Select Page

Ο άμυαλος εγώ

Ο άμυαλος εγώ

 

 

Αλήθεια, πιστεύετε στα θαύματα; Δεν περιμένω την απάντησή σας, ίσως αυτή η ερώτηση να παραμείνει ρητορική, αναπάντητη και καθαρά προσωπική, όμως έχω την υποχρέωση να την αποτυπώσω σε ένα λευκό φύλλο χαρτί, το οποίο θα εξαγνίσει κάθε αμφιβολία, που η λήθη, εν ευθέτω χρόνω, θα μου επιβάλει. Ας είναι μια ιστορία που θα ξεχαστεί από τους περισσότερους, ας γίνει μια ιστορία που θα προκαλέσει χαρμολύπη, όμως η χαρμολύπη θα γίνει ένα υπέροχο συναίσθημα που συνάδει με τις λαμπερές μέρες των Χριστουγέννων.

Ήταν, λοιπόν, παραμονή Χριστουγέννων και η πόλη είχε δειλά δειλά στολιστεί με χιλιάδες λαμπιόνια στους δρόμους, στις γειτονιές ξεπρόβαλαν οι εντυπωσιακές κορυφές των χριστουγεννιάτικων δέντρων, πίσω απ' τις δαντελωτές κουρτίνες, ενώ τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλειστά για να μην μπει ο παγωμένος βοριάς που θέριζε μέχρι το κόκκαλο τους βιαστικούς καταναλωτές που πήγαιναν περιχαρείς για ψώνια της τελευταίας στιγμής. Ήταν γιορτή, ακούγονταν κάλαντα και παιδικές, χαρούμενες φωνές μαζί με τα τρίγωνα και τα τραγούδια που δημιουργούσαν μια ζεστασιά στις ψυχές των ανθρώπων. Η κρίση, όπως φαινόταν, δεν ήθελε να επηρεάσει τις γιορτινές μέρες, τα μαγαζιά ήταν γεμάτα, αν και οι καταναλωτές έφευγαν με λιγότερα ψώνια απ' ότι άλλες χρονιές.

Οι ειδήσεις έλεγαν ότι ανήμερα των Χριστουγέννων θα χιόνιζε στην πόλη, κάτι που περίμεναν όλοι, άλλοι φανερά και άλλοι ενδόμυχα. Η επίσκεψη του χιονιά, το ασπροστόλιστο τοπίο ήταν κάτι που δεν συνέβαινε κάθε χρόνο, όμως αυτή η χρονιά προμηνύονταν να είναι τυχερή. Γιατί το χιόνι φωτίζει τη μέρα με περισσότερο ήλιο, κάτι που έρχεται σε αντίφαση με το κρύο των ημερών. Δεν θα έβλεπες κίνηση στους δρόμους, αντίθετα θα έβλεπες κόσμο να περπατά στο χιόνι, να παίζει με αυτό και οι δρόμοι να γεμίζουν με τολμηρούς περιπατητές που ξεκινούν την εξερεύνηση της γειτονιάς τους που θα ήταν διαφορετική, ολόλευκη και γιορτινή, όπως ακριβώς δεν είναι τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου.

Βέβαια οι ειδήσεις δεν έβαζαν κάποιον χαρούμενο τίτλο που συνάδει με τον ερχομό του χιονιά στην πόλη, όπως «αύριο η πόλη θα είναι ντυμένη στα λευκά», αλλά προτίμησαν το «επιδείνωση των καιρικών φαινομένων».

Κάπου εδώ έρχομαι και τοποθετούμαι εγώ στην ιστορία, που με βρίσκει καθισμένο μπροστά από τον υπολογιστή να χαζεύω περί ανέμων και υδάτων στο διαδίκτυο. Το σπίτι είναι κρύο, η πολυκατοικία σαφώς δεν κατάφερε να βάλει πετρέλαιο στο λέβητα, όπως και πολλές άλλες, και το αερόθερμο έχει κυριολεκτικά πάρει φωτιά, προσπαθώντας απελπιστικά να ζεστάνει το δωμάτιό μου, που μοιάζει να είναι ψυγειοκαταψύκτης. Πάνω από τις διπλές πιτζάμες φοράω μπουφάν και μοιάζω να βρίσκομαι σε λάθος μέρα, στο λάθος σημείο, με λάθος ρούχα και μόνος.

Η Κλειώ μου, το κορίτσι μου, που τόσο αγαπώ, που μια μέρα θα το παντρευτώ και θα το κάνω ευτυχισμένο, με άφησε χρονιάρες μέρες μόνο στην πόλη, μετά από τον τρικούβερτο καβγά που στήσαμε την προηγούμενη μέρα. Βέβαια, χωρίς να σας δώσω εξηγήσεις, έφταιγα εγώ, ως είθισται. Αν και είναι μυστήριο πως πάντα φταίω εγώ, αυτό αλλάζει λίγο την ιστορία και θα αποφύγω να εξηγηθώ. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Το πρωί με βρήκε να κάνω κλήσεις στο κλειστό κινητό της και να μην μπορώ να τη βρω πουθενά. Η τελευταία στιχομυθία που είχαμε, πριν μου κλείσει στα μούτρα την πόρτα και χαθεί από προσώπου γης, ήταν «...και τί ζητάς από μένα ρε Κλειώ» και μου αντιγύρισε «Αγάπη. Μόνο!»

Μετά θυμάμαι την πόρτα να κλείνει και να με αφήνει εμβρόντητο και μόνο στο παγωμένο διαμέρισμα. Τις πρώτες ώρες, θυμωμένος γαρ, έκοβα βόλτες στο δωμάτιο ως άλλος μαραθωνοδρόμος από τα νεύρα μου και μόνο. Μετά, καθώς η μοναξιά και το κρύο δωμάτιο κάθε άλλο παρά φιλικά προς το πνεύμα των ημερών ήταν, κάθισα στο κρεββάτι και έβριζα τον εαυτό μου που πλήγωσα το κορίτσι μου. «Θα γυρίσει... Αύριο θα είναι εδώ...», μονολογούσα.

Κάπως έτσι, νηστικός, παγωμένος και μόνος χάθηκα στα μονοπάτια της χώρας του Μορφέα, που κάθε άλλο παρά ήρεμα όνειρα μού έστειλε. Έβλεπα δράκους και διαστημόπλοια να μου επιτίθενται και σε κάθε ένα από αυτά, άλλοτε ως άλλη Αμαζόνα καβάλα στους δράκους και άλλοτε ως άλλη εξερευνήτρια του διαστήματος, η Κλειώ να διατάζει ολομέτωπη επίθεση κατά πάνω μου, κραδαίνοντας τσεκούρια και φωτόσπαθα με ιαχές που περιείχαν την τελευταία φράση της «Αγάπη. Μόνο!»

Να πάρω τηλέφωνο τους γονείς της δεν ήθελα, αφενός για να μην τους ανησυχήσω άδικα και αφετέρου να μην ακούσω τον βαρύφωνο, απότομο πατέρα της να μου λέει «...και τί έκανες πάλι στο κοριτσάκι μου ρε αχαΐρευτε...» μαζί με όλα τα κοσμητικά επίθετα που θα με στόλιζε, όπως φανταζόμουν, σαν ένα δεύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Κι έτσι έφτασε η παραμονή των Χριστουγέννων να είμαι μόνος, να έχουν αλλάξει άρδην τα σχέδιά μου για τις γιορτές, οι Ερινύες να κερδίζουν κατά κράτος και να αναζητώ την παρέα του υπολογιστή μου για να περάσει η ώρα. Εκείνες τις στιγμές, το μόνο που ευχόμουν ήταν να μην είναι Χριστούγεννα, οι δρόμοι και τα σπίτια να μην είναι στολισμένα, οι άνθρωποι να μην χαμογελούν, να μην μυρίζουν μελομακάρονα οι φούρνοι, ανήμερα των Χριστουγέννων να μην χιονίσει, να μην ακούω κάλαντα, να μην τσακωνόμουν με την Κλειώ, να γύριζα λίγο πίσω το χρόνο και να διόρθωνα την κατάσταση. Να είχα μια δεύτερη ευκαιρία. Όμως ο χρόνος που περνά μας προσπερνά, χωρίς να μας ρωτήσει κι εγώ δεν είχα αυτή την ευκαιρία που θα ήθελα.

Για τα Χριστούγεννα δεν είχα ψωνίσει, το μικρό δεντράκι που στόλισα στο γραφείο μου βρισκόταν εκεί ύστερα από προτροπή της κοπέλας μου, που μια μέρα θα την παντρευτώ και θα την κάνω ευτυχισμένη. Όμως δεν ήταν αυτή η μέρα.

Και τί θα έκανα μόνος μου; Να πήγαινα να ψωνίσω για τα Χριστούγεννα και να τα κάνω τί; Αφού θα ήμουν μόνος, προς τί το πνεύμα των ημερών. Κάπου εκεί, χαμένος στις σκέψεις μου και μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή μου διαπίστωσα ότι τα Χριστούγεννα αφορούν τους ανθρώπους. Κανένα άψυχο αντικείμενο δεν μπορεί να δώσει τη ζεστασιά των ημερών στις ψυχές μας χωρίς τους ανθρώπους που αγαπάμε. «...ώστε έτσι αισθάνεται κάποιος που είναι μόνος τα Χριστούγεννα...», σκέφτηκα. Και στην πόλη αυτή, ο μόνος άνθρωπος που αγαπούσα ήταν η Κλειώ, που κάποια μέρα θα την παντρευτώ και θα την κάνω ευτυχισμένη, που όμως τώρα έλειπε από το σπίτι, μου είχε κλείσει κατάμουτρα την πόρτα και μου είχε πει τη φράση «Αγάπη. Μόνο!»

Το σπίτι δεν με χωρούσε, με έπνιγαν οι τοίχοι, ο καπνός των τσιγάρων μού έφερνε αντίθετα αποτελέσματα στη θλίψη μου και πνιχτοί λυγμοί μου ανέβηκαν στο λαιμό. Τινάχτηκα από την καρέκλα και έβαλα δυο πρόχειρα ζεστά ρούχα και βρέθηκα στο δρόμο. Το σκηνικό όπως σας το περιέγραψα παραπάνω, όπως αρμόζει στη ζεστασιά των Χριστουγέννων. Μόνο που η μαυρίλα στην καρδιά μου με έκανε να φορώ παρωπίδες και να μην κοιτώ τις στολισμένες βιτρίνες. Τα λίγα χρήματα που είχα πάνω μου δεν είχαν καμία σημασία πια, δεν ήθελα να αγοράσω τίποτα καθώς μόνος μου δεν θα τα χαιρόμουν. Το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσει η Κλειώ, να της ζητήσω συγγνώμη και να οργανώσουμε πως θα περάσουμε την αυριανή, χιονισμένη μέρα.

Με αυτές τις σκέψεις βρέθηκα στις πιο κάτω, από το σπίτι μου, γειτονιές, οι άνθρωποι γύρω μου συνέχιζαν να είναι χαμογελαστοί, οι φούρνοι συνέχιζαν να μυρίζουν μελομακάρονα κι εγώ εξακολουθούσα να μην βρίσκω νόημα σε όλα αυτά.

Πήγε μεσημέρι και τα πόδια μου με έφεραν στην είσοδο του σπιτιού μου. Στο σκαλοπάτι βρισκόταν ένας τύπος που φορούσε καπέλο, κασκόλ και μια μάλλινη καπαρντίνα. Έπαιζε κιθάρα με έναν αριστοτεχνικό τρόπο και το χαμόγελο στα χείλη του έδειχνε να απολάμβανε την ημέρα. Ασυναίσθητα και χωρίς να το καταλάβω, με σκυφτό το κεφάλι έβαλα το χέρι στην τσέπη, έπιασα ότι λεφτά μου είχαν απομείνει και τα πέταξα στα πόδια του.

«Ε, μεγάλε!...», μου είπε μια φωνή πίσω μου καθώς έβαζα το κλειδί στην εξώπορτα.

«...παρ' τα πίσω, δεν θέλω τα λεφτά σου», μου είπε. Ούτε που είχα προσέξει ότι σταμάτησε να παίζει την κιθάρα. Δεν ξέρω αν βρισκόταν εκεί την ώρα που βγήκα για περπάτημα. Το μόνο που διαπίστωσα, όταν γύρισα και κοίταξα το βλέμμα του που είχε σκοτεινιάσει, ήταν ότι η κίνησή μου αυτή ήταν για να απελευθερωθώ εγώ από αυτό που φυλακίζει τη σκέψη μου. Δεν κοιτούσα γύρω μου κάποιους περαστικούς που είχαν παρακολουθήσει την σκηνή, που είχαν σταματήσει και με κοιτούσαν και αυτοί επίμονα και που άφηναν νοητά βέλη να καρφώνουν την πλάτη μου, λες και είχα διαπράξει κάποιο έγκλημα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν η Κλειώ μου, δεν ήθελα τα λεφτά, δεν είχαν καμία σημασία για μένα πια χωρίς αυτήν καθώς η μοναξιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την Χριστουγεννιάτικη ζεστασιά.

Άνοιξα την πόρτα και τροχάδην ανέβηκα στο διαμέρισμά μου. Εκείνος συνέχιζε να παίζει τους σκοπούς και φαντάστηκα τη ζωή έξω να κυλά στους ρυθμούς που συνάντησα στη βόλτα μου. Στάθηκα για λίγο κοιτώντας απ' το παράθυρο και παρορμητικά ανοίγοντάς το φώναξα: «Και τί θέλετε όλοι;», λες και απελευθερώθηκα από τα δεσμά που με κρατούσαν καθηλωμένο σε μια κατάσταση αυτολύπησης. Βέβαια απάντηση δεν πήρα και ο μουσικός συνέχιζε να παίζει στους ρυθμούς του και κάπου ανάμεσα στο τραγούδι του ξεχώρισα ένα στίχο κάπως σαν «...το ξέρω πως μ' αγαπάς και είν' αρκετό...».

«Επίτηδες το κάνει...», σκέφτηκα.

Εδώ λοιπόν έρχεται το τέλος της ιστορίας. Θα σας αφήσω λίγο να σκεφτείτε το πάθημά μου και όλες τις σκέψεις που έκανα έκτοτε από αυτό το γεγονός. Οι σκέψεις μου περιείχαν γαλοπούλες, χιόνια, μοναξιά, την Κλειώ μου, που κάποτε θα την παντρευτώ και θα την κάνω ευτυχισμένη, δώρα, λαμπιόνια, δέντρα, μελομακάρονα και κουραμπιέδες, αερόθερμα, τον εαυτό μου και πολλά άλλα. Όμως τί είναι τα Χριστούγεννα χωρίς αγάπη; Αν τελικά δεν έδινα τίποτα στους γύρω μου, ακόμη και στον άνθρωπο που αγαπούσα, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ο εαυτούλης μου, τότε τα Χριστούγεννα, αυτή η υπενθύμιση ότι είμαστε άνθρωποι πάνω απ' όλα, έστω για μια μέρα, δεν είναι τίποτα χωρίς αγάπη.

Αυτή η ιστορία συνέβη κάποια παραμονή Χριστουγέννων, σε κάποιο σημείο αυτού του πλανήτη από κάποιον σαν και του λόγου μου. Το τί συνέβη την επόμενη θα το αφήσω στην φαντασία σου, αγαπητέ μου αναγνώστη. Αν έβαλα μυαλό ή όχι, άλλωστε, αφορά μόνον εμένα. Και την Κλειώ μου, που κάποτε θα την παντρευτώ και θα την κάνω ευτυχισμένη...

Αγάπη. Μόνο!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ' αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ' αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

4 Σχόλια

  1. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Τι γίνεται βρε παιδιά ; Γράφουμε σχόλια και εξαφανίζονται για να εμφανιστούν αργότερα διπλά και τριπλά!!!!Πού θα πάει όμως θα στρώσει η σελίδα…
    Όσον αφορά την πανέμορφη ιστορία που μόλις διάβασα έχω να ευχηθώ, την”Κλειώ” σας να την παντρευτήκατε και να της δώσατε την ΑΓΑΠΗ που λαχταρούσε για το καλό και των δύο σας τελικά. Εκείνη να ζήσει μεν το όνειρό της και εσείς να μη ζήσετε ποτέ ξανά τέτοια παγωμένα και άχαρα Χριστούγεννα μόνος και κατάμονος μέσα σε τόσο κόσμο αλλά ΧΩΡΙΣ την παρουσία της ΑΓΑΠΗΣ που είναι η μόνη αλήθινή και ανντικατάστατη αξία στη ζωή τούτη.
    Καλά Χριστούγεννα.

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Το αγάπησα! Πολύ ωραίο δείγμα γραφής Νίκο!!! Περιμένω τα επόμενα…. 😉
    Χρόνια πολλά με υγεία!!!

    Απάντηση
  3. Σοφία Ντούπη

    Υπέροχη η ιστορία σας!!!! Αναρωτιέμαι μόνο γιατί ήμαστε έτσι εμείς οι άνθρωποι; Και γιατί πρέπει να θυμόμαστε την “Αγάπη μόνο!” μόνον στις γιορτές των Χριστουγέννων; Η αλήθεια είναι πάντως πως εγώ αν και πολύ μεγάλη πια, επιμένω να πιστεύω στα θαύματα!… Για αυτό και είμαι σίγουρη ότι ο ήρωας σας τη βρήκε τελικά την Κλειώ του, που κάποια μέρα θα την παντρευόταν και θα τον έκανε ευτυχισμένο!!! Καλά Χριστούγεννα!!!

    Απάντηση
  4. Νίκος Φάκος

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας! Εύχομαι ολόψυχα καλές γιορτές με… Αγάπη! Μόνο!! (αυτή φτάνει για όλα!) 🙂

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!