Ἐν ἀρχῇ
ἦν ἡ Πληγή.
Εμείς, οι αφορισμένοι των λέξεων,
γεννηθήκαμε απ’ τη ρωγμή του κόσμου —
όχι για να τον ερμηνεύσουμε,
μα για να τον γκρεμίσουμε με ένα βλέμμα.
Δεν φορέσαμε τα ρούχα της εποχής.
Τα σώματά μας, οιωνοί.
Τα μάτια, καθρέφτες δίχως είδωλο.
Μάθαμε να μιλάμε με τον άνεμο
και να σωπαίνουμε με νόημα.
Η ποίηση δεν είναι καταφύγιο —
είναι αίρεση,
υπέρβαση του είναι,
άρνηση του κανονικού.
Ένα κρυφό τελετουργικό για μυημένους
που μεταδίδεται
από βλέμμα σε βλέμμα,
από ρήγμα σε ρήγμα,
σε όσους άντεξαν να διαλυθούν
χωρίς να ζητήσουν μορφή.
Φιλοσοφήσαμε κάτω από άστρα εν πτώσει,
μεθυσμένοι απ’ την ανεστιότητα.
Το σώμα, παλίμψηστο.
Η ψυχή, εκκρεμές.
Ο Σωκράτης μάς χαμογέλασε στο όνειρο,
μα δε μας έδωσε κώνειο —
μόνο μια ερώτηση δίχως τέλος.
Ευγνώμονες, την κάναμε προσευχή.
Μας είπαν περιττούς — κι επιμέναμε να μείνουμε αληθινοί.
Μας είπαν τρελούς — θυμόμασταν πριν τη λήθη.
Μας είπαν καταραμένους —
διαλέξαμε τον άνεμο αντί για στέγη.
Αίρεση των ορίων που εκρήγνυνται,
μυσταγωγοί του τίποτα που ανασαίνει.
Σωπαίνουμε
μια κραυγή
σε συχνότητα που κανείς δεν αντέχει.
Κι εκεί —
όχι αρχίζει —
αποκαλύπτεται
το ποίημα
σε όσους έχουν ήδη χαθεί.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια