Μια φορά κι ένα καιρό, στο νοτιότερο τμήμα της Φιλανδικής Λαπωνίας, σ’ ένα ψαροχώρι, την Αζόρα, είχε βρει καταφύγιο ένας παλιάτσος. Ο Σάκ ή στραβοκάνης Σάκ όπως τον φώναζαν οι κάτοικοι του χωριού, ήταν ένα πλάσμα άκακο, διωγμένο όμως από Θεούς και Δαίμονες. Πριν από αρκετά χρόνια στην προσπάθεια του να σώσει τον πιστό του σκυλάκο, τον Σμόκι, κατακερμάτισε το αριστερό του πόδι, το οποίο σφηνώθηκε βίαια ανάμεσα στις ράγες του τρένου. Η κατάστασή του δεν του επέτρεψε ποτέ να αξιοποιήσει καμία από τις Θεόσταλτες ικανότητές του κι έτσι μαζί με τον Σμόκι περιόδευε κατά καιρούς με το τσίρκο και γυρνούσε με καραβάνια ανά το κόσμο. Ώσπου ήρθε στην Αζόρα και δεν ματαέφυγε...

Μπορούσες να διακρίνεις τον πρωινό ήλιο να παίζει ανάμεσα στα πλατανόφυλλα. Μπορούσες ν’ ακούσεις το τραγούδι του ποταμού Κέμι καθώς κελάρυζε το νερό. Αλλά για τον Σάκ, όλα τις τελευταίες ημέρες ήταν «άχρωμα». Λες και είχε πέσει ένα σύγνεφο θλίψης πάνω απ’ το χωριό του και εν μια νυκτί έσβησε το γέλιο από τα χείλη των κατοίκων της Αζόρα. Περιπλανιόταν σκεφτικός στα κακοφωτισμένα σοκάκια. Κι αν κάπου τύχαινε να συναντήσει κάποιον, εκείνος θα ήταν σκυθρωπός, αγέλαστος. Το ίδιο σύγνεφο θλίψης είχε κρύψει και το δικό του χαμόγελο και το είχε κρύψει καλά. Τον βρήκε το σούρουπο επιστρέφοντας στο χαμόσπιτό του. Άνοιξε τη βαριά ξύλινη πόρτα και πλησίασε στο τζάκι. Κάθισε, έσκυψε, σήκωσε λίγο το μπαλωμένο του μπατζάκι και ψηλάφισε το αριστερό του πόδι. Δεν τον ενοχλούσε η όψη του. Το είχε αποδεχτεί και πρωτίστως το είχε αγαπήσει. Το χάιδεψε στοργικά και το άφηκε απροστάτευτο να το απαλύνει η ζεστασιά της φωτιάς. Μεγάλη ικανοποίηση ένιωσε, που είχε καταφέρει ν’ αγαπήσει κάθε μικρή, μεγάλη ή μεγαλύτερη ατέλεια πάνω του. Μόνο τότε αγαπάς πραγματικά τον εαυτό σου, σκέφτηκε. Πύρωνε για αρκετή ώρα τα χέρια του, όταν μια πρωτόγνωρη, Θεόσταλτη ζεστασιά κατέκλυσε το χώρο. Ένιωσε τα βλέφαρά του βαριά. Έγειρε το γείσο του καπέλου του προς τα κάτω και αφέθηκε, κουρασμένος σαν ήταν, στην κούρμπα του ξεχαρβαλωμένου ντιβανιού του. Εκεί σιμά του κι ο Σμόκι, αφού βεβαιώθηκε πως είχε κοιμηθεί τ’ αφεντικό του, στρογγύλεψε το κορμάκι του κι αποκοιμήθηκε κι εκείνος. Εκείνη τη νύχτα ο στραβοκάνης Σάκ ταξίδεψε, και χάρηκε, και χάθηκε ψάχνοντας να βρει τη λύση και τη δύναμη, ώστε να φέρει πίσω το γέλιο, στο αγέλαστο πλέον χωριό του. Χάθηκε σ’ αστέρια μακρινά και κόσμους πάλλευκους και παιδικούς. Ονειρεύτηκε, ξανάζησε και ξαναματαθυμήθηκε. Και είδε. Κι άκουσε να τον φωνάζουν «έρχεται ο Σάκ, έρχεται ο Σάκ μαζευτείτε». Πάντοτε πήγαινε πρόθυμα, όπου άκουγε τ’ όνομά του. Αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους. Πού και πού ξετρύπωνε και κανένα ζαχαρωτό απ’ την τρύπια του τσέπη και το έδινε στον πιο γκρινιάρη μικρό του φίλο. Άλλοτε πάλι φίλευαν τον ίδιο κάποιο γλύκισμα. Έβγαζε το καπέλο του, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και το έκρυβε εκεί. Δεν το έτρωγε όμως ποτέ. Μονάχα παρακάτω που κοντοστεκότανε ξανά για να σκορπίσει ακούραστα το γέλιο, το έβγαζε από το καπέλο του και με μια υπόκλιση το έδινε σε κάποια παιδική φατσούλα. Αυτά γυρόφερναν στο νου του, μες τ’ ονείρεμα. Αυτά μαζί με μια γνώριμη, από τα παλιά, φωνή. Μια φωνή που τον καλούσε να ταξιδέψουν μαζί. Κι εκείνος βυθισμένος σαν ήταν στο λήθαργό του, παραδόθηκε στο κάλεσμα της μάγισσας του Σάλεμ. Ταξίδεψαν σε τόπους απάνθρωπους. Εκεί όπου βουίζει ο πόνος, η φτώχεια, η πείνα κι η αρρώστια. Ξαφνικά, είδε τη μάγισσα να του γνέφει κι ως δια μαγείας, παιδιά άρχισαν να σιγοσβήνουν μπρος τα μάτια του. Την παρακαλούσε ώρα πολύ, να τον αφήσει να τα βοηθήσει. Την παρακαλούσε αλλά... ήταν ήδη αργά, πολύ αργά. Είχε σβήσει το κεράκι τους. Τότε τα έβαλε με το Θεό και τον αναθεμάτισε ξανά και ξανά μες τ’ ονείρεμά του. Μα δεν είναι λάθια του Θεού, δικά μας λάθια είναι, τ’ αποκρίθηκε η μάγισσα. Κι έπειτα πιο κάτω, πιο πέρα απ’ τη «μαύρη χώρα», από εκείνη την τριτοκοσμικιά, σταμάτησαν Ανατολικά σ’ ένα πλούσιο αγροτόσπιτο. Σώπασαν κι αφουγκράστηκαν ανθρώπους να σέρνονται καταγής. Σερνόντουσαν ανάμεσα στις φυτείες κι έκλεβαν για να χορτάσουν την πείνα τους. Μεγάλη κουβέντα για το τι θεωρείται κλοπή και τι όχι, Σάκ. (του αποκρίθηκε ξανά η μάγισσα). Κι είδε χάμω στις ασπρόπετρες, μάνες με βυζανιάρικα παιδιά στη πλάτη τους. Κι είδε γυναίκες που έκλειναν με μαντήλια τα στόματα των κοριτσιών τους, μη τυχόν και σκούξουν απ’ το κλάμα κι αρχίσουν να πέφτουν οι τουφεκιές απ’ τους επιστάτες σύγνεφο. Καταράστηκε το ίδιο του το σινάφι. Το καταράστηκε και μια και δυο και τρεις φορές. Ύστερα παρακάλεσε τη μάγισσα να γυρίσουν πίσω. Να γυρίσουν δίχως να κάμνουν άλλη στάση. Αρκετά είχαν δει τα μάτια του. Αρκετά σφάχτηκε η ψυχή του. Αλλά η σκέψη του καθάριεψε. Κι από ‘κείνη τη στιγμή,  μονάχα ένα πράγμα ψέλλιζε «θα κάνω αυτό που μου αναλογεί», «θα κάνω αυτό που μου αναλογεί», έλεγε ξανά και ξανά. «Θα συνεχίσω να προσφέρω το γέλιο όπου το έχουν ανάγκη. Αξόδευτα, ακούραστα». Και τα λόγια του γινόντουσαν με την ώρα όλο και πιο ζωντανά. Κι όλο και πιο πολύ. Κι όλο και περισσότερο. Ώσπου τελικά ξύπνησε. Είχε ξημερώσει. Κι ένιωσε στη ψυχή του αγαλλίαση κι υπέρτατη χαρά. Έσκυψε, χάιδεψε τον Σμόκι και του αποκρίθηκε: «Σήκω, έχουμε δουλειά να κάμνουμε. Πάμε να σκορπίσουμε το γέλιο. Πάμε να σκορπίσουμε χαρά στους ανθρώπους…»

Κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία του παλιάτσου Σάκ. Ίσως να γνωρίζετε κι εσείς κάποιον «Σάκ». Κάποιον που σκορπίζει απλόχερα το γέλιο. Είμαστε πολλοί άλλωστε, όλο και πάνω σε κάποιον θα έχετε πέσει... Να χαμογελάτε κόντρα σε όλους. Κόντρα σε όλα. Κόντρα στα σημεία των καιρών. Κόντρα σ’ αυτό που θέλουν να μας κάμνουν κάποιοι... Να χαμογελάτε!!

Με Αγάπη, ο παλιάτσος Σάκ!!

 

γράφει ο Αθανάσιος Χαλβαντζής

Ο Αθανάσιος Χαλβαντζής γεννήθηκε στο Αγρίνιο της Αιτωλοακαρνανίας τον Μάιο του 1987. Μεγάλωσε σε μια από τις πάμπολλες «μαγικές» γειτονιές της δεκαετίας του ‘90. Από πολύ μικρός, θυμάται τον εαυτό μου, να γράφει «αυθαίρετες» μικρές ιστορίες στα οπισθόφυλλα των σχολικών του βιβλίων.  Έπειτα άρχισε να «μουτζουρώνει» σε λευκές κόλλες και τα τελευταία χρόνια «ταλαιπωρεί» τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, γράφοντας, πολλές φορές, έως τις πρώτες πρωινές ώρες! Τον εμπνέει οτιδήποτε αγαπά και «χορεύει» γύρω του. Αλλά πάντοτε βάζει και πινελιές από προσωπικά του βιώματα. Σκόπευε να γίνω αθλητικός ψυχολόγος αλλά τα σχέδιά του ανατράπηκαν κάποιο καλοκαίρι και έτσι σπούδασε τεχνικός Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Λατρεύει τα ταξίδια και υπεραγαπά τα ζώα. Κάπου στο Βόρειο Αιγαίο έχει και τον προσωπικό του παράδεισο, τη Λήμνο! Υπέροχοι - ζεστοί άνθρωποι, πάλλευκες αναμνήσεις! Δεν βλέπει καθόλου τηλεόραση πλέον. Αντιθέτως τον ξεκουράζουν τα βιβλία, η μαγειρική, η γάτα του, αλλά και  οι βραδινές βόλτες, όταν η πόλη κοιμάται...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!