Γιε μου έμορφε,
παλικαράκι μου, απ’ τα σπλάχνα μου βγαλμένο,
λες και σε έταξα προτού να σε γεννήσω καν·
λες και υποσχέθηκα το αίμα σου να ποτίσει της γης το μαύρο χώμα·
λες τα ποδαράκια σου, μικρά και κουκλίστικα, γδάρανε ή τρυπήσανε
της γης το μαύρο χώμα — κι εκείνο, παρεξηγημένο,
τρύπησε το σώμα σου.
Αχ, ξένε κακορίζικε,
μάνα δε σε γέννησε εσένα;
μάνα δε σε πόνεσε, άπονε;
μάνα δε σ’ ανέστησε;
Λες εκείνη να σε καμαρώνει τώρα,
που σκότωσες το σπλάχνο μου,
που ξερίζωσες του κήπου μου το πιο όμορφο λουλούδι;
λες εκείνη δεν θα πόναγε, δε θα κυλιότανε στο χώμα,
κρατώντας τούφες από τα μαλλιά της,
αν κάτι πάθαινες εσύ, βλαστάρι της,
δε θα μαραίνονταν,
δε θα ’σκιζε τα μαγουλά της;
Κι όμως, άπονε,
μάνας γέννημα κι εσύ,
ήρθες με θράσος περίσσιο
και μίσος μαύρο, να ’χει φαρμακώσει την καρδιά σου,
κι έκοψες το βλαστάρι μου —
τη ζωή του όμορφου γιου μου.
Θα μπορούσατε να ήσαστε αδέρφια, φίλοι καρδιακοί,
αδέρφια από άλλη μάνα·
κι όμως, μου τον ξάπλωσες στης γης το μαύρο χώμα, το χαιρέκακο,
τον αδερφό σου!
Δεν το ’νιωσες στα σπλάχνα σου
πως κείνος που μακέλεψες,
που σώριασες στο μαύρο, κρύο χώμα,
ήτανε ο αδερφός σου;
μοιρολόι δεύτερο
«Να ’στε περήφανοι», λένε, «για τα παλικάρια σας
που χαθήκανε στον πόλεμο».
«Τίμησαν το όπλο τους».
Την πίκρα μου, παπά, τι να την κάνω;
Περηφάνια ξεχειλίζω — πώς;
τον πόνο μου δεν ξέρω πώς να τον βαστάξω,
πού να τον ακουμπήσω, να ανασάνω σαν και πρώτα;
Έσβησε το νιάτο μου,
η ριζά μου,
το σπλάχνο μου,
καημένο μου παιδάκι…
Εγώ θυμούμαι να χαιρετώ έναν λεβέντη, ένα παλικάρι,
να τραβάει να παλέψει για τα δίκια όλου του κόσμου.
Τώρα την πόρτα μου διαβαίνει αέρας κοπανιστός.
Μαράθηκα να περιμένω.
Κακορίζικο παιδάκι μου.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια