Ι.
Κινδυνεύει η πιο όμορφη θεά στη λήθη να χαθεί.
Ας είναι αυτό μνημούρι της, τραγούδι μυστικό,
των ναυτικών κύημα και των ιθαγενών ξενόφερτη λατρεία.
«Κάτω έχασκε κρημνός μέγας…»
και η θάλασσα ακόμη παρακάτω, να γεμίζει πέρατα και πλάτη…
Κείνης της Γαίας ο κολπίσκος δεν έπαψε ποτές του να «εκτονώνεται».
Εκείνος έσμιγε, με όλο του το βάρος,
τις μαύρες, φαγωμένες χάρες της.
Κάθε τρεις και λίγο φώναζε «γιουρούσι»
και έγδερνε, αλαλάζοντας με μένος, τα μεριά της.
Κύματα – σεισμοί βάφτιζαν τον νέο κόσμο
και έφταναν στην κορύφωση ψηλά, ψηλά στον ουρανό,
γονιμοποιώντας επιτόπου ό,τι άγγιζαν οι θεϊκές χεριές της,
οι απλωτές της πεταλούδες.
Κείνος, στέρφος υιός, μισούσε τ’ άλλα της παιδιά·
έβλεπε σε αυτά εραστές που θα γίνονταν ανταγωνιστές
για τη μιγάδα μάνα
και τα έπνιγε μικρά, σηκώνοντας τσουνάμια με σώματα ουράνια.
Μακελεμένα τα έβρισκε τα νεογνά ο θάνατος·
τα άγονα νησιά που πέθαναν πριν να ζήσουν
και κάμνουνε πολιτισμό.
Μον’ τα πιο απίθανα απ’ αυτά, ανεπιθύμητα και αποβεβλημένα,
κατάφεραν, με εξωσωματικές γεννήσεις, να περάσουνε απαρατήρητα.
Μεγάλωσαν πεντάρφανα στη μήτρα της θαλάσσης
και πέτυχαν ακόμη αφροί και απλωμένο σπέρμα
να γονιμοποιήσουν χιλιάδες άκρες γης
και να δραπετεύσουν τελικά οι ζωοφόροι
σε απάνεμα λιμάνια φυσικά.
ΙΙ.
Ο προϊστορικός τους έρωτας δεν είχε σκοπό ή λογική·
ήταν αναπόφευκτα αναπαραγωγικός,
μα στη βάση του αυτοτελής.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια