Β' Μέρος

(Δείτε εδώ το πρώτο μέρος της ιστορίας)

Μα ο Δημήτρης δεν την άκουγε πια. Είχε σηκώσει ένα παραπέτασμα ανάμεσα στον εαυτό του και στον έξω κόσμο, τον κόσμο που μόλις πριν ένα λεπτό είδε να σωριάζεται σε συντρίμμια μπροστά στα πόδια του. AIDS; Αυτός; Που ήταν πάντα τόσο προσεχτικός στις σχέσεις του; Που η Ελένη ήταν η μόνη γυναίκα στη ζωή του εδώ και πάνω από δύο χρόνια; Και που είχαν σταματήσει να παίρνουν προφυλάξεις γι αυτόν ακριβώς τον λόγο;
«...το να είσαι οροθετικός δεν σημαίνει ότι είσαι και ασθενής, προς Θεού... θεωρείσαι υγιής φορέας και...»
Άκουγε τη φωνή της Βασιλειάδου να έρχεται από κάπου μακριά, σαν από πηγάδι... ή μάλλον αυτός ήταν μέσα σ’ ένα πηγάδι που τον ρουφούσε όλο και πιο βαθιά... Τι θα πει «υγιής φορέας»... ήταν οροθετικός, οροθετικός που να πάρει... κι ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό...
«... και θα πρέπει να ενημερώσεις και...»
Στην Ελένη... τι θα έλεγε στην Ελένη... πώς θα της το έλεγε... Χριστέ μου... την είχε πάρει κι εκείνη στο λαιμό του... σίγουρα θα την είχε κολλήσει...
«... να ψάξουμε να δούμε τι έγινε, πώς μπορεί να κόλλησες και...»
Αυτό πάλι; Πώς κόλλησε αυτός; Από πού; Ένιωσε να ζαλίζεται, να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Καλά που ήταν καθιστός, αλλιώς θα έπεφτε κάτω. Περισσότερο ένιωσε παρά είδε το ποτήρι με το νερό που του έβαλε στο χέρι η γιατρός.
«Σε παρακαλώ Δημήτρη... πιες λίγο νερό και άκουσέ με... δεν είσαι άρρωστος... Θα πας στο ειδικό κέντρο που θα σου πω, θα κάνεις κι άλλες εξετάσεις και θα μπεις σε ένα πρόγραμμα παρακολούθησης και αγωγής με φάρμακα. Η έρευνα έχει προχωρήσει πολύ, τα φάρμακα βελτιώνονται συνεχώς, οι θεραπείες έχουν θεαματικά αποτελέσματα και υπάρχουν φορείς που διαγνώσθηκαν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, κάνουν την αγωγή τους και είναι καλά, ζουν φυσιολογικά... Καταλαβαίνω ότι είναι τρομερά δύσκολο να το διαχειριστείς όλο αυτό αλλά πρέπει... Μαζί θα το αντιμετωπίσουμε και μαζί θα το ξεπεράσουμε».
«Ευχαριστώ γιατρέ» της απάντησε βρίσκοντας την ψυχραιμία του σιγά σιγά. «Καταλαβαίνετε... όλο αυτό, όπως το λέτε, θέλει τον χρόνο του για να βρει τον δρόμο για το μυαλό μου... για να καταφέρω να το επεξεργαστώ, να το αποδεχτώ, να το αντιμετωπίσω... Θα σας τηλεφωνήσω μόλις μπορέσω...»
Λίγη ώρα αργότερα έβγαινε από το Νοσοκομείο με την διεύθυνση του κέντρου αντιμετώπισης AIDS στην τσέπη και την απόγνωση στην ψυχή.
Πέρασε όλη τη νύχτα άυπνος μπροστά στον υπολογιστή του να ψάχνει φρενιασμένα. Άρθρα, ανακοινώσεις, ιατρικές εγκυκλοπαίδειες. Τίποτε δεν άφησε που να μη διαβάσει, να μην ελέγξει. Το ξημέρωμα τον βρήκε με τα μάτια κατακόκκινα από την αγρύπνια και την προσήλωση στην οθόνη και το στόμα φαρμάκι – από τα τσιγάρα και την πικρή γεύση που του άφησε όλη αυτή η έρευνα. Ναι, δεν ήταν άρρωστος... ακόμα... και μπορεί να μην αρρώσταινε ποτέ αν όλα πήγαιναν καλά... Μπορεί... Αν... Δυο λέξεις τόσο μικρές... που όμως θα καθόριζαν από δω και στο εξής τη ζωή του.
Την Ελένη την πήρε τηλέφωνο κατά το μεσημέρι, όταν πλέον είχε αρχίσει να βρίσκει κάπως την ψυχραιμία του και να εγείρονται νέα εφιαλτικά ζητήματα. Έπρεπε να της το πει και άμεσα, να κάνει κι εκείνη έλεγχο, να δει, να τρέξει. Και πώς το λένε κάτι τέτοιο; Της μίλησε αόριστα για κάποιο σοβαρό θέμα που έπρεπε να συζητήσουν από κοντά και κανόνισαν να βρεθούν νωρίς το απόγευμα στο συνηθισμένο τους στέκι, στο καφενεδάκι της Μπαρμπούτας.
Και τώρα ήταν εδώ και την περίμενε.
Την είδε να έρχεται τρέχοντας, με την ομπρέλα της να ταλαντεύεται επικίνδυνα από τον αέρα, κι ένιωσε ένα μούδιασμα να απλώνεται στο κορμί του. Τι θα της έλεγε Χριστέ μου; Πώς θα της τόλεγε;
«Καλησπέρα αγάπη μου», τον φίλησε πεταχτά στο στόμα τινάζοντας τα νερά από την καπαρντίνα της. «Τι βρωμόκαιρος! Κόντεψε να με πετάξει στο ρέμα ο αέρας. Θανάση», φώναξε στον καφετζή, «φέρε μου έναν καφέ σε παρακαλώ – ή μάλλον δύο» διόρθωσε βλέποντας το μισοάδειο παγωμένο φλιτζάνι του. «Καλά, πόση ώρα είσαι εδώ; Και τι χάλια τασάκι είναι αυτό; Πάλι κάπνισες όλον τον Παπαστράτο; Θα σε σκοτώσει αυτό, να το ξέρεις... στα λέω μα δεν μ’ ακούς...»
Μακάρι να με σκότωνε το τσιγάρο, σκέφτηκε παράλογα εκείνος... άλλο πράγμα θα με σκοτώσει...
«Δε βαριέσαι αγάπη μου», της χαμογέλασε ψεύτικα, βεβιασμένα. «Τουλάχιστον θα πάω ευχαριστημένος».
«Μμμμ... εξυπνάδες κι άνοστα αστειάκια», γέλασε εκείνη. «Για πες, τι είναι αυτό το τόσο σοβαρό που μούλεγες στο τηλέφωνο;»

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!