Select Page

Ο Επόμενος

Ο Επόμενος

 

«Ο Επόμενος παρακαλώ».
«Καλημέρα σας».
«Καλή σας μέρα. Τι μπορούμε να κάνουμε για σας;»
«Πολλά μπορείτε. Αρκεί να θέλετε».
«Να τα και τα αστειάκια μας πρωί πρωί».
«Με συγχωρείτε κυρία μου, αλλά για τα αστεία, ποια ακριβώς είναι κατά την γνώμη σας η κατάλληλη ώρα; Ήμουν ξέρετε εκτός Ελλάδος αρκετά χρόνια και δεν ξέρω τι παίζει εδώ».
«Για, να σοβαρευτούμε σας παρακαλώ κύριε. Πες τε μου τι θέλετε ακριβώς;»
«Μα τη δουλειά θέλω. Τι άλλο;»
«Δουλειά ε; Μάλιστα. Σαν τι δουλειά δηλαδή;»
«Από αυτές που ένας υπάλληλος βοηθά να διεκπεραιώνεται ένα έργο σας, μια υπόθεση που αφορά την εταιρεία σας, το κάθε τι σας δηλαδή;»
«Και τι προσόντα διαθέτετε;»
«Από σωματικά, τα βλέπετε.
Από οικογενειακά, δεν είμαι παντρεμένος ούτε προτίθεμαι να παντρευτώ, είμαι straight και μένω μόνος μου σε μία γκαρσονιέρα στο Παγκράτι».
«Ακούστε με κύριε. Αν εξακολουθήσετε να μου μιλάτε σε αυτό το στυλ θα αναγκαστώ να διακόψω τη συνέντευξη.
Το βιογραφικό σας, το curriculum vitae σας, να πάρει η ευχή. ΑΥΤΟ είναι που μας ενδιαφέρει, αν δεν έχετε αντίρρηση…»
«Με συγχωρείτε, αλλά σας βεβαιώνω ότι ό, τι μέχρι τώρα σας έχω πει, είναι η εισαγωγή στο επίσημο βιογραφικό μου.
Αν εννοείτε τα πνευματικά μου προσόντα, κατ ‘ αρχήν έχω σώας τας φρένας επί του παρόντος, μα για το μέλλον δεν μπορώ να εγγυηθώ. Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας… και…»
«Γνώσεις κύριε, γνώσεις.
Ξέρετε, χαρτιά, πτυχία, διπλώματα. Βρε τι πάθαμε Δευτεριάτικα πρωί πρωί…».
«Αναλυτικά, ή σε περίληψη; »
«Αναλυτικότατα».
«Σας προειδοποιώ θα πάρω τον χρόνο σας, γι ‘αυτό και σας ρώτησα».
«ΣΑΣ ΤΟΝ ΔΙΑΘΕΤΩ».
«Ωραία:
Απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου.
Master's κατ’ αρχήν, και στη συνέχεια PhD, Doctorate δηλαδή, από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ της Αμερικής στη Σχολή της Πολεοδομίας.
Σπούδασα με υποτροφία του Ιδρύματος Αλέξανδρου Ωνάση σαν αριστούχος του Πολυτεχνείου.
Από γλώσσες, εκτός της μητρικής μου, την οποία παρεμπιπτόντως δεν ξέχασα, παρά το γεγονός ότι έζησα πολλά χρόνια στις Η.Π.Α, έχω φυσικά επάρκεια στα: Αγγλικά, στα Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά και Βραζιλιάνικα, Ιταλικά, Ρώσικα, αρκετά Κινέζικα σε επίπεδο συνεννόησης, πάει δε και λίγος καιρός που μαθαίνω Αραβικά.
Έχω πτυχίο κλασικής κιθάρας, πρωταθλητής στην κολύμβηση. Ασχολούμαι και με το Στίβο, και λίγο ακόμη να λάβω μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα ΣΚΑΚΙΟΥ, εκπροσωπώντας τις U.S.A. Δεν έλαβα όμως μέρος, γιατί συνέβησαν οικογενειακά γεγονότα και αναγκάστηκα να επιστρέψω στην Ελλάδα και…»
«Μα αν θυμάμαι καλά, είπατε ότι δεν έχετε οικογένεια…» τον διέκοψε.
«Σωστά θυμάστε. Μιλώ για τη μητέρα μου που μένει σε μικρή απόσταση από το δικό μου σπίτι. Αυτός και είναι ο λόγος που με αναγκάζει να ασχοληθώ επαγγελματικά στην Ελλάδα. Επιθυμώ να βρίσκομαι κοντά της. Να συνεχίσω;…»
«Δεν νομίζω να υπάρχει κανένα προσόν που να μη το έχετε. Φαντάζομαι να τα έχετε όλα όσα μου είπατε γραμμένα, το ίδιο αναλυτικά. Όσον με αφορά ναι μεν θα εισηγηθώ ευνοϊκά για σας, γιατί δεν σας κρύβω ότι με εντυπωσιάσατε, αλλά εκείνος που θα αποφανθεί είναι ο Γενικός Διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρίας. Θα σας απαντήσουμε εντός τεσσάρων εβδομάδων, είτε θετικά είτε αρνητικά τόσο γραπτώς όσο και με mail. Χάρηκα, και καλή της ημέρα, κύριε… κύριε… πώς είπαμε το όνομά σας; Ναι, ναι συγγνώμη, κύριε Εμπειρίδη».


Όταν έφυγε ο Εμπειρίδης, η εισηγήτρια ή γραμματέας ή ό, τι άλλο ήταν τέλος πάντων, έμεινε για λίγο σκεπτική πριν καλέσει τον επόμενο υποψήφιο για τη θέση, που περίμενε ανυπομονώντας και με το δίκιο του, αφού ο Εμπειρίδης την απασχόλησε πολύ περισσότερο του αναμενόμενου.
Μα εκείνη έφταιγε ή το ατέλειωτο βιογραφικό αυτού του πολυτάλαντου νεαρού; Και αν δεν τον διέκοπτε, σίγουρα θα αράδιαζε και άλλα προσόντα χωρίς να κομπάζει, με ένα ελαφρό υπομειδίαμα που ίσως να έκρυβε μια κάποια ειρωνεία.
«Μα είναι δυνατόν τέτοια μυαλά να έχει η Ελλάδα και να στέκονται στην oυρά διεκδικώντας μια θέση με ένα μισθό ισότιμο ενός pourboire ενός tip ή έστω κάτι λίγο πάρα πάνω. Εγώ πάντως αυτό το παλικάρι το λυπάμαι. Εδώ στην Εταιρεία θα αλλοτριωθεί, θα εξαφανιστεί.
Έχω να του προτείνω κάτι άλλο που αν το μάθει το αφεντικό θα φάω τέτοιο φύσημα από την δουλειά μου που δε θα βρω χώρο να κρυφτώ. Και βέβαια ούτε κουβέντα για αποζημίωση. Θα το ρισκάρω όμως, γιατί το παλικάρι αξίζει χρυσάφι», κατέληξε η Άννα σκεφτική καλώντας αφηρημένα τον επόμενο Υποψήφιο.


Ο Εμπειρίδης φεύγοντας από την εταιρεία, μπήκε σε μια γειτονική καφετέρια. Παρήγγειλε έναν διπλό καπουτσίνο και μία τυρόπιτα, γιατί είχε στεγνώσει τόσο το στόμα του όσο και το στομάχι του από την αγωνία που τον είχε κυριέψει από το βράδυ, εν όψει της συνέντευξης.
Την ήθελε αυτή τη δουλειά και ας ήταν μικρός ο μισθός όπως φανταζόταν ότι θα είναι, από αυτά που έβλεπε και άκουγε στην Ελλάδα της Κρίσης. Μα το συμβόλαιο θα ήταν για ένα δύο χρόνια. Θα είχε περιθώριο να ψάξει για κάτι καλύτερο χωρίς να περιμένει από τη μάνα του να του πληρώνει το νοίκι και το τηλέφωνο. ( Αχ μωρέ Πατρίδα πως σε κατάντησαν έτσι;)
Μετά θα έβλεπε τι να κάνει. Ίσως να την έπειθε να πάνε μαζί στην Αμερική.
(Εν τάξει μωρέ θα τα βρούμε. Σε μια πατρίδα που γελά τις περισσότερες μέρες το χρόνο, με ένα τέτοιο ήλιο και τέτοιο γαλανό ουρανό δεν μπορεί να είναι μουρτζούφλικα τα πράγματα. Θα αλλάξουν, δεν μπορεί.)
Μα βρε ευλογημένε Εμπειρίδη, ας έμενες στην Αμερική εκεί που τόσα χρόνια ήσουν και ας έπαιρνες και την Αρετούλα τη μάνα σου εκεί.
Μα όχι, εκείνη δεν ερχόταν. Ήταν αλλιώς μαθημένη στη χώρα της. Με τις φίλες της, τις γειτόνισσές της, με της βεγγέρες τις καλοκαιρινές της και τη θαλπωρή τη χειμωνιάτικη πλάι στο τζάκι. Και σιγά το κρύο στην Ελλάδα. Δυο τρεις μέρες κρύο και τις υπόλοιπες τριακόσιες τόσες με ένα εκτυφλωτικό ήλιο.
Έτσι όπως έβλεπε της πάγους και τα χιόνια στις Η.Π.Α. από την Τ.V., έριχνε και μια ζακέτα στην πλάτη της γιατί και με την εικόνα και μόνο, ένιωθε την παγωνιά όχι μόνο στο σώμα της μα και στη ψυχή της.
«Πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι με τέτοιες καιρικές συνθήκες;» , αναρωτιόταν και έκανε το σταυρό της ευχαριστώντας την τύχη την καλή της που της έταξε να ζει σε αυτή την ευλογημένη γωνίτσα της γης.
Βέβαια, της έλειπε το παιδί της ο Μάριος, μα τι να έκανε; Όπου να είναι θα τελείωνε τις λαμπρές του σπουδές και θα γύριζε στην Πατρίδα.
Μπορεί να μη μείνουν στο ίδιο σπίτι μα οποιαδήποτε στιγμή τον χρειαζόταν και είχε την ανάγκη της παρουσίας του θα την είχε.

*

Όταν τελείωσαν οι ακροάσεις, η Άννα ζήτησε από τα διευθυντικά στελέχη τη σύγκλιση του συμβουλίου προσλήψεων να τους ενημερώσει για τους υποψηφίους για την πολύ υπεύθυνη θέση της εταιρείας τους να τους δώσει τα βιογραφικά και να τους πει τη προσωπική της γνώμη.

Η Άννα ήταν μια κοπέλα πολύ αξιόλογη γύρω στα 30 της που ξεκίνησε με φιλοδοξίες μεγάλες με μεταπτυχιακά στη Βρετανία και με διάθεση να πετύχει, ανοίγοντας κάποια στιγμή το δικό της γραφείο.
Γρήγορα κατάλαβε, και ευτυχώς που το κατάλαβε νωρίς, ότι αν εξακολουθούσε να εργάζεται κατά μόνας το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να εξασκηθεί στο sudoku και το σταυρόλεξο. Που σημαίνει ότι θα κυνηγούσε μύγες.
Έπιασε δουλειά λοιπόν στην εταιρεία τούτη, ακριβώς με την ίδια διαδικασία που μετήλθε ο νεαρός Εμπειρίδης, και από δοκτορέσα κατέληξε να γίνει ιδιαιτέρα γραμματέας του διευθυντή ο οποίος δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν είχε τελειώσει και το Λύκειο ακόμη. Είχε λάβει τη θέση του διευθυντού κληρονομικού δικαίου.
Ο πατέρας του, ονομαστός Πολεοδόμος.
Και ο υιός ονομαστός bon viveur και κυνηγός ωραίων γυναικών. Κατά έναν περίεργο πάντως τρόπο είχε ένα μεγάλο ταλέντο στα διοικητικά, ήταν καπάτσος, εύστροφος και πονηρός .
Επάνδρωσε τη εταιρεία του με άξια στελέχη που αναπλήρωναν την ανεπάρκειά του και όλα πήγαιναν ρολόι.
Η επιχείρηση απέκτησε μεγαλύτερη ακόμη φήμη επί των ημερών του, όχι μόνον εντός της Ελλάδος, μα σε όλη την Ευρώπη. Ο άνθρωπος είπαμε είχε ταλέντο που του το αναγνώριζαν όλοι. Έφτιαξε έναν κολοσσό και τον στελέχωσε με ό, τι εκλεκτότερο υπήρχε στον επιστημονικό τομέα. Έπαιρνε τη γνώση τους και τη δουλειά τους και τους έδινε ψίχουλα. Αυτός γινόταν διάσημος και δυνατός και αυτοί δούλευαν σκληρά λέγοντας και ευχαριστώ που βρέθηκε αυτή η μοναδική εταιρία που Κρίση ξε κρίση ανθούσε.
Το αφεντικό όπως είπαμε γάτα, λαγωνικό ανεύρεσης ταλέντων, ένα προσόν που ομολογουμένως δεν το έχουν πολλοί εργοδότες. Τούτος εδώ όμως, ναι μεν με ανύπαρκτες επιστημονικές γνώσεις, αλλά με έμφυτο εμπειρικό ταλέντο, έπαιζε στα δάκτυλα τη δουλειά του σε σημείο που τα ανώτατα στελέχη του να υπερτερούν μόνο στην αξία της υπογραφής τους που συνοδεύονταν από ανώτατα πτυχία και περγαμηνές. Στην ουσία όμως ήταν ΑΥΤΟΣ που ήταν ο πλέον ενημερωμένος και για την πιο δύσκολη πτυχή ενός έργου. Είχε άποψη για τα πάντα. Έδινε τις κατευθυντήριες γραμμές, προγραμμάτιζε, διοικούσε και βέβαια εκμεταλλευόταν τους πάντες γιατί ήταν τσιγκούνης και άπληστος σε σημείο που ο Ταρτούφος φάνταζε σπάταλος συγκρινόμενος μαζί του.
Αυτά σκεφτόταν η Άννα καθώς περίμενε το meeting, και χωρίς να ξέρει το γιατί την κατείχε μία περίεργη ανησυχία για την τύχη του νεαρού Εμπειρίδη. Νεαρού… Αλήθεια πόσων χρόνων είπε ότι ήταν; Αν θυμάται καλά εικοσιοκτώ. Είχε αποφασίσει ότι σε περίπτωση αρνητική ή μιας πρόσληψης με μικρή αμοιβή, θα του αντιπρότεινε εκείνη κάτι άλλο, τολμηρό και φιλόδοξο:
Μια ανάλογη με τη δική τους εταιρεία στο Ντουμπάι ζήτησε από την Ελληνική… ομόλογό της να τους στείλει ικανά στελέχη που θα είχαν την εμπειρία που είχαν αυτοί ανάγκη. Και η Άννα ρίσκαρε.
Πριν πάει στο meeting ζήτησε να δει τον Εμπειρίδη κατ‘ ιδίαν και να του εκθέσει ανοιχτά και ειλικρινά πώς έχει η κατάσταση.
Αν πήγαινε αυτός στο Ντουμπάι θα πήγαινε και αυτή. Καιρός να αξιοποιήσει τις δικές της περγαμηνές που θάφτηκαν κάτω από το βάρος της Κρίσης αλλά και την εκμετάλλευση.
Αν αυτός συμφωνούσε, το meeting θα έπαιρνε άλλη μορφή.
Αυτή θα υπέβαλε την παραίτησή της, μαζί με τα βιογραφικά των υποψηφίων, θα έπαιρνε τη βαλίτσα της και θα περίμενε τον Εμπειρίδη, να πάνε να αμολήσουν τον αετό τους στον επίσης γαλανό κι ηλιόλουστο ουρανό του Ντουμπάι όσο ήταν καιρός, γι αυτήν τουλάχιστον Σε λίγο θα καβάτζαρε τα 30 της κι αν αργούσε λίγο ακόμη όχι μόνο καριέρα δε θα έκανε, μα ούτε και παιδιά, οικογένεια.
Τι έγιναν τα όνειρά της;
Τι έγινε ο κόπος και ο μόχθος της;
Τι έγινε το χρήμα που ξόδεψε η οικογένειά της γι αυτήν να σπουδάζει στα Λονδίνα;
Όλα χαμένα στο βωμό της ανάγκης για επιβίωση;
Ε, όχι η Άννα ναι μεν ΔΕΝ μιλούσε, μα είχε αρχίσει να θυμώνει πολύ. Και όταν η σιωπή γίνεται θυμός, να τον φοβάσαι αγαπητό μας αφεντικό, να τον φοβάσαι.
Αν όμως ο Εμπειρίδης ήταν η θρυαλλίδα που άναψε και εξεράγει νάρκη χρόνων χαμένων, από ευγνωμοσύνη και μόνο - όχι και «μόνο» βρε Άννα, μη λες και «μόνο». ΕΣΥ είσαι κορίτσι σπαθί - ό, τι καλό προετοίμαζε για τον εαυτό της θα αφορούσε άμεσα και αυτόν. Γιατί, για να πάει μόνη της αδύνατον, φοβόταν. ΤΙ φοβόταν ακριβώς, δεν το είχε συγκεκριμενοποιήσει. Απλά, ΦΟ ΒΟ ΤΑΝ.
Ζήτησε να τον δει.
Του μίλησε με ειλικρίνεια.
Του είπε ότι ήταν σίγουρη ότι θα ήταν αυτός που το λαγωνικό αφεντικό θα επέλεγε μεταξύ των υποψηφίων.
Του εξέθεσε τα υπέρ, τα κατά, τις προοπτικές στο Ντουμπάι, και τον άφησε να σκεφτεί.
Το meeting ήταν για την Τρίτη. Σήμερα Παρασκευή…
Αν επέλεγε Ντουμπάι, είχαν περιθώριο αυτές τις ημέρες να ενημερώσουν και να ενημερωθούν από τους εκεί ενδιαφερόμενους για τις λεπτομέρειες.
Μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι θα περίμεναν την απάντησή τους ΚΑΙ αν συμφωνούσαν, θα τους ζητούσαν προκαταβολή δύο μηνιαίων μισθών και τα εισιτήρια. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο μισθός ανά μήνα θα ήταν όσος τριών μηνών σε τούτη εδώ την εταιρεία. Καλά λεφτά για αρχή…
Η Άννα λοιπόν περίμενε το ΟΚ του Εμπειρίδη και ο Εμπειρίδης το ΟΚ της κυρίας Αρετής, το οποίο αυτός έθεσε σαν όρο απαράβατο.
Αυτός άφησε την Αμερική για χάρη της. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάει πουθενά χωρίς εκείνη. Αν δεχόταν, τότε και αυτός πάνω σε αυτόν τον καμβά θα κεντούσε.
Ευτυχώς όλες οι απαντήσεις, εγχώριες και ξένες, ήταν θετικές. Έτσι, πήραν τις βαλίτσες τους και με την καρδιά τους γεμάτη ανατέλλοντα όνειρα, πέταξαν για το Ντουμπάι.
Και ο Έλληνας εργοδότης μέσα στην απορία. Γιατί η καλή του Γραμματέας προτίμησε να πάει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα και όχι το σίγουρο… ξεζούμισμά της στην εδώ «καλά» αμειβόμενη δουλειά της στο δικό του μικρομάγαζο;…
Δεν μπορούσε λέει να καταλάβει τη γυναίκα, πάει και τελείωσε.
Ναι. Η γυναίκα ήταν που έφταιγε ηλίθιε και εσύ δεν μπορούσες να την καταλάβεις!
Αυτό είναι το χαρακτηριστικό των ανόητων ανθρώπων. Επισημαίνουν αυτά που θεωρούν σαν σφάλματα στους άλλους και τα δικά τους σφάλματα που είναι ακριβώς κάτω από τη μύτη τους δεν τα βλέπουν οι θεόστραβοι.
Και όχι μόνο αυτό. Άκου τώρα: «ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ εγώ;
ΕΓΩ βρε αχάριστη ΆΝΝΑ; Γιατί; Ήταν πολύ αυτό που σου ζήτησα να εργάζεσαι ΚΑΙ το απόγευμα αφού ΠΝΙΓΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ;
ΤΙ; ΠΛΗΡΩΜΗ ΓΙΑ ΥΠΕΡΩΡΙΕΣ;
Μα είμαστε καλά, εν μέσω κρίσης να μου ζητάς κάτι τέτοιο; »

«Ακριβώς γι‘ αυτό, άντε και στο διάβολο κόπανε Σκρουτζ. »

*

Το ΝΤΟΥΜΠΑΙ είναι το μεγαλύτερο από τα επτά Εμιράτα του Περσικού Κόλπου. Το φυτικό του Βασίλειο δεν είναι αυτοφυές! Τα πάντα, δέντρα, φυτά, λουλούδια, γρασίδια, είναι όλα εισαγωγής και οι περισσότεροι των κατοίκων του εισαγόμενοι επίσης. Το Ντουμπάι είναι η Επιτομή της πολυτέλειας και της χλιδής. Το ακριβότερο Ξενοδοχείο του Κόσμου 7 αστέρων βρίσκεται εκεί και ο υψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου επίσης. Πολυτέλεια που να χάνεις το νου σου.
Αυτά όλα δεν ήταν βέβαια δέλεαρ για την κυρία Αρετή, τη μητέρα του Μάριου του Εμπειρίδη, αλλά μήπως και θα κάθονταν εκεί για πάντα; Όπως τη βεβαίωσε ο γιος της, κάποια σύντομη μελλοντική στιγμή θα επέστρεφαν στην Ελλάδα με πολλά εφόδια για να στήσουν τη δική τους επιχείρηση με ένα όνομα τρανταχτό, που θα είχαν αποκτήσει στο Ντουμπάι. Θα γύριζαν σε μια Ελλάδα όπως είχαν την ελπίδα, χωρίς μνημόνια και εφιάλτες τύπου Βόλφανγκ Σόιμπλε.
Με ενωμένες δυνάμεις θα έστηναν το σπιτικό τους γιατί εκεί στη χρυσή την πολυτελή ξενιτιά διαπίστωσαν, πόσο πολύ ταίριαζαν, πόσο πολύ νοιάζονταν και τελικά πόσο πολύ αγαπούσε τον Μάριο η Άννα και τούμπαλιν.
Πράγματι, η Αρετή αγάπησε αυτό το δυναμικό και μοναχικό κορίτσι που έγινε η αιτία να βρει ο γιος της την οντότητα την επαγγελματική του να αποκτήσει δική του οικογένεια αυτός ο φανατικός εργένης, αφού γρήγορα την έστειλε τη μάνα του στην Άννα να ζητήσει για λογαριασμό του το χέρι της.
Ευλογημένη εκείνη η ημέρα των ακροάσεων που η Μοίρα τους είχε στήσει καρτέρι.
Να είναι καλά και η εταιρεία εκείνη, που παρά τη μιζέρια της, άθελά της, της προσέφερε γενναιόδωρα την Αγάπη και ένα Έρωτα που και άλλες φορές είχε κτυπήσει την πόρτα της μα όλες αυτές τις φορές ήταν για να καταλάβει ότι ερωτεύτηκε στ’ αλήθεια τούτη τη φορά, το Μάριό της.
Όλα γίνονται για κάποιο λόγο τελικά… Το πιστεύω ακράδαντα.

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

 

_____

*Το διήγημα αυτό βραβεύτηκε με Β’ Έπαινο στον διαγωνισμό διηγήματος 2015 της «Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού» Κύπρου.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ’ αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ’ αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

9 Σχόλια

  1. drmakspy

    Γλυκό τέλος… Όμορφη ιστορία που σίγουρα κάπου συμβαίνει τώρα…. Αχ Ελλάδα πόσο μας πληγώνεις. Και πόσο σ’ αγαπάμε…

    Απάντηση
    • Λένα Μούλιου

      Σας ευχαριστώ πολύ πολύ…

      Απάντηση
  2. Αννα Ρουμελιωτη

    Πολυ μου αρεσε η ιστορια σας!!

    Απάντηση
    • Λένα Μούλιου

      Ευχαριστώ τόσο πολύ…

      Απάντηση
  3. Diogo Thomaz

    μου αρεσε πολυ!!

    Απάντηση
  4. Maria Christina Thomaz

    Μπράβο!!

    Απάντηση
  5. Matina Mardeli

    Πολύ σύγχρονη, ανθρώπινη ιστορία! Μου αρέσει το αισιόδοξο, ελπιδοφόρο μήνυμα που δίνει! Μπράβο στη συγγραφέα!

    Απάντηση
  6. Λένα Μούλιου

    Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Με κάνετε και κοκκινίζω!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!