Select Page

Ο παράξενος ξένος

Ο παράξενος ξένος

 stranger_alone

Τον κόσμο γύρω του δεν τον νοιάζει τίποτα, μόνο που αυτός είναι ένας ξένος, τίποτε άλλο...

Αργά το απόγευμα βγήκε από το σπίτι. Πήρε τους δρόμους μονάχος. Σταματούσε μπρος στις φωτισμένες βιτρίνες, κοιτούσε αδιάφορα και πάλι συνέχιζε τον δρόμο του. Προχώρησε ώρες ολόκληρες. Στο τέλος κουρασμένος και πεινασμένος γύρισε στο υπόγειό του. Άναψε το μικρό μάτι της ηλεκτρικής συσκευής και ζέστανε τα χέρια πάνω σε αυτό. Ένιωσε πάλι το πόνο στο χέρι. Το κοίταξε. Το δεξί του χέρι ματωμένο! Μια μεγάλη κοψιά, σε όλο το φάρδος της παλάμης και αίμα ξηραμένο. Το δεξί του χέρι! Κούνησε το κεφάλι δυστυχισμένος. Το δεξί του χέρι ασφαλώς. Πριν από λίγο που ήταν έξω. Μισοκλείνει τα μάτια του, στύβει το μυαλό του να θυμηθεί. Το τραύμα στο δεξί του χέρι. Άκουσε να σπάει το τζάμι με την γροθιά του και ύστερα λαχάνιασε. Σφίγγει το κεφάλι στα δυο του χέρια. Ναι, το θυμάται τώρα, τόση αδικία.

Αυτός δουλεύει, τόσα χρόνια αλλά ποιο το αποτέλεσμα. Ένα Τίποτα. Για όλους ένα Τίποτα. Έσπασε τη βιτρίνα στο ερημικό δρομάκι, ύστερα έφυγε τρέχοντας. Την έσπασε σε χίλια κομμάτια. Γιατί; Κανείς δεν το ξέρει. Είναι τρελός! Τρελός! Τρελός! Αυτές οι λέξεις σφυροκοπούν τα αυτιά του. Μα βέβαια δεν μπορεί παρά να είναι ένας τρελός. Δεν γίνεται να σπάει μια βιτρίνα και μετά να μη θυμάται. Ναι, να σπάει όλο αυτόν τον τοίχο με τους άλλους, αυτό τον γυάλινο τοίχο που ψηλώνει μπροστά του. Πρέπει να ηρεμήσει, να σκέφτεται λογικά, πιο λογικά από αυτό. Οι άλλοι όμως σκέφτονται λογικά. Κοιτάζει και φωνάζει. Μα κανείς δεν τον ακούει, ούτε οι άνθρωποι που περνάνε διπλά του, ούτε το κράτος, όσες τζαμαρίες και αν σπάσει, όσους γυάλινους τοίχους και αν ρίξει. Το μόνο βήμα που του έμενε είναι το έγκλημα. Πάντα το πίστευε πώς δεν θα γινόταν ποτέ σαν τους άλλους που φωνάζουν, που σπάνε και εγκληματούν. Πάντα ήθελε και το πίστευε πώς θα ήταν ένας αξιοπρεπής άνθρωπος και ας τον έλεγαν «ξένο». Μπορεί να ήταν τρελός αλά όχι ξένος. Και οι τρελοί ζουν ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά ένας ξένος ποτέ. Καλύτερα να ήταν ένας τρελός, πάνω στην τρελά του. Λοιπόν το τελευταίο βήμα. Ναι. Όχι! Όχι, όχι δεν θα φτάσει μέχρι εκεί. Το ξέρει καλά. Ξέρει καλά τον εαυτό του. Γύρισε στο υπόγειό του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι νιώθοντας την καρδιά του να κλωτσά. Κοιμήθηκε.

Το πρωί το χέρι του πονούσε, μα το είχε δέσει προσεκτικά και περιποιημένα. Πέταξε τα σκεπάσματα και με βιάση άνοιξε το κάτω συρτάρι του κομοδίνου. Τράβηξε ένα κουτί και κάθισε στη πλαστική καρέκλα για να το ανοίξει. Εδώ είναι. Μέχρι τώρα η τρέλα του ήταν ήρεμη. Καιρός τώρα να κάνει κάτι για να τραβήξει την προσοχή.. Αφού φωνάζει, σπάει., γιατί να μη μπορέσει να σκοτώσει. Τώρα μόνο αυτό του έμεινε να δοκιμάζει το τελευταίο βήμα, το έγκλημα. Το καμάρωσε για μια στιγμή το πράγμα μέσα στο κουτί, κοίταξε το σκοτεινό υπόγειο και χαμογέλασε.

