεροδρομίου. Μ’αρέσει που του είπα να μην έρθει. Πότε όμως κάνει αυτό που του λες; «Η δικιά σας είναι η μαύρη;» Σηκώνω το βλέμμα αναρωτώμενη αν η ερώτηση απευθύνεται σε μένα και επιβεβαιώνομαι. Ο άντρας προσφέρεται να με βοηθήσει με τη βαλίτσα μου. Επιβεβαιώνοντας καταφατικά την ερώτηση του σηκώνομαι από τη θέση μου και τακτοποιούμε μαζί τα πράγματα μας σαν να ήμασταν γνωστοί και βγαίνουμε από την καμπίνα ευχαριστώντας τις αεροσυνοδούς για μια ευχάριστη πτήση. «Πρώτη φορά στο Ηράκλειο;» τον ρωτάω αφού έχουμε κατέβει τη σκάλα. Τώρα τον παρατηρώ λίγο καλύτερα έξω από την ασφυκτική ατμόσφαιρα του αεροπλάνου. Είναι ψηλός, ξεκάθαρα ψηλότερος από μένα, όλοι βέβαια είναι ψηλότεροι από μένα, με 1,58 ύψος μόνο για χόμπιτ περνιέμαι. Φαίνεται να είναι σε φόρμα αλλά όχι υπερβολικά γυμνασμένος. Τα μάτια του μοιάζουν με μια πρώτη ματιά καστανά, καθώς όμως συνεχίζω να τον κοιτάζω στο φως του ήλιου που έχει τώρα σκαρφαλώσει αρκετά ψηλά στον ουρανό, γίνονται μελί και νομίζω πως βλέπω λίγο πράσινο μέσα τους. Στρέφω το κεφάλι μου χωρίς να έχω καταλήξει σε κάποια συγκεκριμένη απόχρωση, ούτε σε συγκεκριμένη ηλικία. 40 μήπως; «Έχω έρθει αρκετές φορές, εσύ; Πρώτη φορά;» μου απαντά. «Ναι πρώτη» του λέω, «Έχω ένα σεμινάριο ζαχαροπλαστικής». «Είμαι ζαχαροπλάστης», προσθέτων συνειδητοποιώντας πως ήταν μια περιττή πληροφορία. Τι άλλο θα ήμουν αφού πάω στο σεμινάριο; Κούριερ; Χαζή. «Ααα! Δημιουργικό επάγγελμα. Έχεις δικό σου κατάστημα;» με ρωτάει. Του εξηγώ πως δεν είναι ακριβώς κατάστημα, δουλεύω από το σπίτι μου, το οποίο μόνο σπίτι δεν το λες πια, αλλά εργαστήρι ζαχαροπλαστικής, αφού και ο καναπές μου γίνεται συχνά πάγκος για να κρυώνουν τα ταψιά. Του λέω πως είχα σκοπό να ανοίξω κατάστημα αλλά όλο το αναβάλλω. Έχω αρκετή πελατεία, ξεκίνησε κάπως από γνωστό σε γνωστό. Πολύ συχνά έχω παραγγελίες και για γάμους, βαπτίσεις και άλλου είδους εκδηλώσεις. «Φαίνεται πως το αγαπάς αυτό που κάνεις». Με κοιτάει χαμογελώντας και καταλαβαίνω πως έχω μιλήσει ασταμάτητα. Έχουμε φτάσει σχεδόν στην τελευταία έξοδο. Προβληματίζομαι με τον εαυτό μου καθώς δεν είμαι υπερβολικά κοινωνική σαν άνθρωπος και σπάνια πιάνω κουβέντα με κόσμο που δεν γνωρίζω. «Εγώ έχω έρθει για το κλασσικό ετήσιο ιατρικό συνέδριο. Παρουσιάζω μια τελευταία έρευνα μου. Αυτό έκανα τώρα στην πτήση. Τελευταίες διορθώσεις. Έτσι λέω εδώ και τρεις μέρες. Τελευταίες. Αλλά δεν φαίνεται να σταματώ», παραδέχεται με χιούμορ. Ααααα γιατρός. Η ασχολία μου με την σαντιγί φαίνεται χαζή μπροστά του. «Τι γιατρός είσαι;» ρωτώ. «Καρδιολόγος. Δουλεύω σε νοσοκομείο αλλά έχω και δικό μου γραφείο στο κέντρο της Αθήνας» μου απαντά. Έχουμε φτάσει στην τελευταία έξοδο και καθώς δεν υπάρχει κόσμος, το βλέμμα μου πέφτει αμέσως πάνω στον Αλέξανδρο που με περιμένει. Του χαμογελάω αυτόματα ξεχνώντας τον κύριο δίπλα μου. Εκείνος μας παρατηρεί και λέει γρήγορα «Καλή επιτυχία στο σεμινάριο. Θα το λατρέψεις το Ηράκλειο». Μου παίρνει μια στιγμή να απομακρύνω το βλέμμα μου από τον φίλο μου και να δω πως ο κύριος έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται χωρίς να περιμένει απάντηση. «Ευχαριστώ, επίσης» του φωνάζω. Σηκώνει το χέρι και με χαιρετάει χωρίς όμως να γυρίσει το κεφάλι του να με κοιτάξει. Νιώθω πως έπρεπε να έχω πει κι άλλα. Ένα χάρηκα για την γνωριμία. Κάτι. Τότε συνειδητοποιώ ότι δεν συστηθήκαμε ποτέ. Δεν ξέρω καν πως τον λένε. Ο Αλέξανδρος έχει φτάσει προς το μέρος μου και με απελευθερώνει από τη βαλίτσα μου. «Που είναι η ταμπέλα με το όνομά μου;» τον ρωτώ πειραχτικά. Σκάει ένα πλατύ χαμόγελο από αυτά που η βίντεο-κλήση δεν αποτυπώνει σωστά και με παίρνει αγκαλιά με το ελεύθερο χέρι του. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και επιστρέφω την αγκαλιά. Μονάχα οι μύτες των αθλητικών μου παπουτσιών αγγίζουν το πάτωμα. Είχα ξεχάσει πόσο ψηλός είναι. 1,58 με 1,87 νομίζω είναι αρκετή διαφορά. Γκάνταλφ-Φρόντο ένα πράγμα. «Μας τελείωσε το χαρτί, μεγαλειοτάτη» μου απαντά κοροϊδευτικά και περπατάμε προς το αυτοκίνητο. Εγώ και ο Αλέξανδρος έχουμε την ίδια ηλικία και γνωριστήκαμε μέσω κοινής παρέας πριν πολλά-πολλά καλοκαίρια. Η συνάντηση μας αν και τυχαία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα ζωή μου. Οι παρέες μας ενώθηκαν αυτόματα και δημιουργήθηκε έτσι μια ομάδα οχτώ φίλων που έκαναν σχεδόν τα πάντα μαζί. Πολύ συχνά, όσο μεγαλώναμε και ο καθένας είχε τις δικές του υποχρεώσεις η ομάδα μίκραινε κατά καιρούς ώσπου πολύ συχνά κάναμε πράγματα μόνο οι δυο μας. Το συναίσθημα της παρέας δεν άλλαζε και ας ήταν τα άτομα λιγότερα. Απολαμβάναμε αυτά που κάναμε στον ίδιο βαθμό. Έτσι σιγά-σιγά δημιουργήθηκε η υποψία πως ίσως κάτι παραπάνω τρέχει μεταξύ μας. Οι γυναίκες της παρέας μου εκμυστηρεύονταν αυτά που έβλεπαν σαν τρίτοι και αντικειμενικοί κριτές και εγώ όλο και περισσότερο παρατηρούσα τα σχόλια αυτά και προσπαθούσα να τα συνδέσω με την πραγματικότητα. Οφείλω να ομολογήσω πως έφτασα στο σημείο να δημιουργήσω ένα ερωτηματικό στο μυαλό μου, όχι μόνο για το τι συνέβαινε με τις πράξεις και κινήσεις του Αλέξανδρου αλλά και με τα δικά μου συναισθήματα. Ένιωθα εγώ κάτι παραπάνω από φιλία; Μπορούσα να φανταστώ τη σχέση αυτή μεταβαλλόμενη από φιλική σε ερωτική; Και ναι, και όχι. Πολλές φορές ναι. Πολλές φορές όχι. Πάντα κατέληγα σε αδιέξοδο. Ο καιρός περνούσε, η ζωή κυλούσε και εμείς παραμέναμε στα ίδια. Κανείς από τους δύο δεν έκανε ποτέ κάποια κίνηση ή έστω υπόνοια πως ήθελε κάτι παραπάνω. Έτσι παραμείναμε φίλοι. Και οι δύο μας προχωρήσαμε σε άλλες σχέσεις, καμία από τις οποίες όμως δεν είχε διαρκέσει έως σήμερα. Στην πορεία του χρόνου και οι δύο αρχίσαμε να γινόμαστε πιο επικριτικοί με το σύντροφο του άλλου με αποτέλεσμα, κανείς να μην είναι αρκετά καλός για κανένα. Ακούγοντας τις συμβουλές του, κάθε φορά που του παρουσίαζα κάποια καινούργια μου γνωριμία κατέληγα στο συμπέρασμα πως μόνο αν μείνω στο ράφι θα είναι ικανοποιημένος. Ο ένας ήταν πολύ τεμπέλης, ο άλλος υπερβολικά αδιάφορος προς το μέρος μου, ο τρίτος απλά χάλια. Με την πάροδο του χρόνου δεν μου έδινε καν επιχειρήματα. Αντίθετα, κάθε φορά που παρουσίαζα ένα πρόβλημα μου, μια σκέψη μου έστω, σχετικά με την εκάστοτε σχέση μου, η άμεση του λύση ήταν ο χωρισμός. Και εγώ βέβαια από την πλευρά μου, δεν πήγαινα πίσω. Τα σημεία που έφτανα για να του αποδείξω πως οι σύντροφοι του ήταν ανεπαρκείς γι’ αυτόν ήταν ακραία. Έτσι καταλήξαμε να σταματήσουμε την ανταλλαγή λεπτομερειών πληροφοριών των σχέσεων μας. Μονάχα τα απολύτως απαραίτητα. Η απόσταση βοήθησε σε αυτό. Ο Αλέξανδρος τα δύο τελευταία χρόνια ζούσε στο Ηράκλειο Κρήτης καθώς είχε φτάσει η ώρα για την μετάθεση του. Ποτέ κανείς αεροπόρος δεν έμενε για πολύ σε ένα μέρος. Μονάχα με την προοπτική γάμου, όπου και πάλι το όριο ήταν μια δεκαετία. Σταματώντας στο πρώτο κόκκινο φανάρι λίγο μετά την έξοδο του αεροδρομίου ρίχνω μια πρώτη ματιά σε αυτό που αρχίζει να ξεπροβάλλει σαν την πόλη του Ηρακλείου. Παραθαλάσσια, με καταγάλανα νερά στα δεξιά μου και ψηλές, ακανόνιστες πολυκατοικίες από την αριστερή μεριά. Ο οδηγός μου στρίβει δεξιά, επιλέγοντας όπως μου ανακοινώνει την διαδρομή της παραλιακής ώστε να δω την θάλασσα από πρώτο χέρι και να πάρουμε καφέ από το γνωστό του στέκι. Η θέα είναι όντως πανέμορφη καθώς η πόλη έχει ξυπνήσει και ήδη οι αθλητικοί της κάτοικοι τρέχουν κατά μήκος της θάλασσας στην παραλιακή και τα καράβια έχουν δέσει στο λιμάνι τους, ξεφορτώνοντας μια θάλασσα επιβατών. Είχα ξεχάσει πόση ασφάλεια και γαλήνη μου δημιουργεί η οδήγηση του Αλέξανδρου. Σαν να είσαι σε αεροπλάνο, αλλά χωρίς κενά αέρος. Δεν έτρεχε ποτέ και πάντα έδειχνε τόσο σίγουρος πίσω από το τιμόνι που δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα αποκοιμηθεί στο διπλανό κάθισμα γυρίζοντας από εκδρομές. Σταματάμε σε ένα μικρό καφέ παίρνουμε το αγαπημένο μας ρόφημα, μικρά κρουασάν σοκολάτας και αφού έχουμε κάνει το γνωστό καβγά στο ταμείο για το ποιος θα πληρώσει αποφασίζουμε να απολαύσουμε το πρωινό μας σε ένα από τα παγκάκια της παραλιακής που αγναντεύουν το απέραντο γαλάζιο. Πόση γαλήνη και ηρεμία δημιουργεί πάντα η θέα της θάλασσας. Ακόμη και όταν είναι φουρτουνιασμένη εμένα πάντα με ηρεμεί. Ακούγοντας τον ήχο των θυμωμένων της κυμάτων, δεν ακούω τις σκέψεις μου, και ξεφεύγω από ότι με προβληματίζει. Μοιραζόμαστε τα νέα μας και κατευθυνόμαστε προς το σπίτι του. Η καινούργια του σχέση θα έρθει για βραδινό στο σπίτι καθώς ανυπομονεί να με γνωρίσει. Είμαι περίεργη καθώς δεν τον ακούω καλά από το τηλέφωνο. Την ξέρω την ιστορία. Όλες έχουμε την περιέργεια να δούμε ποια είναι αυτή με την οποία ο σύντροφος μας κάνει παρέα αλλά ισχυρίζεται πως δεν βλέπει ερωτικά. Όλοι έχουμε κάνει τέτοιου είδος σκέψεις ανεξαρτήτου φύλου, ηλικίας και εθνικότητας. Η ζήλεια βλέπετε, δεν κάνει διακρίσεις. Φτάνοντας στο σπίτι κάνω ένα γρήγορο μπάνιο έχοντας αφήσει τον Αλέξανδρο στο σαλόνι. Το σπίτι είναι αρκετά ευρύχωρο με δυο μεγάλες κρεβατοκάμαρες, ένα άνετο μπάνιο, ένα μικρό σαλόνι που στην γωνία του φιλοξενεί μια κατάλευκη κουζίνα. Αφήνω τα ρούχα μου διπλωμένα πάνω στο κρεβάτι της δεύτερης κρεβατοκάμαρας που θα με φιλοξενήσει το ένα βράδυ που θα μείνω εδώ και ανοίγοντας τη βαλίτσα μου, ψάχνω για κάτι άνετο για μέσα στο σπίτι. Βρίσκω γρήγορα το λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι μου και το μπλε σορτσάκι μου. Βγαίνω ξυπόλυτη στο σαλόνι καθώς όπως πάντα ξέχασα να πακετάρω κάτι. Προς μεγάλη ανακούφιση αυτή τη φορά ήταν οι παντόφλες. Τέλος Αυγούστου ποιος τις χρειάζεται. Στο σαλόνι ο Αλέξανδρος έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ με την τηλεόραση ανοιχτή. Αυτός ήταν και ο λόγος που το είπα να μην έρθει να με πάρει από το αεροδρόμιο. Ήξερα πως είχε υπηρεσία την προηγούμενη μέρα η οποία θα τελείωνε στις 6 το πρωί. Ο μεγαλόσωμος, ογκώδης άνδρας μοιάζει τώρα σαν μικρό παιδί. Τον αφήνω εκεί να ξεκουραστεί και πάω αθόρυβα στην κουζίνα. Πολύ σύντομα καταλαβαίνω πως καμία σχέση δεν έχει η κουζίνα του με τη δική μου. Η δική του, ενός τριανταπεντάρη εργένη έχει μονάχα τα απαραίτητα εξαρτήματα και υλικά. Συλλέγω ό,τι βρω και καταφέρνω όσο πιο αθόρυβα γίνεται ένα κοτόπουλο στο φούρνο με ψητά λαχανικά και χωριάτικη σαλάτα. Καθώς ο ήλιος έχει ανέβει στο κέντρο του ουρανού, βγαίνω στην μεγάλη αυλή και ξαπλώνω στον διθέσιο καναπέ που βρίσκεται εκεί. Ο ήλιος με χτυπάει κατακούτελα και κλείνω τα μάτια μου απολαμβάνοντας τις ακτίνες του. Ταράζομαι απότομα και βγάζω μια μικρή κραυγή όταν νιώθω τα πόδια μου να σηκώνονται από τον καναπέ. Ανοίγω τα μάτια μου και μέσα στις εκθαμβωτικές ακτίνες του ήλιου ξεκαθαρίζω τον Αλέξανδρο να κάθεται στην άκρη του καναπέ βάζοντας τα πόδια μου στην ποδιά του. «Με τρόμαξες, βλάκα», του λέω. Γελάει και με γαργαλάει στις πατούσες. Τότε ξεκινάει μια μάχη ανάμεσα σε γαργαλητό, ξύλο και παλιμπαιδισμό. Ξαφνικά το γέλιο του κόβεται απότομα και παγώνει. Ακολουθώντας το βλέμμα του βλέπω τον λόγο που έγινε στήλη άλατος. Μια ψηλή, αρκετά αδύνατη και αντικειμενικά όμορφη γυναίκα στέκεται στην αυλή παρακολουθώντας μας. Νιώθω αμέσως άβολα. Τύψεις και αμηχανία με κυριεύουν. Ξέρω πως ότι και να πω ή να κάνω από εδώ και πέρα έχω χάσει τη συμπάθεια της συντρόφου του φίλου μου. Και με τα δίκιο της. Μετά τις τυπικές χαιρετούρες και τα ψεύτικα χάρηκα που βλέπω στο βλέμμα της, προσφέρομαι να φτιάξω καφέ και τους αφήνω μόνους τους. Το ξέρω αυτό το βλέμμα καθώς το έχω ξαναζήσει. Πάντα έριχνα το φταίξιμο στον Αλέξανδρο για τη ζήλεια που δημιουργούσε στις συντρόφους του. Ποτέ δεν παραδέχτηκα ανοιχτά πως πηγή αυτής της ζήλειας συχνά ήμουν εγώ. Πάντα προσπαθούσα για το ακριβώς αντίθετο. Έλεγα με αυτήν θα γίνουμε φίλες, αλλά ότι και να έκανα το αποτέλεσμα δεν άλλαζε ποτέ. Τώρα ήξερα πως σε αυτήν την περίπτωση, μέχρι και η προσπάθεια είχε χαθεί. Έχω καταλάβει από μικρά του σχόλια πως τελευταία δεν τα πάνε καλά, αλλά λόγω εμπειρίας ξέρω καλύτερα από το να ανακατευτώ. Κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού έβγαλα τα συμπεράσματα μου. Αυταρχική, αδιάκριτη, συχνά επιθετική με κακή αίσθηση του χιούμορ που συχνά άγγιζε τα όρια της προσβολής. Έχοντας κανονίσει για την έξοδο τους το βράδυ απλά ενημερώνοντας τον, με χαιρετά ψυχρά και μου δείχνει ποιος έχει τον έλεγχο φιλώντας τον υπερβολικά επιδεικτικά μπροστά μου. Στο πρώτο βλέμμα του Αλέξανδρου ξέρω πως με διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο. «Έλα πες το να τελειώνουμε» μου πετάει ξερά. «Τι να πω;» κάνω την απορημένη προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο και να βρω κάτι θετικό. Αποτυχία σκέτη. Πριν καν προλάβω να με σταματήσω, η γλώσσα μου τρέχει ροδάνι σαν να μιλά κάποιος άλλος. Ξινή, επιβλητική, ξεκάθαρα κομπλεξική και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε ξεφεύγει ανεξέλεγκτο από μέσα μου. Το «μάλιστα» είναι η μόνη απάντηση που παίρνω. Μπαίνω μέσα να μαζέψω το μεσημεριανό τραπέζι που εκείνη δεν έκανε καν την πρόταση να με βοηθήσει να κάνουμε, και ο Αλέξανδρος με ακολουθεί φουριόζος τώρα εκτοξεύοντας ερωτήσεις. Ποια θεωρώ κατάλληλη γι’ αυτόν, γιατί τίποτα ποτέ δεν μου αρέσει, γιατί είμαι τόσο αυστηρή και απόλυτη, γιατί σχηματίζω γνώμες τόσο γρήγορα κλπ. κλπ. Λες και αυτός έχει κάνει κάτι διαφορετικό όσον αφορά τις δικές μου σχέσεις. Αυτός είναι η αιτία που έχω δημιουργήσει τόσο υψηλά στάνταρ για τους ανθρώπους ώστε κανείς να μην μου κάνει. Ούτε καν μισή μέρα δεν αντέξαμε. Κλείνω την πόρτα του δωματίου μου βιαστικά και μένω εκεί περίπου μισή ώρα καθώς πρέπει να ετοιμαστώ για το σεμινάριο που ξεκινά σε λιγότερο από μια ώρα. Βγαίνω από το δωμάτιο βιαστικά και κατευθύνομαι προς την πόρτα μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω πως μόλις την ανοίξω σταματάνε και οι γνώσεις μου για το Ηράκλειο. Δεν έχω ιδέα που βρίσκεται το σεμινάριο. Υποτίθεται πως θα βρίσκαμε την διεύθυνση στο GPS και θα με πήγαινε ο Αλέξανδρος. Πεισματάρα καθώς είμαι ανοίγω την πόρτα μην θέλοντας να μαρτυρήσω τον προβληματισμό μου. Η πόρτα σκαλώνει στα μισά βρίσκοντας αντίσταση στο χέρι του θυμωμένου φίλου μου. Χωρίς να πει κουβέντα με προσπερνάει και μπαίνει στο αμάξι. Μην έχοντας άλλη επιλογή μπαίνω στη θέση του συνοδηγού και περιμένω χωρίς να μιλάω. «Θες να πεις καμιά διεύθυνση να ξέρω που πάω;» λέει απότομα. Το βλέμμα μου βγάζει φωτιές αλλά αναγκάζομαι να το στρέψω στο κινητό μου ψάχνοντας την διεύθυνση στις πληροφορίες που έλαβα από τα e-mails. Την διαδρομή θα την έλεγες και επιτάφιο. Νεκρική σιγή. Η μόνη συνάντηση ήταν των χεριών μας όταν πήγα να κλείσω το air-condition που είχε μετατρέψει το αυτοκίνητο σε κινητό παγόβουνο και εκείνος να ανοίξει το ράδιο. Ο αποχαιρετισμός μου ήταν το όσο πιο δυνατό κλείσιμο της πόρτας. Έχω σημειώσει την διεύθυνση του σπιτιού οπότε με ένα ταξί ξέρω να βρω τον δρόμο πίσω. Ο θυμωμένος φίλος μου θα είναι ραντεβού με την κοπέλα του τη στιγμή που θα τελειώσω εγώ. Οι ώρες περνούν και το σεμινάριο με κάνει να ηρεμήσω αρκετά. Τα πρακτικά σεμινάρια ήταν πάντα τα αγαπημένα μου. Έχοντας φτιάξει μια τριώροφη τούρτα βγαίνω από την πόρτα λιγότερο θυμωμένη από πριν. Θα του μιλήσω όπως έκανα πάντα. Και οι δύο θέλουμε το καλό του άλλου απλά το εκφράζουμε με λάθος τρόπο. Έξω από το σεμινάριο με περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη. Το αυτοκίνητο του φίλου μου είναι παρκαρισμένο εκεί, αλλά ο φίλος μου λείπει. Στην θέση του είναι ο Ανδρέας, ο καλός φίλος και συνεργάτης του εδώ στο Ηράκλειο. Είχαμε γνωριστεί όταν είχαν ανέβει μαζί Αθήνα το περασμένο καλοκαίρι. Μετά τις τυπικές αλλά καλοσυνάτες χαιρετούρες παίρνουμε το δρόμο για το γυρισμό. Του άφησε το αυτοκίνητο και ο Άλεξ, όπως τον λέει πήρε τη μηχανή. Έχει αφήσει και τα κλειδιά του σπιτιού. Αυτό δεν το είχα υπολογίσει. Θα έφτανα στο σπίτι με ταξί αλλά δεν θα έμπαινα μέσα. Είναι από τις λίγες φορές που σκέφτηκε πριν από μένα. Η ζήλεια μάλλον σε θολώνει. Ο Ανδρέας με συντροφεύει για το επόμενο δίωρο, πηγαίνοντας με στο κοντινό σούπερ μάρκετ, γεμίζοντας τα ντουλάπια του εργένη φίλου μου, τώρα που λείπει και δεν μπορεί να με εμποδίσει και μαγειρεύοντας βραδινό για λίγο παραπάνω από τρία άτομα. Ο Ανδρέας ξαφνικά ανοίγει πάλι το ίδιο θέμα. «Θύμισε μου γιατί δεν είστε μαζί; Είναι από αυτά που δεν έχω καταλάβει. Αφού ευτυχισμένος δεν είναι. Σε όλες βρίσκει ελαττώματα, σε σένα τίποτα». Το σκέφτομαι, προβληματίζομαι. Πάντα έβρισκε κάτι αρνητικό να μου πει. «Δεν βρίσκει ελαττώματα γιατί με θεωρεί ολόκληρη ελάττωμα» του λέω γελώντας. Κάνοντας παρεμβολές στη συζήτηση, μετά από λίγο παραιτείται και φεύγει. Σκέφτομαι όσα ειπώθηκαν και όσα μάλλον δεν έχουν ειπωθεί και αναρωτιέμαι γιατί όλοι οι γύρω μας βλέπουν κάτι σε μας τους δυο που εμείς αρνούμαστε να δούμε. Είναι αυτοί με παραισθήσεις ή εμείς τυφλοί; Ανοίγω τα μάτια μου και συνειδητοποιώ πως με έχει πάρει ο ύπνος στο καναπεδάκι της αυλής. Είμαι όμως σκεπασμένη με μια λεπτή κόκκινη κουβέρτα και τα πέδιλα μου λείπουν. Οι νύχτες του Αυγούστου αρχίζουν να παγώνουν. Σηκώνομαι κάνω την κουβέρτα κάπα όπως έκανα από μικρή και μπαίνω στο σαλόνι. Ο Αλέξανδρος είναι ξαπλωμένος στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση. Κοιτάω το ρολόι, είναι μόνο δέκα και μισή. Γιατί γύρισε τόσο νωρίς; Με κοιτάει, σοβαρός αλλά όταν ανοίγει το στόμα του ο παιχνιδιάρικος τόνος έχει επανέλθει. «Τον έφαγες τον λύκο, κοκκινοσκουφίτσα;» Η μόνη μου αντίδραση στο σχόλιο είναι να πέσω μαζί με την κάπα μου στην αγκαλιά του στον καναπέ. Βγάζει ένα βογκητό από την σύγκρουση και μαζί κουκουλωμένοι βλέπουμε ό,τι παίζει στην τηλεόραση μέχρι που αποκοιμόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο. Το επόμενο πρωί όταν ξυπνάει ο Αλέξανδρος, εγώ έχω ήδη φτιάξει πρωινό και έχω ντυθεί. Στις 4 πετάω για Αθήνα. Το ζόμπι σηκώνεται από τον καναπέ και αγκαλιάζοντας την κούπα καφέ με ρωτάει «Δεν μπορείς να μείνεις κι άλλο; Ποιος θα μου φτιάχνει κρέπες για πρωινό;». Χαμογελάω και εύχομαι να έμενα κι άλλο. Τον ρωτάω επιτέλους τι έγινε χθες βράδυ. Ανασηκώνει του ώμους του όπως πάντα χωρίς να βγάλει λέξη. Ξέρω την απάντηση. Χώρισαν. «Εσύ ή αυτή;» τον ρωτάω. «Εγώ, αυτή, τα διπλανά τραπέζια. Όλοι συμφώνησαν να το διαλύσουμε.» λέει απλά. Κατάλαβα, καβγάς. Δεν ρωτάω τίποτα άλλο και απολαμβάνουμε το πρωινό μας. Περνάμε την υπόλοιπη μέρα με μια γρήγορη ξενάγηση στο κέντρο της πόλης. Τρώμε σε μια τοπική ταβέρνα και αποφασίζουμε πως έχουμε χρόνο ίσα-ίσα για ένα παγωτό στο χέρι μέχρι να πάω στο αεροδρόμιο. Ένα τηλεφώνημα από την δουλειά του διακόπτει την βόλτα μας για λίγο. Ενώ αυτός μιλά απορροφημένος εγώ προχωρώ στη μέση της πλατείας και απολαμβάνω την αρχιτεκτονική ενός ναού του οποίου δεν γνωρίζω το όνομα. «Πανέμορφα δεν είναι;» ακούω μια γνωστή φωνή αλλά όχι αυτή του Αλέξανδρου. Ο ψηλός γιατρός από το αεροπλάνο στέκεται δίπλα μου και μου χαμογελά. Θαυμάζουμε το ναό του Αγίου Τίτου όπως μαθαίνω και μοιραζόμαστε την εμπειρία μας σε αυτή τη διήμερη εκδρομή στο Ηράκλειο. Παραλείπω πολλά κομμάτια βέβαια, όπως ο καβγάς, ο χωρισμός και το γεγονός πως δεν έχω ιδέα τι νιώθω για τον αεροπόρο που βρίσκεται πέντε μέτρα στα δεξιά μου. Για κάποιο λόγο ο γιατρός δείχνει να καταλαβαίνει το τελευταίο κομμάτι. «Σαν καρδιολόγος έχω να πω, πως όλα τα προβλήματα της καρδιάς λύνονται μονάχα όταν τολμήσει το μυαλό» μου λέει κουνώντας το κεφάλι του προς το μέρος του Αλέξανδρου και χαμογελώντας φεύγει. Η διαδρομή για το αεροδρόμιο είναι σύντομη και σιωπηλή. Στην είσοδο, παίρνω την βαλίτσα μου από το χέρι του φίλου μου αλλά νιώθω μια αντίσταση. Την απελευθερώνει διστακτικά. Τον ευχαριστώ για όλα και τον αγκαλιάζω. «Θα σου στείλω όταν φτάσω» του λέω στο αυτί. Βρίσκω την ευκαιρία χωμένη στην αγκαλιά του χωρίς να τον κοιτάζω και για πρώτη φορά του λέω «Λυπάμαι για ότι έγινε». Μπορεί να μην το δείχνει αλλά είμαι σίγουρη πως είναι στενοχωρημένος που χώρισε. Ξανά. Δεν παίρνω καμία απάντηση και ελευθερώνομαι από την αγκαλιά του. Με κοιτάει στα μάτια και με μια υπόνοια χαμόγελου λέει, «Να λυπάσαι γι’ αυτά που δεν γίνονται». Η πτήση είναι πιο σύντομη από ότι συνήθως. Δεν ξέρω αν το αεροπλάνο πάει πιο γρήγορα ή οι σκέψεις μου με έχουν συνεπάρει τόσο πολύ που χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι στο αεροδρόμιο της Αθήνας, στον χώρο των αποσκευών. Δεν περιμένω όμως αποσκευές αφού η δική μου βρίσκεται στα χέρια μου. Τι περιμένω τότε; Καθώς η κορδέλα γυρνά και οι βαλίτσες παρελάσουν, παρατηρώ πως όποια δεν την προλάβουν ξαναγυρνά, κάνει βόλτες και μένει εκεί μέχρι κάποιος να την αρπάξει. Οι ευκαιρίες όμως δεν έχουν το ίδιο χάρισμα. Περνούν μια φορά από την κορδέλα της ζωής. Όποιος προλάβει, τις αρπάζει. Δεν αρπάζουν οι ευκαιρίες εσένα όπως και οι βαλίτσες δεν έρχονται μόνες τους. «Τα προβλήματα της καρδιάς λύνονται μονάχα όταν τολμήσει το μυαλό», ακούω την ανώνυμη φωνή στο κεφάλι μου. Δεν έμαθα ποτέ το όνομα του αλλά η φωνή του περιφέρεται στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω ποιο από τους δύο τολμάει. Το μυαλό, η καρδιά; Μια συνεργασία και των δύο μαζί αλλά τώρα κατευθύνομαι ψάχνοντας μανιωδώς τον πίνακα αναχωρήσεων. Βρίσκω γρήγορα αυτό που ψάχνω και κατευθύνομαι προς τα ταμεία. Το εισιτήριο μου γράφει πύλη 22. Εισέρχομαι στην πύλη καθώς η κοπέλα με τη γλυκιά φωνή κάνει την πρώτη ανακοίνωση «Καλώς ήρθατε στην πτήση ΑΟ302 με προορισμό το Ηράκλειο Κρήτης». 

Ακολουθήστε μας

Άνιση αντιπαλότητα

Άνιση αντιπαλότητα

Ήταν η δεύτερη γάτα που μου σκότωναν μέσα σε ελάχιστους μήνες. Και δεν ήταν από κάποια δικαιολογημένη αφορμή που να μπορούν να την επικαλεστούν. Ήταν η χαρά τους να σου προκαλούν στενοχώρια και να σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Ακόμη κι αυτοί που φαίνονταν αμέτοχοι όταν...

Σαπουνόφουσκες

Σαπουνόφουσκες

ΣΑΠΟΥΝΟΦΟΥΣΚΕΣ επώδυνος αποχωρισμός στον πεζόδρομο Έζησα τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου στον πεζόδρομο, στον οποίο βρισκόταν το προποτζίδικο του παππού και της γιαγιάς μου. Από πάνω ήταν το σπίτι μας.  Ήταν ένας ήσυχος πεζόδρομος μέσα στη μεγαλούπολη. Αν κάποιος...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη - Το αμφιθέατρο είναι τεράστιο. Ανεβαίνω τα σκαλιά προσπαθώντας να επιλέξω που θέλω να καθίσω σήμερα. Διαλέγω ένα από αυτά στην tρίτη σειρά από το τέλος. Όσο πιο ψηλά τόσο πιο μακριά από τα μάτια του καθηγητή. Εισαγωγή στη μυθολογία στις 8...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου