Φρανθίσκο Γκόγια

 

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Ο Σκύλος ή Ημιβυθισμένος σκύλος (Ισπανικά: El perro ή Perro semihundido) είναι το όνομα με το οποίο είναι γνωστός ένας πίνακας του Ισπανού καλλιτέχνη Φρανθίσκο Γκόγια, που βρίσκεται στο Μουσείο ντελ Πράδο, στη Μαδρίτη. Απεικονίζει το κεφάλι ενός μικρού μαύρου σκύλου να κοιτάζει προς τα πάνω. Ο σκύλος μοιάζει να εκμηδενίζεται από την απεραντοσύνη της εικόνας, βυθισμένος σε μια σκοτεινή μάζα με την μουσούδα του τεντωμένη να προσπαθεί να πάρει μια ύστατη ανάσα. Πρόκειται για έναν από τους Μαύρους Πίνακες που ο Γκόγια ζωγράφισε απευθείας πάνω στους τοίχους του σπιτιού του, την χρονική περίοδο μεταξύ 1819 και 1823, σε μια έκφραση απαισιοδοξίας αλλά και αντίδρασης στην βιαιότητα αυτού του εφήμερου κόσμου.

Η σημασία του έργου του Φρανθίσκο Γκόγια αποτυπώνεται στο απόσπασμα του Ζοζέ Σαραμάγκου (José de Sousa Saramago, 16 Νοεμβρίου 1922 – 18 Ιουνίου 2010) στο έργο του «Περί τυφλότητος» (Ensaio sobre a Cegueira, 1995): «ένας ισπανός ζωγράφος σχεδίασε έναν σκύλο με τέτοιο τρόπο που έκτοτε κανείς άλλος δεν τόλμησε να ξανασχεδιάσει σκύλο», αναφέρεται ενδεικτικά σε ένα σημείο αυτού του λογοτεχνικού αριστουργήματος. Ωστόσο, η μορφή του σκύλου – η ύστατη στάλα ανθρωπιάς που έχει παραμείνει σ’ έναν κόσμο τυφλών- διαδραματίζει κυριαρχικό ρόλο σε ολόκληρο το έργο. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου πίστευε πως είμαστε τυφλοί/δέσμιοι ενός κράτους (πολιτικού και θρησκευτικού) που εξυπηρετεί μόνο το ατομικό κέρδος θυσιάζοντας το συλλογικό. Πώς θα ήταν λοιπόν αν ξαφνικά χάναμε το φως μας κυριολεκτικά; Η απάντηση δίνεται σ’ αυτήν την εξαίσια πολιτική αλληγορία, καθώς οι τυφλοί δεν έχουν ούτε καν ταυτότητα: ο γιατρός, η γυναίκα του, η γυναίκα με τα μαύρα γυαλιά, ο πρώτος τυφλός, κοκ. Η απουσία σημείων στίξεως, κεφαλαίων, καθώς και ο μακροπερίοδος λόγος επισημαίνουν επιπρόσθετα την απώλεια ονόματος και αξιοπρέπειας. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους δύσμοιρους τυφλούς- πλην μιας γυναίκας- παρουσιάζεται ο «σκύλος που δάκρυσε» στο ξέσπασμα αυτής της θηλυκής τραγικής φιγούρας, που είναι μοναδική μάρτυρας σ’ έναν αποδεκατισμένο κόσμο σήψης κι έκτοτε παραμένει στο πλευρό της. Μέσα σ’ έναν βάναυσο ζοφερό κόσμο, που ούτε το κράτος ούτε ο Θεός μπορούν πλέον να προσφέρουν βοήθεια, στα έσχατα όρια της αποκτήνωσης ο σκύλος που δακρύζει είναι η μοναδική σταγόνα έκφρασης της αδήριτης ανάγκης του ανθρώπου: της επικοινωνίας με τον άλλον, της αγωνίας του πλάσματος που θ’ αναζητά πάντα την επαφή με τα υπόλοιπα πλάσματα, ως έσχατη ανάσα ζωής.

Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του Σαραμάγκου, στο «Περί φωτίσεως» (Ensaio sobre a Lucidez, 2004), ο σκύλος αναγράφεται κιόλας στην εισαγωγή του έργου σε δυο γραμμές: «ας ουρλιάξουμε είπε ο σκύλος» Βιβλίο των φωνών. Μια αινιγματική φράση που θα ολοκληρωθεί στο τραγικό τέλος. Βρισκόμαστε λίγα χρόνια αργότερα, όταν η τάξη έχει αποκατασταθεί στην γνωστή πόλη. Μετά από εκλογές λοιπόν η συλλογική αποχή των πολιτών οδηγεί στην εκδίωξη της κυβέρνησης. Θα περίμενε κανείς την επικράτηση του χάους, αλλά αντίθετα το Φως απλώνεται στην πόλη και οδηγεί τους πάντες σε αρμονική συμβίωση. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα μείνει ατιμώρητο από τις αρχές που θα επιβληθούν ξανά με βίαιο τρόπο στον επίλογο:

«Ο σκύλος βγήκε τρέχοντας από μέσα, οσφραίνεται και

γλείφει το πρόσωπο της κυρίας του, κατόπιν τεντώνει το

λαιμό ψηλά και αφήνει ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό που

το κόβει άλλος πυροβολισμός. Τότε ένας τυφλός ρώτησε,

Άκουσες κάτι, Τρεις πυροβολισμούς, απάντησε ο άλλος,

Ήταν όμως κι ένας σκύλος που ούρλιαζε, Σώπασε πια, πρέπει να ήταν ο τρίτος πυροβολισμός, Καλύτερα, απεχθάνομαι ν’ ακούω σκύλους να ουρλιάζουν.»

Στο «Περί θανάτου» (As Intermitências da Morte, 2005) – το τελευταίο μέρος της τριλογίας- ο σκύλος κατέχει πάλι κυριαρχική θέση στην υπόθεση ως σύντροφος του ήρωα, ενός μοναχικού μουσικού. Κι όμως αυτή η απλή και ανεπιτήδευτη αγάπη είναι αυτή ακριβώς που θα εξανθρωπίσει τον – ή μάλλον ακριβέστερα «την»- θάνατο, που ενώ έχει κατατάξει τον άντρα αυτόν στα κιτάπια της με σκοπό να του στερήσει την ζωή, καταλήγει όχι μόνο να του χαριστεί, αλλά και να τον αγαπήσει. Ναι, η Θάνατος ρίχνει τον μαύρο χιτώνα με την κουκούλα, παρατάει το δρεπάνι της και ενσαρκώνεται σε ερωτευμένη γυναίκα που τελικά αποκοιμιέται στην αγκαλιά του μουσικού με τον σκύλο δίπλα τους στο δωμάτιο. Βέβαια, η διαδικασία αυτή –της ενανθρώπισης- θα γίνει σταδιακά αφού προηγηθούν αρχικά η έκπληξη και κατόπιν η ανακάλυψη των συναισθημάτων, που αποτυπώνονται σε μια κορυφαία σκηνή: η Θάνατος παρακολουθεί καθισμένη στον καναπέ τον άντρα που κοιμάται ανυποψίαστος στο κρεβάτι του. Κανείς θνητός έως τότε δεν μπορούσε να την δει, εκτός από τον σκύλο, ο οποίος ήρθε και κουλουριάστηκε δίπλα της στον καναπέ. «Ήταν η πρώτη φορά που η Θάνατος έμεινε αγκαλιά με έναν σκύλο» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σαραμάγκου για να μας προϊδεάσει για το ξύπνημα του ανθρώπου μέσα στον αφανισμό του. Η τριλογία επισφραγίζεται με την φράση: «Την επόμενη μέρα δεν πέθανε κανείς».

Πρόκειται για την υπέρτατη νίκη του ανθρώπου στον θάνατο και κατ’ επέκταση σε κάθε μορφή βίας. Η ανάγκη επικοινωνίας, η ανθρωπιά είναι η μόνη αντίσταση – κατά τον Σαραμάγκου- απέναντι στην θνητότητά μας και στην βαναυσότητα κάθε εξουσιαστικής αρχής. Κι αυτό είναι κάτι που ίσως μπορεί να μας το δείξει ακόμα πιο καθαρά και αβίαστα ένας «σκύλος του δάκρυζε».