Στα δάκρυα του φεγγαριού ξορκίζω τ’ άδεια βράδια
όσα η ζωή μου στέρησε φιλιά κι αγάπης χάδια
στου κεραυνού το ξάφνιασμα έρχομαι κι ας αργήσεις
στης λήθης τα περάσματα το παρελθόν να σβήσεις.

Όλα χαθήκαν στου παλιού καιρού μας το πηγάδι
μα η σκέψη σου, στη σκέψη μου ταξίδι κάθε βράδυ
αλλού ο νους, άσπρα πουλιά, κι αλλού η καρδιά στα κάστρα
θερίζει όνειρα η αυγή, μα εγώ τη ντύνω μ’ άστρα.

Ξενιτεμένος Έρωτας στου Μάη τα μεσημέρια
να ξεδιψάσεις το νερό μέσα στα δυο μου χέρια
μα όποιος διψά, πίνει ρακή σε κούπα σκαλισμένη
κι εκείνος που αγάπησε, του πόθου αντάρτης μένει.

Σωπαίνει ο αέρας στην κορφή , της μοναξιάς μαντήλι
απλώνει η μοίρα όταν σκεφτώ τα αφίλητα σου χείλη
χαμήλωσε ο Αυγερινός , στ’ ασήμι η Σελένα
στη χάρη του προσκυνητής είμαι χωρίς εσένα.

Ξενιτεμένος Έρωτας τη λύτρωση γυρεύει
ανθός στα χείλη το φιλί τη σκέψη λιτανεύει
γέλιο και δάκρυ γίνεσαι, το αχ μες το σκοτάδι
κι ύστερα πόθος μου κρυφός στου καντηλιού το λάδι.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου