Σήκω μωρή παλιοσκουριά, πάρε τα πάνω σου, το φεγγάρι είναι ένα και όλοι φεγγάρι το βλέπουνε.

Λιάκος

 

-Ρε σαν την Ζαχαρούλα μου κανένα, όλα κονσερβοκούτια είναι.

-Λιάκο ρετάρεις, καις λάδια σαν την Ζαχαρούλα που θέλει τρία κιλά για να πάει από το Παγκράτι στο Βύρωνα, χώρια που πρέπει να είσαι ξάδερφος του Ωνάση για να πληρώνεις την βενζίνη.

-Σιγά ρε, απαντούσε ο Λιάκος στην μαριδομαστοράντζα που είχε μαζευτεί στο μαγαζί και του έκανε καζούρα πότε για το μαγαζί πότε για τ΄ αμάξι του την Ζαχαρούλα.

Το μαγαζί ήταν μια χαμοκέλα, ένα μισογκρεμισμένο αρχοντικό, που το άφησε ο μπάρμπας του προτού μπαρκάρει για να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Τον φάγανε τα ψάρια του Ατλαντικού μαζί με καμιά εικοσαριά ακόμη, μια νύχτα δαιμονισμένη και κακιά. Έτσι την έλεγε ο Λιάκος, που αν και πιτσιρίκος όταν γίνηκε το κακό, τον πένθησε τον μπάρμπα σα να τανε πατέρας του. Τόσο τον αγαπούσε. Σαν τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ του.

Η Ζαχαρούλα πάλι, ήταν ένα OPEL CAPITAN του '57, σαν κι αυτά που γαζώνουν οι γκάνγκστερ στις ταινίες. Αυτές που τις έβλεπε το δίμετρο ανθρώπινο νταμάρι, ο Λιάκος και έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Όχι γιατί φοβότανε. Αλλά να γαζώνουν έστω και στα ψέματα τόσες Ζαχαρούλες, δεν το χώραγε ο νους του με τίποτα. Ρε καλέ μου, ρε χρυσέ μου να του λένε οι φίλοι, ρόμπα γινήκαμε σταμάτα. Αυτός τίποτα. Γοερό κλάμα για τις Ζαχαρούλες του σινεμά που Τις έκαναν σουρωτήρια για τα μακαρόνια τα χοντρά. Αγαθός γίγαντας, όπως το λένε και τα παραμύθια για παιδιά.

Το κανονικό του όνομα, Ασημένιος. Αυτό έγραφε η ταυτότητα, αυτό τα χαρτιά. Σαν σφραγίδα πάνω στο πετσί του που δεν την γουστάριζε με τίποτα. Δεν την χώνευε όπως και τις φακές που του φέρναν δυσπεψία.

Ασημίνα λέγανε τη γιαγιά του από του πατέρα του την πλευρά. Την είχε παρατήσει στα δύσκολα χρόνια ο παππούς του, που δεν τον γνώρισε ποτέ, με τρία παιδιά στην πείνα και την ανέχεια. Σ' άλλη γη και σ' άλλα μέρη ο γέρος, παρέα με μια παρδαλή που γνώρισε ένα βράδυ στα κωλόμπαρα του Ψειρή, αυτά που δεν τα πλησίαζε ούτε ποντικός από την βρώμα. Μπουχός ο νταής, αλά μπρατσέτα με την σουρλουλού και πίσω η κυρά Ασημίνα με τρία παιδιά, να τα φέρει βόλτα καθαρίζοντας σκάλες του ενός και τ 'αλλουνού.

Ένα από τα τρία και ο πατέρας του Λιάκου. Σόι όμως πάει το βασίλειο και την κατάλληλη

στιγμή, μην τον είδατε και μην τον απαντήσατε τον Κίτσο το λεβέντη και τον καραμπουζουκλή. Αγκαζέ μιαν άλλη παρφουμαρισμένη μαϊμού κι αυτός, τράβηξε για την χώρα του καφέ. Μακριά κι αγαπημένοι και κακία καμιά. Ταλαιπωρήθηκε κάτι χρόνια, μέχρι που βρέθηκε ένα ευλογημένο κουνούπι, τον τσίμπησε και σε ημέρες τρεις, είδε τις χουρμαδιές ανάποδα.

Δεν πέρασαν δυο χρόνια από τότε που ο μουστερής την κοπάνησε, έσκασε κι η μάνα του Λιάκου από την στεναχώρια και το περίμενε.

Τότε ήταν κοντά στα πέντε και τον μάζεψε ο μπάρμπας του. Καλός άνθρωπος, μεγάλη καρδιά. Σαν παιδί του τον είχε. Τον φρόντιζε στα όλα του, μόνο στα μέσα του δεν μπορούσε να μπει να τα γιατρέψει και να γλυκάνει την πίκρα. Και πιο πολύ εκείνη την καταραμένη σφραγίδα του Ασημένιου. Δεν του έλεγε και τίποτα κάθε που καμάρωνε γατί τ' ανίψι του είχε το όνομα της μάνας του. Το κάζο που έτρωγε όμως στις αλάνες της Γούβας και του Αγιαρτέμη δεν το χώνευε με τίποτα.

Μέχρι τα δεκαπέντε του, το κουβάλαγε στην πλάτη. Βαρίδι.

Το άφησε ένα βράδυ μαζί με την παρθενιά του, σε ένα μπουρδέλο δίπλα στο Σινέ Λαού στο Μεταξουργείο. Τόλμησε να το πει στην σαραντάρα τσατσά, μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου της μετατροπής του έφηβου σε άντρα. Κούρνιασε στα χέρια της και της εμπιστεύτηκε την πίκρα που κουβάλαγε. Εκείνη τον άκουσε και όταν τελείωσε του είπε με την φωνή “φαρυγγίτιδα”,  “Aντράκι μου μην σκιάζεσαι, δεν το γουστάρεις το Ασημένιος, δεν το ‘χεις. Λιάκο σε λένε από τώρα, που είναι βαρβάτο σαν και εσένα και άμα φύγεις από εδώ να πας να τους το πεις. Λιάκο με λένε μάγκες ο Ασημένιος ψόφησε. Τον κλάψανε οι ρέγκες.”

Ο πρώτος που την άκουσε για τα καλά, ήταν ο μάστοράς του την άλλη μέρα το πρωί. Μόλις του φώναξε κοροϊδευτικά «μωρή Ασημένια, φτιάξε μου καφέ» πετάχτηκε αναψοκοκκινισμένος ο Λιάκος : «ώπα μωρή λούγκρα, ώπα, πάει ο Ασημένιος, ψόφησε. Από δω και πέρα Λιάκος, κι άμα γουστάρεις. Όσο για τον καφέ να τονε φτιάξεις μοναχός σου. Άει σιχτήρ.»

Ψάρωσε ο μάστορας. Τα είδε κωλυόμενα. «Καλά ρε μαγκάκι, Λιάκο είπες, Λιάκο θα σε λέμε. Καφέ θέλεις ή ήπιες;;»

Θέλω, γλυκύ βραστό και όχι. Πάω για τα τσιγάρα και έρχομαι.

Τον λογάριαζε ο μάστορας το Λιάκο, είχε χαρίσματα από φυσικού του. Μάθαινε γρήγορα, ήταν τίμιος και εχέμυθος, φρόντιζε το μαγαζί και πάνω από όλα φύλαγε και τον ίδιο από τις κακοτοπιές. Που να του μιλήσει άνθρωπος άμα είχε κάνει καμιά κουτσουκέλα. Μια ματιά στο Λιάκο έριχνε και του κοβότανε τα ήπατα. Πιτσιρικάς, αλλά γεροδεμένος και ψηλός. Νταβραντισμένο παλικάρι.

Όλοι με το μαλακό τον έπαιρναν μην τύχει και σηκώσει χέρι. Για αυτό δε του είπε τίποτα. Για αυτό η λουλού έβαλε την ουρά στα σκέλια και κατάπιε την γλώσσα του μόλις τον είδε ξαναμμένο και άγριο.

Η γειτονιά γέμισε κάθε λογής μαγαζιά για τα αυτοκίνητα, ηλεκτρολογεία, φαναρτζίδικα, βαφεία, μηχανουργεία και ότι είχε σχέση με αυτά. Όλα «παιδιά» της χαμοκέλας και του Λιάκου. Πέρναγε η μαρίδα από τα χέρια του πριν περάσει την πόρτα της σχολής. Οι περισσότεροι, βλαστάρια εκείνων που πάταγαν καζούρα με το τσουβάλι στον Ασημένιο, στις αλάνες και τα χωράφια πριν χρόνια. Ως και ένα παλικάρι που τώρα είναι στις Αμέρικες και σχεδιάζει αυτοκίνητα σε μια μεγάλη φάμπρικα από την χαμοκέλα και τα χέρια –κουπιά του αγαθού γίγαντα βγήκε. Όλοι ήξεραν πως το αγόρι γίνεται άντρας στα μπουρδέλα, μάστορας στην χαμοκέλα και οδηγός πίσω από το τιμόνι της Ζαχαρούλας.

Τα άφηνε τα παιδιά να ξεχαρμανιάζουν. Να κάνουν τα κόλπα τους στα χωράφια αλλά τα συμβούλευε κιόλας. Έτσι θα μπεις στην στροφή, εκεί το φρένο, εκεί θα σανιδώσεις για να φύγεις. Τέτοιος ήταν. Σώμα φτιαγμένο μόνο από τα υλικά της καρδιάς. Αγάπη με δύο τεράστια πόδια και μυαλό ξουράφι.

Χάριζε δε απίστευτες ώρες την «Ζαχαρούλα» στην πιτσιρικαρία γιατί από μια Ζαχαρούλα έγινε Λιάκος και ξεφόρτωσε όλο το βάρος της ψυχής του.

Άμα καμιά φορά έβλεπε κανέναν κατσούφη και μαραζωμένο, του κούναγε τα κλειδιά της και του φώναζε με εκείνη την φωνή την μπάσα και βαριά :

“Σήκω μωρή παλιοσκουριά, πάρε τα πάνω σου, το φεγγάρι είναι ένα και όλοι φεγγάρι το βλέπουνε.”

 

του Βαγγέλη Τσερεμέγκλ​η

Γεννήθηκα πριν από 49 χρόνια στο Περιστέρι. Εκεί μεγάλωσα, εκεί έπαιξα, εκεί πήγα σχολείο, εκεί πρωτοδούλεψα, εκεί μένω ακόμη.  

Οι  παλιές γραφές μου, όσες γλίτωσαν το καλάθι των αχρήστων, είναι καταχωνιασμένες στα συρτάρια και τα ντουλάπια αρνούμενες κατηγορηματικά να εκτεθούν από ντροπή και συστολή.  

Οι νεότερες και μάλλον πιο ώριμες, σερφάρουν διαδικτυακά, πότε εδώ και πότε εκεί, αλήτισσες και ανεξέλεγκτες.  

Η  φλόγα παραμένει ζωντανή και το μικρόβιο θεριεύει τελευταία σαν να μην μπορεί να χωρέσει πια στο κουτί του νου. Εκτίθεται τώρα, χωρίς καμία συστολή, αναζητώντας χώρο ανάμεσα σε αυτούς που γνωρίζουν και αυτούς  που επιθυμούν να μάθουν.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!