Βγήκε στο δρόμο. Δεν έπρεπε να αργήσει ούτε λεπτό. Θα τον περίμενε εκεί στη οικοδομή. Το αφεντικό και αυτός. Αυτός και το αφεντικό. Ναι εκεί ήταν. Και να οι δυο τους. Και στη τσέπη του το πιστόλι. Όσο κι αν πονούσε το χέρι του, μπορούσε να κρατήσει σταθερά το όπλο, μπορούσε να σημαδέψει, να τραβήξει την σκανδάλη, να σκοτώσει. Να η μοιραία κίνηση. Το χέρι μπαίνει στην τσέπη, αδράχνει το όπλο.

-Αφεντικό!

Το αφεντικό γύρισε το κεφάλι και τον κοίταξε έκπληκτος. Τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα, ξεροκαταπίνει, δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Φοβάται, τρέμει, το αφεντικό! Ο αλύγιστος, ο πομπώδης τρέμει, εκλιπαρεί με το βλέμμα, ο φόβος του κόβει τη μιλιά.

-Αφεντικό ήρθε το τέλος σου!

Το προφέρει αργά, θανατερά, όπως αρμόζει στην περίσταση. Είναι η καταδίκη του αφεντικού. Σημαδεύει, πατάει τη σκανδάλη και ο κρότος του όπλου σκεπάζει την κραυγή του αφεντικού.

-Μη!!!

Κοιτάζει βουβός το πεσμένο αφεντικό, ατάραχος. Με αργές κινήσεις σκουπίζει την τρύπα του πιστολιού, το βάζει στη τσέπη. Όταν θα μαζευτεί κόσμος, όταν έρθει η αστυνομία, τότε θα δει τι θα γίνει. Ακόμη δεν μπορεί να προβλέψει αν θα τον κλείσουν στην φυλακή η στο τρελοκομείο. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Και τα δυο το ίδιο είναι! Εκείνο που έχει σημασία είναι το ότι εκδικήθηκε για την αδικία για την ταπείνωση που γεύτηκε τόσα χρόνια. Στο πρόσωπο του αφεντικού σκότωσε το κράτος, τους νόμους που τον κρατούσαν τόσα χρόνια ξένο.

Ναι έτσι ακριβός θα γίνει. Το λέει στον εαυτό του πολλές φορές, για να μπορέσει να ενεργήσει με ψυχραιμία. Περπατώντας χαμογελούσε ουδέτερα και συνεχώς ακουμπούσε το χέρι του στο πιστόλι.

Έφτασε στην οικοδομή ακριβώς στην ώρα. Το αφεντικό ήταν εκεί. Ήταν ημέρα που θα πληρωνόταν. Το αφεντικό έδωσε βιαστικές οδηγίες, μετά έβαλε τις φωνές του και πήγε να φύγει. Πριν φτάσει στα σκαλιά της οικοδομής έβγαλε τα λεφτά από την τσέπη του. Να η κατάλληλη στιγμή. Το αφεντικό του γύρισε την πλάτη είναι απασχολημένος να μετρήσει τα χρήματα. Το χέρι του κατέβηκε στην τσέπη, αρπάζει το πιστόλι, πάει να το βγάλει. Το αφεντικό πλησιάζει. Να η νέα κατάλληλη στιγμή.

Το χέρι σφίγγει το πιστόλι μα παραμένει στη τσέπη. Το αφεντικό κατεβαίνει τις σκάλες της οικοδομής. Το χέρι σφίγγει το πιστόλι πολύ, το χέρι πονάει, σφίγγει το πιστόλι, μα το πιστόλι παραμείνει στη τσέπη. Το χέρι στην τσέπη έχει μουδιάσει σφίγγοντας το πιστόλι, χοντρές στάλες ιδρώτα χύνονται από το χλωμό μέτωπο του.

Κοιτάζει με βουρκωμένα μάτια την πλάτη του αφεντικού και ρίχνεται βαρύς σε μια στοίβα τούβλα στο πάτωμα. Είναι πάνω από τις δυνάμεις του, πάνω από την λογική του, πάνω από την τρέλα του. Έβγαλε το πιστόλι απ την τσέπη του, ένα μικρό, πλαστικό πιστόλι, ένα τόσο δα γκρι παιχνιδάκι. Το είχε αγοράσει από ένα καλοκαιρινό παζάρι για το παιδί του.

Όχι δεν θα έφτανε ποτέ μέχρι εκεί. Πάντα θα είναι ένας αξιοπρεπής τρελός ξένος διανοούμενος που σκοτώνει κάθε μέρα τον εαυτό του.

 

_

γράφει η Teuta Sadiku

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

2 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    […] Όχι δεν θα έφτανε ποτέ μέχρι εκεί. Πάντα θα είναι ένας αξιοπρεπής τρελός ξένος διανοούμενος που σκοτώνει κάθε μέρα τον εαυτό του […]

    Χωρίς άλλα λόγια ………………. να είστε καλά Teuta!

    Απάντηση
  2. drmakspy

    Αχ βρε Τεούτα μου…. Αν δεν σε γνώριζα ήδη θα σε λάτρευα…. Αλλά σε γνωρίζω και δεν βρίσκω λέξη για κάτι παραπάνω από αυτό….

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!