τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Μπαλωμένο βελούδο

Μπαλωμένο βελούδο

Η Αλεξάνδρα ήταν μία από τις διαδικτυακές μου μαθήτριες. Όχι, δεν της δίδασκα ούτε φιλοσοφία, ούτε κάτι παρόμοιο. Θα έλεγε κανείς πως ήμουν ο μέντοράς της. Αν με ρωτούσες να σου απαντήσω ειλικρινά για το τι ήθελα να είμαι για εκείνην θα σου έλεγα εγωιστικά πως ήθελα να είμαι ο μαγνήτης της. Την τράβαγα προς το μέρος που δεν είχα πάει αλλά ήθελα κολασμένα να πάω. Μια Ιθάκη από εκείνες που δεν έχει ο χάρτης. Που όλο άλλαζε σημείο κι όλο χαρτογραφούσα στον αέρα την προσωπική μου διαδρομή. Μια φράση, μια λέξη, ένας ήχος μια ιδέα διαφορετική με κάνανε να αλλάζω το βήμα μου και πολλές φορές πατούσα ανάποδα κι εντελώς απογοητευμένος στα ίχνη που είχα ήδη αφήσει.

Σε εκείνο το σημείο την γνώρισα. Με ρώτησε πώς βρίσκει το δρόμο του κανείς. Όπως και να το κάνεις υπήρξε πολύ γοητευτική η πρώτη μας επαφή με μια τέτοια αγωνία. Να απαντήσεις σε μια αδύναμη ψηφιακή μορφή που αναβόσβηνε τα βράδια μόλις που τέλειωνα το παραμύθι που έλεγα στην κόρη μου, τι θα πει διαδρομή. Τι δρόμος. Και τι πισωγύρισμα. Να πετάς εκείνες τις σπουδαίες ατάκες και να την τροφοδοτείς με βιβλία και ποιήματα.

Η Αλεξάνδρα ήταν σαν ένα μπαλωμένο βελούδο. Έτσι την είχα στο μυαλό. Μαλακιά απαλή και γδαρμένη ταυτόχρονα. Φανταζόμουν όσα της έλεγα σαν χάδι πάνω της. Μα ένιωθα το χέρι μου να ακουμπά στο τραχύ της έδαφος και συγκλονιζόμουν. Ακατέργαστη γοητεία που γέμιζε με δάκρυα ηλεκτρονικά όπως σκάνε τα κύματα στους βράχους του νησιού που μένω τα τελευταία χρόνια.

Έγινα Κρητικός ένα καλοκαίρι που ταξίδεψα στα Χανιά. Με το που έφτανε το πλοίο στο λιμάνι έβγαλα τα ακουστικά με κάτι μπιτάκια που είχα για το ταξίδι και άκουσα τα κύματα. Ξημέρωνε ένας κόκκινος ήλιος και κάτι γεράκια σχίζαν τα σύννεφα. Ερχόμουν για μια διάλεξη. Από εκείνες τις βαρετές μου. Πήρα την βαλίτσα και πάτησα στο έδαφος χτυπώντας τα πόδια μου σαν να έκανα παρέλαση. Φανταζόμουν πως φόραγα εκείνες τις άσπρες μπότες που έβλεπα να φοράνε στα βίντεο οι χορευτές της.  Πήρα το αμάξι που είχα νοικιάσει, ένα άσπρο fiat με μια χαλασμένη κόρνα που είχε κολλημένο ένα αυτοκόλλητο στο πλάι με την φράση «ζήσε εκεί που έχεις ονειρευτεί».

Έζησα από τότε εκεί που είχα σίγουρα πρώτα ονειρευτεί και δεν το ήξερα. Όλα ήρθαν φυσιολογικά. Η δουλειά ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, η Ελένη με τα πράσινα μάτια, η κόρη μας η Αρετή με τις απορίες. Το νησί αυτό με ξαναγέννησε. Κι αν μέσα μου έκαιγα να βρω μια πατρίδα, ποτέ του δεν με πρόδωσε. Ίσα ίσα με γέμιζε φωτιά. Με πύρωνε. Κοίταζα την θάλασσα να φουσκώνει το χειμώνα και ένιωθα βαθιά μέσα στα σπλάχνα μου πως είχε έρθει η ώρα να γεννηθεί κάτι άλλο. Κάτι που να μου μοιάζει. Ή κάτι που να του μοιάζω.

Την Αλεξάνδρα την γνώρισα σε αυτήν την κακοκαιρία. Μπορεί και να ήταν το καλοκαίρι του χειμώνα μου. Πέρασα μήνες μαζί της. Μέσα από υπολογιστές κινητά και τάμπλετ. Ποτέ μου δεν την είχα ακούσει και ποτέ μου δεν την είχα δει. Μια ιδιοτροπία δική της για να μην βγει… αληθινή, όπως μου είχε κάποτε εκμυστηρευτεί. Τι Πανσέληνος με είχε κάνει να τολμήσω να της πω πως θέλω να την δω…

Όταν έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, ένιωθα απίστευτη χαρά. Επιτέλους είχα ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα. Από εκείνα που έλεγα πως ποτέ δεν θα γράψω. Μπαμπά, είσαι συγγραφέας, φώναζε η Αρετή μου στο σπίτι σαν έφερα τα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου στο σπίτι. Το ονόμασα «Μπαλωμένο βελούδο». Ξέρω, θα μου πείτε πως την έκλεψα. Πως την έγδυσα. Μα όχι. Στο βιβλίο μου δεν την ανέφερα πουθενά. Ήμουν εγώ το σκισμένο βελούδο που κάποιος έφτιαξε, γιατί σας το είπα. Εκείνη ήταν μόνο η αντανάκλασή μου. Κι εγώ εκείνος ο πρώην πολυμήχανός Οδυσσέας που είχα την ελπίδα πως κάποτε κάπου κάπως με κάποιον τρόπο θα έφτανα σε εκείνο  το μέρος που κάποτε με όρισε και που ποτέ μου δεν είχα ξεχάσει.

Στην παρουσίαση του βιβλίου μου ένιωθα σαν παιδί. Ξέρεις, από εκείνα που κοκκινίζουν σαν τους λέει η δασκάλα, σήκω και πες μας το μάθημα. Κι είπα κι εγώ το δικό μου μάθημα. Πως σε όλο το βιβλίο αυτό, ψάχνω να βρω πού μαθητεύω καλύτερα, πού πέφτω κάτω από την βάση και πού αριστεύω.

Δεν ήρθε. Κοίταζα γύρω μου να βρω κάποια που δεν ξέρω. Μα ήμουν σίγουρος πως δεν την είδα πουθενά. Τι απογοήτευση είχε σκλαβώσει την καρδιά μου. Να μην μπορείς να βρεις πουθενά τον εαυτό σου. Ούτε καν μέσα από μια σειρά ψηφίων. Φανταζόμουν πως αν ερχόταν θα έβλεπα να στροβιλίζονται άσσοι και μηδενικά από πάνω της κι εγώ που θα πέταγα – ναι σίγουρα- θα πάταγα στον αέρα πιάνοντάς τα και κρεμασμένος θα της φώναζα πως επιτέλους ήρθες ή πως επιτέλους σε βρήκα ή κάτι παρόμοιο.

Γύρισα στο Πανεπιστήμιο την επόμενη μέρα καθημερινός και ίδιος. Κι ας ήμουν πια ένας συγγραφέας. Κάθισα στην έδρα μου λίγο πριν ξεκινήσει το μάθημα και χάζευα τα άδεια έδρανα. Μετά από λίγη ώρα διαπίστωσα με την άκρη του ματιού μου πως στο πρώτο συρτάρι του γραφείου μου γυάλιζε κάτι ασυνήθιστο. Το έβγαλα σαν να έκοβα το πρώτο κομμάτι από την αγαπημένη μου σοκολάτα. Τέτοια γεύση και τέτοιο άρωμα. Λάθος. Το άρωμα ήταν άλλο. Το μύρισα σαν λαγωνικό και ακόμα και αν δεν είχα δει τι είναι και από ποιον μέσα μου βαθιά ταξίδευα ήδη ανάμεσα στα αγαπημένα μου ψηφία.

Βρήκα ένα ημερολόγιο για το επόμενο έτος που πλησίαζε. Σκαλισμένο μπροστά, από κάποιο χέρι έμπειρο, έγραφε «Βελούδινες μέρες». Άνοιξα γρήγορα το βιβλίο να βρω ένα στοιχείο που να δένει με την υποψία μου αλλά μάταια. Κάθε σελίδα, κάθε μέρα του νέου έτους είχε μια φράση γραμμένη με μπλε λεπτό μαρκαδόρο. Κάθε μέρα μου ζητούσε να γράψω από κάτι. Η πρώτη του Γενάρη έγραφε «Γράψε μια ευχή για ένα λευκό λουλούδι». Η δεύτερη μέρα του Γενάρη έγραφε «Κι αν ήσουν ποτάμι πώς θα κυλούσες;». Στους μήνες της Άνοιξης η γύρη μού γαργαλούσε ήδη την μύτη κι έφτανα τελικά να καίγομαι από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού στις θερινές σελίδες, που μιλούσαν για τον έρωτα και κάθε ερώτηση έφτανε ακόμα πια βαθιά και πιο άμεσα σε αυτό που ήξερα πως ήμουν.

Σαν τέλειωσα το ξεφύλλισμα με περίμενε η έκπληξή μου στην τελευταία σελίδα.

«Συνήθιζα να σε ψάχνω κάθε που έμενα στεγνή από θάλασσα. Συνήθιζα να σε ονειρεύομαι κάθε φορά που ξέχναγα το δικό μου όνειρο. Συνήθιζα να σηκώνω τα πανιά για έναν τόπο που νόμιζα πως είναι η πατρίδα μου. Συνήθιζα να σε αγγίζω στην καρδιά όποτε η δική μου καρδιά σταμάταγε να χτυπά για να κρατηθώ στην ζωή σαν εφτάψυχη γάτα. Συνήθιζα να μετράω μέρες, ώρες, δευτερόλεπτα μέχρι που κάτι θα άλλαζε τις μέρες τις ώρες τα δευτερόλεπτα που μέτραγα. Να έβρισκα αυτό το κάτι που θα συμπλήρωνε το τίποτα. Να μην φαινόταν η μπαλωματιά.  Ναι, το ξέρω. Ήμουν εκείνο  το βελούδο που ξάπλωνες, χαλί για να σε επιστρέψω στον δικό σου τόπο. Ναι, το ξέρω. Σε φόβιζε και σε κέντριζε τούτο το σκίσιμο που είχα καταφέρει με νύχια και με δόντια να κρατήσω γερό. Να μην τρέξει πιο πέρα, να μην σκιστεί στα δυο η ζωή. Σε τράβαγε σαν μαγνήτης τούτη η γενναιότητα κι η σιγουριά της αβεβαιότητάς μου.

Γράψε για τις βελούδινες μέρες σου. Σε τούτο το ημερολόγιο. Γράψε για τις επιθυμίες σου. Αυτός είναι ο τόπος σου. Κάθε μέρα και διαφορετικός. Κάθε μέρα ένα άλλο όνειρο που θα αποσυνθέτει το αρχικό σου. Εκείνο το μεγάλο που πρέπει να κοπεί και να ξανακοπεί για να μπορεί να χωρά σε μια σελίδα. Σε μια μέρα. Αυτό σου εύχομαι. Αυτό εύχομαι και σε μένα.  Να μικραίνω για να μεγαλώνει ο δρόμος μου. Να κομματιάζω την ευτυχία για να μπορώ να την γεύομαι σαν παιδί που γλείφει αχόρταγα μια μπάλα παγωτού. Σε ευχαριστώ που δεν με πρόδωσες και που δεν με άφησες να προδοθώ. Ονειρέψου»

Έκλεισα το βιβλίο. Τα έδρανα είχαν ήδη γεμίσει. Οι φοιτητές με κοίταζαν απορημένοι. Ούτε που είχα καταλάβει πότε ήρθαν, πότε κάθισαν και πότε κόλλησαν τα βλέμματά τους πάνω μου περιμένοντας να ξεκινήσω το μάθημα. Τους κοίταξα όλους με μια ματιά που αγκάλιαζε την κάθε διψασμένη τους θέληση. Σηκώθηκα με το ημερολόγιο σφιχτά στο χέρι, σαν ιερέας που κρατάει την Βίβλο.

«Ένα βήμα κάθε φορά, ακόμα και αν μας γυρίζει προς τα πίσω είναι εκείνο που θα μας φτάσει πιο κοντά στο πιο μεγάλο μας Όνειρο»  είπα δυνατά.

Είδα την Αλεξάνδρα να σηκώνεται από το τελευταίο έδρανο. Τα τακούνια της πάνω στα σκαλιά ακουγόντουσαν σαν μικρά χειροκροτήματα. Θα ήμουν το λιγότερο δειλός αν δεν έτρεχα από πίσω της, σκέφτηκα. Μα τούτο το όνειρο –όπως όλα από εδώ και πέρα- έπρεπε πρώτα να το τεμαχίσω για να μπορεί να υπάρξει. Χαμογέλασα και έγραψα στην πρώτη σελίδα της δικής μου Βίβλου:

«Σου εύχομαι να μπορείς να ξεχωρίζεις ακόμα κι όταν υφαίνουν το άσπρο βελούδινο χαλί τους οι νιφάδες του χειμώνα…»

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Εκπαιδευτικά βιβλία

Ημερολόγιο 2020

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος