ο μονόπαντος

5.04.2015

Μονόπαντα προχωρεί η σκέψη, γερμένο καράβι που το έδεσαν οι αγέρηδες. Κατά καιρό, προσπαθεί να ορθωθεί περήφανα. Πολλές σκέψεις από κάποιον που δεν θέλεις να σκέφτεσαι…
Βλέμματα λαγνείας έστειλε και μείναν στην κοκκινομάλλα, εκείνη ένα σιχασιάς του ανταπέδωσε, γι’ αντίποινα στόχευσε ξερογλείφοντας τον τουρλωτό πισινό της.
Τ’ απομεινάρια της θάλασσας στα ξέχειλα γένια του, νίφτηκε αχάραγα στην αλμύρα της, πήραν να κρουσταλλιάζουν. Ξεφύσηξε, αφέθηκε ν’ ακούει το κύμα, το μόνο που μπορεί να τον ακούσει, μια στιχομυθία μέσα στο χαμόγελο που αγκυλώνεται στα σπαθοσπασμένα γένια του.
Μετά τα σαράντα αφέθηκε, το σώμα του ανέχεται τα λερά του ρούχα, ξεπλένονται μονάχα από τη βροχή, οι αισθήσεις τη βρόμα που τον καταδιώκει, ακολουθείται από μια ξινίλα εμετική, τα μαλλιά άκοπα καιρό, τα γένια τρυπούν το στέρνο, προχωρεί κι όλο γέρνει, λες και το πόδι το αριστερό, υπολείπεται κάθε μέρα και περισσότερο του άλλου.
Κοιτάζει τη θάλασσα με τον ήλιο στο γείσο της τραγιάσκας του, ένα κύμα γυροφέρνει και προσπαθεί ν’ απαλλάξει τον καιρό από τους ιδιόμορφους και τους σημαδεμένους, χώνει το κεφάλι στο στέρνο και στηλώνει το βλέμμα στις στριφογυριστές τρίχες του στήθους που καθημερινά όλο και εισχωρούν σε κάποιες μνήμες που είπε πως θανάτωσε, κάποτε ήταν άνθρωπος. Έτσι πίστευε, γιατί οι άλλοι τον φιλοδωρούσαν καθημερινά με χλευασμό, ήταν ο ζαβός, το κουτσό αποπαίδι που έτρεχε και σήκωνε κουρνιαχτό, και σαν ο πατέρας τους παράτησε, πέρασε στην όχθη του μπάσταρδου, δεν μπορεί εκείνος να ήταν ο πατέρας του, εκείνος ήταν ομορφάντρας, η μάνα του γύφτισσα και με τον κουλό του τόπου θα τον συνέλαβε, γι’ αυτό κι ο άντρας έφυγε, δεν μνημονεύει πια πατέρα, η μητέρα ολημερίς ξενοδούλευε, κι αυτός πάλευε με τα λόγια των άλλων.
Κτυπούσε τις πέτρες και πηδούσαν τις πλάκες του πεζοδρομίου, μόνος, μόνος καλύτερα, του έφτανε που τους περισσότερους μήνες του χρόνου χανόταν μέσα στους τουρίστες, ντυνόταν με τα καλά του, αρωματιζόταν και φτιασιδωνόταν κι έβγαινε στην τσάρκα του, μεγαλώνοντας όλο και πιο πολύ περιποιόταν και πρόσεχε την εμφάνισή του, από Απρίλη μέχρι και Οκτώβρη ζούσε με τους ξένους του, ξένος κι αυτός, στ’ αυτιά του τα λόγια τους, άγνωστες λέξεις και προχωρούσε τη ζωή του χωρίς να γνωρίζει κανέναν κι αυτό τον γαλήνευε.
Στο λεωφορείο εδραιώθηκε δίπλα στην μακρυμαλλούσα καστανόχρωμη, το πρόσωπό της μια οβάλ φωτογραφία πλαισιωμένη οπτασίες θεϊκές, η μύτη της τόνιζε τα μεγάλα της μάτια, τα φρύδια σκέπαζαν το απονήρευτο και συγκρατούσαν ένα μέτωπο ορίζοντα. Χώνει το χέρι του στη σακούλα, κόβει λίγη από την κόρα και την θρυψαλίζει στο στόμα, η γλύκα του ψωμιού, η ζεστασιά του κορμιού δίπλα του, η κοπέλα καταχωνιάστηκε στην άκρια να μην ακουμπά τη δυσωδία του, στην απελπισία της άρχισε να συνομιλεί με τη φίλη της στο κινητό.
Μια λιβελούλα σκέψη πέταξε και χάθηκε στην ιδέα του μεσημεριού, ένας τζαναμπέτης, ναι, αυτό είσαι, θυμάται που φώναζε η μάνα, ήταν δεν ήταν δεκατριών, είναι που δεν σε ξεγέννησε μαμή, η Δεργιελού απηύδησε, δεν μπορώ παιδάκι μου, έρχεται ανάποδα, φουρκιζόταν, και μετά σαν βαπτιζόσουν πλάνταξες στο κλάμα, ο παπάς σ’ έχωσε στο νερό και μας κοιτούσε περιμένοντας να συγκατανεύσουμε στο πνίξιμό σου, η μάνα έβγαζε πάνω του όλο της το άχτι, μοναχοπαίδι και με πατέρα που σαν έφτασε στα πέντε του πήγε στην Αμέρικα και δεν γύρισε, χάθηκε μέσα στον πραγματικό κόσμο και τους άφησε να ζουν στον φανταστικό τους.
Η κυρία από μπροστά έκλεισε τα ρουθούνια της, αυτός έτριψε λίγο ψωμί στα πόδια του, κάποια πουλιά μπορεί κάποτε να επιδράμουν και στο λεωφορείο, η κυρία κάτι ψιθύρισε στη διπλανή της, αυτός την κοίταξε και της έδειξε τα σκουριασμένα δόντια του, μια αναγούλα της ήρθε. Η μικρούλα είχε πια χαθεί στ’ άδυτα της θέσης της κι αυτός κοίταξε ψηλά, να δει τα κοράκια που τον κυνηγούσαν απ’ το πρωί στην παραλία, είχαν κουρνιάσει σ’ έναν πεύκο απόμακρα απ’ το κύμα κι εφορμούσαν στα καλάμια του ρέματος ψεκάζοντάς τον με χλευασμούς, αυτός όλα τ’ ανεχόταν απ΄όλους.
Από το σύνορο τ’ ουρανού στο Όρος, ως τις ακτές της Σιθωνίας ένα αγεράκι σε ξελίγωνε, κάποιες επιτηδευμένες φωνούλες πουλιών, ο βόμβος ενός τζίτζικα, ένα παράταιρο κλαδί πεύκου περιόριζε το βλέμμα, απ’ την κορυφή του Άθω στον γυαλό της Σάρτης, μια πλεονεξία συναισθημάτων, εκεί κινείτο η μάνα του, δεν προλάβαινες ν’ αγναντέψεις την ψυχή της, τη μια αγρίευε και βροντοκοπούσε, την άλλη μέρευε και του χάιδευε τα μαλλιά, κι όσο τα χρόνια διάβαιναν όλο και βούλιαζε στην αγκαλιά της, η μόνη ζεστασιά του χειμώνα του. Ήρθε, κάποιον καιρό, κάποια άλλη, με γέλιο και φωνή λιακάδα, αμέσως του το έκοψε. Δεν είμαι για σένα. Τη σεβάστηκε.
Ο χειμώνας του άρχιζε από τον Οκτώβρη, κατά τα τέλη του και τέλειωνε στις αρχές του Απρίλη, τότε χωνόταν στο παρατημένο του χαμόσπιτο, αυτό που το έκλεισαν οι βατσινιές και οι ακακίες και τον έκρυβαν από όλων τα βλέμματα, ο περίγελος ήταν τον χειμώνα του, παραμελούσε τον εαυτό του και γινόταν αυτό πού ήθελαν, ένας ζαβός βρωμιάρης, μέχρι την άνοιξη. Τότε ξούριζε τρεις συνεχόμενες φορές τα γένια που έφταναν ως τον λαιμό, έκανε τρεις συνεχόμενες μέρες μπάνιο και λουζόταν με την κολώνια, το μοναδικό δώρο στον εαυτό του, απαλλασσόταν από τη βρωμιά των παλιών ρούχων, τα κρέμαγε στην αποθήκη να τα περιποιούνται τα ποντίκια κι άρχιζε το καλοκαίρι του.
Ένας μακρινός ξάδερφός του αραιά και που του φέρνει κάποιο χαρτζιλίκι, να θυμίσει την παρουσία του, με βλέψεις στο σπίτι, χρόνια τον παρακαλούσαν να το πάρουν αντιπαροχή ή να το αγοράσουν μ’ ένα υπέρογκο ποσό, ποσώς τον νοιάζει, κάποιοι του ρίχνουν ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι ρακί, στις απαρχές τον τάιζαν μέσα στο μαγαζί τους, τώρα του αφήνουν ένα πιάτο έξω, αχάραγα ένα καρβέλι ψωμί και το παίρνει αν προλάβει τα σκυλιά, το μεσημέρι μια σουπιέρα ανάκατη φαγητών, τσαλαβουτά με τα χέρια, καθισμένος στον αφρό του κύματος να μετράει με τις βουκιές και την αιωνιότητα.
Κι ο χειμώνας περνούσε αργά, τα καλοκαίρια γρήγορα, στα τριάντα του η μάνα ταξίδεψε, στα ξαφνικά, κι ο χειμώνας του έγινε πραγματικός χειμώνας, με κρύο κι έξω και μέσα, κάποια κούτσουρα στη φουφού, καμιά προοπτική κι όλο αγρίευε. Ερχόταν η άνοιξη και το θεριό του μέρευε, συγχνωτιαζόταν με τους ξένους, και μετά και πάλι… Αργή κλεψύδρα που επιμένει…
Είναι και πάλι στο βράδυ του. Τώρα δεν υπάρχουν χειμωνιάτικα ή καλοκαιρινά βράδια, όλα πανομοιότυπα έγιναν, σέρνει και το καλό του πόδι, το ντιβάνι τρίζει, ένας ποντικός του φώναξε πως τον αναστάτωσε από την φωλιά που είχε μέσα στο στρώμα, έκρυψε τα μάτια του στο σκοτάδι, και θυμήθηκε τότε, τότε στα σαράντα του…
Ντυμένος κι αρωματισμένος έφερνε πάνω κάτω την παραλία, μάζευε εικόνες, και τα βράδια στο κρεβάτι του έκοβε τις κόπιες, κρατούσε τις πιο φανταχτερές, ταξίδευε σε όνειρα, αλάφρωνε κι ήταν χαρούμενος, κι εκεί, γύρω στα σαράντα, μια κατά πολύ μικρότερή του κόλλησε πάνω στα στήθια του, ένιωσε τον έρωτα τον σαρκικό για πρώτη του φορά, και δέχτηκε και τον άλλον, της καρδιάς, μεγάλωσαν τα θέλω του, έτρεχε ένα καλοκαίρι και την θυμιάτιζε, αυτή άνοιγε το χαμόγελο και κάτι λόγια πελώρια και περνούσαν τις νύχτες και χαιρόταν τις μέρες και πίσω από τον πάγκο της καθημερινότητάς του δεν έβλεπε για πελάτη καμιά απόρριψη κι ήταν σ’ ένα σύννεφο γεμάτο του κόσμου τις πινελιές, και σαν έφτασε το φθινόπωρο, φεύγω του είπε, μ’ ένα εγκάρδιο χαμόγελο, καλά περάσαμε, αυτός χάθηκε σ’ ένα δάσος με όλα τα θεριά που είχε ξεχασμένα, ένα λουλούδι της έκοψε, ένα δαχτυλίδι της πρόσφερε, αυτή του τεμάχισε την καρδιά και του δώρισε τα λόγια της να τα θυμάται, ε όχι και να παντρευτώ έναν κουτσό, καλά ήταν ως εδώ, αυτός τρίφτηκε σε χαλίκια απόγνωσης τον επόμενο μήνα και πωρόλιθος έγειρε στη θάλασσα που μήτε τα κύματα τον καταδέχονται, ξεμύτισε η εικόνα με το νεκροκρέβατό, πάνω η μάνα, κι έμεινε ορφανός από όλον τον κόσμο.
Ρίχνει την κάπα να διώξει το κρύο, το ποντίκι στην γωνιά μασουλά ένα σαπισμένο μήλο, στα κεραμίδια το νερό που ζούφωξε άρχισε να παγώνει κι αποζητά τη ζεστασιά από ένα άστρο. Το φεγγάρι του έκανε τη χάρη. Αυτός, δεν μπορεί να το δει, τα ξύλα στα παράθυρα εμποδίζουν τον έξω κόσμο να περάσει στον κόσμο του.
Κι ο καιρός, λένε, περνά…
Η φθορά έγινε σύμμαχός του, του μίκρυνε τη θλίψη και το κορμί, που χωρά παντού και τ’ αντέχει όλα…
Η απουσία μερικών, διευκολύνει τον αέναο κύκλο της ζωής, ψιθύρισε ένα χαμόγελο θλίψης…

Ακολουθήστε μας

Απόκρυφη ποιότητα

Απόκρυφη ποιότητα

Ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας δυο δυο και έφτασε μπροστά στο κλειστό διαμέρισμα. Κοντοστάθηκε και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Το στομάχι του ήταν σφιγμένο, οι παλάμες του κάθιδρες. Άραγε θα επαληθεύονταν με την ανακάλυψη κάποιου ακλόνητου τεκμηρίου, οι υπόνοιες...

Σαπουνόφουσκες

Σαπουνόφουσκες

ΣΑΠΟΥΝΟΦΟΥΣΚΕΣ επώδυνος αποχωρισμός στον πεζόδρομο Έζησα τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου στον πεζόδρομο, στον οποίο βρισκόταν το προποτζίδικο του παππού και της γιαγιάς μου. Από πάνω ήταν το σπίτι μας.  Ήταν ένας ήσυχος πεζόδρομος μέσα στη μεγαλούπολη. Αν κάποιος...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη - Το αμφιθέατρο είναι τεράστιο. Ανεβαίνω τα σκαλιά προσπαθώντας να επιλέξω που θέλω να καθίσω σήμερα. Διαλέγω ένα από αυτά στην tρίτη σειρά από το τέλος. Όσο πιο ψηλά τόσο πιο μακριά από τα μάτια του καθηγητή. Εισαγωγή στη μυθολογία στις 8...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου