Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ, το δεύτερο εδώ και το τρίτο εδώ.

 

Ακούστηκαν διάφορες εκδοχές, από εντελώς πεζές έως άκρως εξωφρενικές. Εκείνη ωστόσο που κέρδισε παμψηφεί το έπαθλο (πληρώσαμε οι υπόλοιπες το μερίδιό της στον λογαριασμό!) ήταν η ιστορία της Φωτεινής, η οποία μας εντυπωσίασε, μας συγκίνησε και μας έκανε, εμένα και την Μιράντα, να νιώσουμε κάτι σαν εξιλέωση για τις τρέλες της νιότης μας. Σας την μεταφέρω όσο πιο πιστά γίνεται να την θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια.
«Τους έπεσε λίγο βαρύ να κείτονται παραπεταμένοι σε μια απόμερη γωνιά. Ακόμη δεν είχαν ξεκαθαρίσει καλά καλά το πόσοι ήταν μέσα στο σακβουαγιάζ (ένα μηριαίο από δω, μια κνήμη από κει) - πάντως οι συχωρεμένοι, αν και στην ζωή ανήκαν στους περιθωριακούς, στα «αζήτητα», ήθελαν και εύχονταν να κατασταλάξουν επιτέλους κάπου για να ευχαριστηθούν τον ύπνο τον αιώνιο.
Η κυρά Κατίνα, η καθαρίστρια, αν και φτωχή, φτωχότατη, ήταν άνθρωπος με αρχές. Όταν πρωτοείδε το ξεχασμένο (έτσι νόμισε) σακβουαγιάζ, το περιμάζεψε για να το παραδώσει στο γραφείο. Έλα όμως που ο κυρ Δήμος, ο άντρας της, δεν είχε πού να βάλει το κολατσιό και την αλλαξιά κάθε πρωί που έφευγε με το χάραμα για να δουλέψει οικοδόμος σε μεγάλο εργολάβο... Έκανε λοιπόν την αμαρτία της και κράτησε τον βαρύ καινούργιο σάκο η ταπεινή γυναικούλα - και στο ημιυπόγειό τους, κάπου κοντά στο νεκροταφείο, τον απόθεσε στο τραπέζι για να δει μαζί με τον άντρα της τι είχε τελικά κλέψει. Ντρεπόταν πολύ για την πράξη της και ήξερε ότι θα τα άκουγε χοντρά από τον Δήμο της – ωστόσο, καλές οι εντολές αλλά μάλλον ήταν φτιαγμένες για τους πλούσιους που δεν αναγκάζονταν να βολοδέρνουν συνεχώς για δυο τρεις πενταροδεκάρες.
«Κοίτα άντρα τι βρήκα» του είπε - και, κάτω από το αυστηρό βλέμμα του, άνοιξε τον σάκο. Κόπηκαν τα πόδια τους και η φωνή μπερδεύτηκε κάπου μέσα στο λαρύγγι τους χωρίς να μπορεί να βρει τον δρόμο να βγει. Σαν υπνωτισμένοι έβγαλαν τα κόκκαλα ένα ένα και, σαν ρομπότ, τα ξανάβαλαν προσεκτικά πίσω στην θέση τους. Κεραυνοβολημένοι, με την καρδιά στο στόμα και το δωμάτιο να φέρνει γύρα από την σκοτοδίνη, κοιτούσαν μια το σακβουαγιάζ και μια ο ένας τον άλλον κάνοντας την ίδια σκέψη - δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσουν εκείνο το βράδυ στο σπιτικό τους.
Κάποια στιγμή ο κυρ Δήμος συνήλθε. Σηκώθηκε αποφασιστικά, πήρε το παλιό του μπουφάν, φόρεσε την τραγιάσκα του, άρπαξε και την γυναίκα του από το χέρι και της είπε να κάνει γρήγορα, η ώρα ήταν περασμένη και στον γυρισμό ίσως έχαναν το τελευταίο λεωφορείο. «Χριστιανέ μου, πού με τραβάς νυχτιάτικα;» έκανε να γκρινιάξει αυτή αλλά τα μάτια του ήταν αγριεμένα.
«Πάρε την καταραμένη λεία σου και βιάσου να πάμε στην Πλατεία της Νίκης όπου χτίζουμε τη βάση για ένα άγαλμα. Θα βάλουμε τα κόκκαλα κάτω από το χαλίκι που έχουμε απλώσει στα θεμέλια πριν ρίξουμε αύριο το τσιμέντο. Βιάσου γυναίκα - να προλάβουμε...»
Έτσι οι άγνωστοι νεκροί βρέθηκαν στυλοβάτες σ’ ένα όμορφο μνημείο που όρθωσε ο δήμαρχος για τους πεσόντες στους αγώνες κατά των Γερμανών. Η ρόδα της τύχης τούς ξανάφερε στην τελευταία γειτονιά τους και, για να τους ξεπληρώσει θαρρείς για την παράδοξη περιπέτειά τους με τους ζωντανούς, τους έκανε μεταθανάτιους ήρωες».

Ποιος δεν θα ήθελε να ταφεί κάτω από ένα μνημείο υπέρ της Πατρίδας και της Ελευθερίας!

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!