pencil_colour

Η κυρία Ειρήνη Χλώρου ήταν χρόνια δασκάλα σε ένα παλιό δημοτικό σχολείο στην Καλλιθέα. Πρώτη και Δευτέρα δημοτικού ήταν οι τάξεις που αναλάμβανε. Κι ακόμα και αν μουρμούραγε στον κάθε διευθυντή της χρονιάς ότι όλο αυτές τις τάξεις παίρνει, μέσα της ήξερε πως μόνο ετούτες τις δύο πρώτες τάξεις επιθυμούσε. Να βοηθήσει ετούτα τα πλασματάκια να χωρέσουν στον κόσμο που ήρθαν. «Να χωρέσουν τα δικά τους όνειρα και όχι τα όνειρα άλλων», σκεφτόταν πολλές φορές βλέποντας γονείς και γονείς να επιμένουν να τους μεταδώσουν τα δικά τους.

Η σχολική χρονιά 2014-2015 τη βρήκε δασκάλα στην Α΄Δημοτικού. Άκρως προετοιμασμένη για τούτα τα διαβολάκια που θα γνώριζε, ξεκίνησε πίνοντας μια μεγάλη κούπα δυνατό καφέ για να αντέξει την ενεργητικότητά τους. Αριθμός μαθητών 32! «Μα 32 Κ. Αλεξίου;» φώναζε στον διευθυντή που τη γνώριζε την τελευταία τριετία. «Είναι δυνατόν να διδάξω σε 32 παιδιά ταυτόχρονα;» του έλεγε με παράπονο. «Μα Ειρήνη, δε γίνεται να τα χωρίσω σε 2 τμήματα. Και πες ότι το έκανα. Πού θα βρω δάσκαλο; Αφού τα ξέρεις τι ρωτάς! Εγώ τα κανονίζω;» της έλεγε ξεφυσώντας.

Έτσι, η καινούρια σχολική χρονιά ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις! 32 ζουζούνια όρμησαν στην τάξη έτοιμα να την κατασπαράξουν. Κορίτσια, αγόρια όρθια παλεύανε να κάτσουνε με τους φίλους τους από το νηπιαγωγείο. Κάποια άλλα που δεν ξέρανε κανέναν, είχανε κάτσει στην άκρη και την περιμένανε, δύο από δαύτα κλαίγανε και ζητάγανε τη μαμά τους και όλα τα υπόλοιπα τραγουδάγανε και χοροπηδάγανε. «Άντε να τους πεις ότι εδώ δεν είναι νηπιαγωγείο και ότι θα κάνουμε μάθημα» σκεφτόταν απογοητευμένη ήδη η Ειρήνη.

Μόνο ένα παιδί, ο Άκραμ,  είχε κάτσει στο θρανίο του, έχοντας βγάλει ένα μπλε τετράδιο και την κασετίνα του. Καθόταν σε ορθή γωνία στητά, κοίταζε την Ειρήνη στα μάτια και έπλεκε τα δάχτυλα των χεριών του με ανυπομονησία, σχεδόν λαχτάρα. Σαν συναντήθηκαν οι ματιές τους, η Ειρήνη έμεινε έκπληκτη από τη συμπεριφορά του. Σα μύγα μες στο γάλα φαινόταν ο μικρός. «Θεέ μου θα τον κατασπαράξουν τα θηρία!!!» είπε από μέσα της. Η εμπειρία της, της είχε διδάξει πως το διαφορετικό περιθωριοποιείται αυτομάτως.

Το πρώτο μάθημα έληξε άδοξα. Συνηθισμένη όμως η Ειρήνη από τέτοιες σχολικές μέρες θεώρησε άκρως επιτυχημένη τη μέρα της, εφόσον είχε καταφέρει να βάλει τα παιδιά να κάτσουνε στα θρανία! Σε ένα πρόχειρο πλάνο σημείωσε τα ονόματά τους για να τα μάθει. Και σε ένα δικό της σημειωματάριο, έγραφε δυο-τρία χαρακτηριστικά που εντόπιζε σε κάθε παιδί για να τα προσέξει στο μέλλον. Στο όνομα του Άκραμ έβαλε μπόλικα θαυμαστικά και τη φράση «Να τον προσέχω!». Ήδη όταν άκουσαν τα άλλα παιδιά το όνομά του απόρησαν. Και άρχισαν τα γνωστά παιδικά αστεία. Αφελή μεν ενοχλητικά δε.

Η αλήθεια ήταν ότι ο Άκραμ ξεχώριζε ανάμεσα σε όλα τα παιδιά. Για τσάντα είχε ένα πολυκαιρισμένο μαύρο σακίδιο πλάτης. Το γέμιζε με λίγα μπλε τετράδια και τα βιβλία του. Είχε μια απλή καφέ κασετίνα με τα απολύτως απαραίτητα. Λίγα μολύβια, ένα χάρακα, μία ξύστρα και μία γόμα. Τριγύρω του έβλεπες χρωματιστά σχέδια από πανάκριβες τσάντες τρόλεϊ, τετράδια με ένα σωρό παιδικούς ήρωες και κασετίνες παραγεμισμένες με μαρκαδόρους, γόμες με ένα σωρό σχέδια και λοιπά αξεσουάρ. Μα τον έβλεπες να στέκει αδιάφορα ανάμεσα σε όλα αυτά. Δεν είδε ποτέ το γνώριμο βλέμμα ζήλειας πάνω του.

Μια μέρα, κάπου στα μισά της σχολικής χρονιάς, η Ειρήνη είπε στα παιδιά ότι θέλει να φτιάξουν μια ιστορία δική τους. Μπορεί να είναι ένα παραμύθι ή κάτι από τη ζωή τους. Ήθελε να τα βάλει να σκεφτούν λίγο παραπάνω. Να ξεχωρίσουν κάτι από τη ζωή τους ή από τα αγαπημένα τους βιβλία. Να προσπαθήσουν πρώτη φορά να περιγράψουν μια δική τους ιστορία. «Οι μικροί μου συγγραφείς», έλεγε κάθε χρονιά που έβαζε αυτήν την άσκηση και χαμογελούσε ακούγοντας τα αριστουργήματά τους.

Όταν ήρθε η μέρα το κάθε παιδί να πει την ιστορία του, η Ειρήνη ανυπομονούσε. Με πόσες ιστορίες γέλασε και με πόσες άλλες προβληματίστηκε. Άκουσε ιστορίες για ιππότες και νεράιδες. Άκουσε για γάτες που αρρωστήσανε και για πύργους που διαλύθηκαν. Άκουσε για όμορφα καλοκαίρια σε χωριά και παππούδες και γιαγιάδες που έκαναν ταξίδι στον ουρανό. «Τι διαμάντια σκέψεων και συναισθημάτων είναι όλα τούτα τα παιδιά», σκεφτόταν τρυφερά.

Όταν ήρθε η σειρά του Άκραμ, ο Άκραμ σηκώθηκε όρθιος και με σταθερή δυνατή φωνή είπε την ιστορία του:

«Με λένε Άκραμ. Το ξέρω, το όνομά μου είναι αστείο. Δεν το ήξερα ότι είναι αστείο. Το έμαθα όταν ήρθα στην Ελλάδα πριν λίγα χρόνια με τους δικούς μου. Δε με πειράζει όμως που γελάνε σαν το ακούνε. Η γιαγιά μου, μου έλεγε ότι το γέλιο είναι πηγή ζωής. Και αν το όνομά μου δίνει ζωή τότε εγώ είμαι μια πηγή της. Δε διαφέρει και πολύ από αυτό που σημαίνει το όνομά μου πραγματικά. Το Άκραμ σημαίνει στη χώρα μου «πηγή γενναιοδωρίας» και η μητέρα μου, μου το έδωσε γιατί ο ουρανός της χάρισε εμένα. Πριν από εμένα είχε μείνει έγκυος σε άλλα τρία παιδιά αλλά δεν καταφέρανε να ζήσουνε. Εγώ ήμουν ο τέταρτος. Όταν γεννήθηκα, η μαμά μου έμεινε και κοίταζε τον ουρανό για ώρες.

Φέτος η μαμά μου, μου έκανε το μεγαλύτερο δώρο. Με έγραψε στο δημοτικό. Και με τη βοήθεια της γειτονιάς απέκτησα μια πανέμορφη τσάντα και τετράδια και κασετίνα με ένα σωρό πράγματα. Θυμάμαι ακόμα εκείνο το βράδυ που μου τα έδωσε η μαμά μου. Σαν χάζευα τα μολύβια, μου είπε «να γράφεις με την καρδιά μικρέ μου». Εκείνο το βράδυ, δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου!  Έβλεπα τα δώρα μου και σκεφτόμουν πόσο όμορφα θα περάσω εδώ και πόσο τυχερός ήμουν.

Κάθε μέρα ξεκινάω τραγουδώντας για το σχολείο. Έτσι κάναμε και στα μέρη μου όταν ξεκινάγαμε από το πρωί για τις δουλειές μας. Η Α΄Δημοτικού είναι πολύ ωραία. Γνώρισα τόσα παιδιά και είμαι πολύ χαρούμενος που περνάμε ώρες μαζί. Η δασκάλα μου, με κάνει να χαμογελάω. Τα λέει όλα τόσα όμορφα και κάθε φορά που λέει κάτι καινούριο, το λέω πολλές φορές από μέσα μου για να το μάθω και εγώ. Το σχολείο με κάνει να ξεχνάω τη χώρα μου, που μου λείπει. Μερικές φορές το σχολείο αυτό με κάνει να πιστεύω ότι χώρα μου είναι η Ελλάδα» είπε και κάθισε στο θρανίο του αφήνοντάς άφωνη την Ειρήνη.

Τα παιδιά μόλις άκουσαν την ιστορία του, μαζεύτηκαν όλα γύρω του και άρχισαν να τον ρωτάνε από πού είναι, ποια είναι η χώρα του, αν έχει αδέρφια, ερωτήσεις που εκκρεμούσαν να γίνουν από την πρώτη σχολική μέρα. Ξαφνικά, τα σύνορα είχανε σπάσει χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση εκείνη ως δασκάλα. «Μέρες και μέρες πάλευα να περάσω αντιρατσιστικά μηνύματα στα παιδιά, χρόνια και χρόνια έφτιαχνα ιστορίες που θα τα βοηθούσαν να σκεφτούν λίγο πιο ώριμα και ο μικρός Άκραμ μας πρόσφερε τούτο το μάθημα γενναιόδωρα, τιμώντας το όνομά του, με τον πιο άμεσο τρόπο…» σκέφτηκε βουρκωμένη.

Αυτή η σχολική χρονιά έκανε την Ειρήνη μαθήτρια και τον Άκραμ τον καλύτερο δάσκαλο που είχε ποτέ της!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!