Ο σκώληκας

Δημοσίευση: 24.10.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

«ἔδε και σκότος ἀφεγγὲς καὶ τάρταρος καὶ σκώληξ»

«Ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων»

Ένα σκουλήκι ήλπισε να φτάσει πιο ψηλά από τη γη, υπόγειά της κατοικούσε, στο ακροτελεύτιο κλαράκι του πλάτανου, που τον έβλεπε για καιρό να σκιάζει ολόκληρη την αυλή.

Ξεκίνησε στην αρχή της πρώτης άνοιξης που η λιακάδα της ξεγέλαγεν τους ανθρώπους της πόλης που τον αχό της αφουγκραζόταν απόμακρα.

Τον ίδιο καιρό ξεκίνησε ο Άγγελος ο αλαφροΐσκιωτος από το χωριό του, λημεριάζοντας την πρώτη νύχτα σ’ εκείνον τον ατέλειωτο πλάτανο και κατόπιν το κάθε βράδυ στα κάτω κλαδιά των πεύκων που συναντούσε και ατένιζε κάθε βαθύ χάραμα την ανατολή, με σκοπό να φτάσει στην πόλη που δεν έβλεπε από τον τόπο του μηδέ τα φώτα της.

Το σκουλήκι από τα πρώτα κλαριά άρχισε να θαμάζει τον κόσμο, του φαινόταν απέραντος και όλο αργοπορούσε μιας και σε κάθε κλαδί το βλέμμα του μεγάλωνε.

Ο Άγγελος κάτεχε τη γύρω του φύση, την είχε εντρυφήσει από το χωριό του, και όμως θωρούσε στο κάθε του βήμα και μιαν άλλη ανάσα και ιδίως σαν είδε απόμακρα τα φώτα της πόλης αργοπόρησε περισσότερο, μιας και ήθελε την κάθε νυχτιά να τα ατενίζει και από την διαφορετικότητα της απόστασης.

Σαν έφτασε το σκουλήκι στο ύστερο κλαδάκι και κοίταξε, μπόρεσε και είδε την πλάση όλη και αναστενάζοντας τόσο βαθιά που η σιγή σίγησε και ο αναστεναγμός του έφτασε και έμεινε στην πούλια ως να βασιλέψει, αχ, είπε βαθυστόχαστα. Αφού αντίκρισα την πλάση όλη, μπορώ και να αποθάνω.

Σαν έφτασε ο Άγγελος στην άκρια της πόλης, τρόμαξε τόσο, δεν είχε φανταστεί ποτέ του τόσην αγριότητα και είπε να γυρίσει στο χωριό του. Μα σκέφτηκε, μια σκέψη τον έδεσε τόσο που γιγάντωσε και τον τρόμο του, πως όλους στο χωριό τους είχε αποχαιρετίσει και τη Μαριώ, πού πας καλό μου, του είχε πει η γραία, και τον κυρ-Απόστολο, καλά κάμεις, του χάιδεψε την ράχη εκείνος, τι να γυρεύεις μονάχος σε χωριό με δέκα γερόντια και τους άλλους χαιρέτισε ως και τους γονείς του στα μνήματα. Και είχε ντροπή για να γυρίσει.

Ένας σπουργίτης κοίταξε το σκουλήκι με απορία και μαζεύτηκαν γύρω του όλα τα πετεινά του ουρανού. Ένα νιούτσικο το πλησίασε, ήταν ένα παράξενο θέαμα. Και ένα άλλο σήκωσε φωνή και γέμισε με τον ήχο της τα φτερά ολονών. Μέγας άθλος! άκουσαν από εκείνο το μεγαλόσωμο πουλί που είχε πάνω του τη μνήμη όλων των χρόνων και τη διαίσθηση του μέλλοντος. Μέγας άθλος, έψαλλαν όλα και γύρισαν στον αιθέρα να γιορτάσουν το μεγαλείο της πλάσης και οι αετοί προσπάθησαν να φτάσουν ένα ματωμένο σύννεφο, να κάμουν και εκείνοι τον άθλο τους.

Και βρήκε δουλειά ο Άγγελος σε λάντζα και ένα διαμερισματάκι βρήκε, δωμάτιο και μια κουζίνα, είχε μάθει από το χωριό του στα μικρά, ο μικρός χώρος τον ζέσταινε και μπήκε σε αυτόν τον υπερρεαλιστικό πίνακα της πόλης και πάντα αναρωτιόταν, τι να γυρεύω εδώ; Όμως όπως την κάθε αλλαγή στον τόπο του την έβλεπε με δέος έτσι με δέος έβλεπε και τη ζωή του εδώ, με ένα δέος γεμάτο τρόμο.

Και πέρασε ο πρώτος καιρός και ήρθεν ο δεύτερος και στη δουλειά του έγινε από το έι λάντζα και έι λάντζα, σε έι εσύ και μετά έι αργόστροφε και το αργόστροφε έμεινε για πόσο, ίσως για λίγο.

Και εκεί πάνω σκέφτηκε ο Άγγελος. Ήταν μια περίεργη σκέψη που του ήρθε και δεν είχε κουράγιο να τη διώξει.

Η δουλειά μου είναι η λάντζα. Είναι μια δουλειά που καθαρίζεις ως και την ψυχή σου. Και αν γυρνάς στο σπίτι τόσο αποσταμένος είναι που έχεις τόσο την ψυχή σου καθαρίσει που δεν έχεις ψυχή. Πάει να πει πως δεν έχεις και σώμα. Και μιας και δεν έχεις ψυχή μήτε και σώμα είσαι αργός. Περιστρέφεσαι κατά τον καιρό με την περιστροφή της γης. Αργόστροφα.

Στο σπίτι είχε τη δύναμη και κατάφερνε να δεθεί με τον χώρο, ήταν μικρός και αυτό τον ευχαριστούσε, μπορούσε δηλαδή να φύγει από τα μικρά πράγματα του χώρου και να πάει στα μεγάλα της πόλης και σκεφτόταν τον πρώτο και τον δεύτερο καιρό. Αλαφροΐσκιωτος θα πει αμόλυντος, σκέφτηκε κάποτε ο χρόνος. Πάει να πει πως η μέλισσα που ζουζουνίζει σε κάθε στήμονα γνωρίζει επακριβώς το κάθε ορατό και αόρατο σπυρί του. Και έβλεπε ο Άγγελος τον εαυτό του στο χωριό του, εκεί να είναι ένα με όλους και τον εαυτό του εδώ τον έβλεπε και αναρωτιόταν. Γιατί άραγε εδώ να είμαι εγώ από την μια πλευρά και οι άλλοι στην αντίπερα όχθη; Και αν είμαι μονάχος και οι άλλοι πολλοί, ποιοι να βρίσκονται στη φυλακή και ποιος στη λευτεριά του;

Και μέστωσε και ο δεύτερος καιρός και από έι αργόστροφε έγινε έι ανίκανε, που έμεινε για λίγο και μετά ήρθε το έι άχρηστε και αυτός σκεφτόταν στο μικρό του διαμέρισμα τι να απογίνεται το σπίτι στο χωριό, αν το κατέκτησαν τα χόρτα και το χωριό του αν ζει, ο πιο μικρός σαν το άφησε πλησίαζε τα ογδόντα.

Και σκεφτόταν γιατί είναι ικανός και πού εδώ στην πόλη να είναι χρήσιμος, στο χωριό του ετούτα καλά τα κάτεχε και όλο βρισκόταν λειψός και έλεγε πως η φυγή του στο χωριό θα του ξαναφέρει και την ικανότητα και τη χρησιμότητα. Και όμως η φυγή ήτανε φυγή και αν δεν τον τρόμαζε το φευγιό τον τρόμαζε η δυνατότητά του να μην μπορεί να φύγει.

Και σκεφτόταν στο διαμέρισμά του, είχε ακόμη αυτή τη δύναμη να σκέφτεται όπως στο χωριό του σκεφτόταν και σε αυτόν τον δεύτερο καιρό που πλησίαζε στο τέλος του κάποτε σκέφτηκε:

Η κάθε στιγμή είναι δεμένη με την προηγούμενη και με την μετά, είναι δηλαδή ο χρόνος όλος. Και εκεί πάνω του μίλησε η στιγμή, αυτή που όλα τα κατέχει μιας και όλα τα κατακτά και του μίλησε και του είπε: 

Κουβαλάς το έρεβος. Όχι σαν άχθος αλλά σαν μια πεταλούδα που έχεις κρύψει στην τσέπη σου από τους κάμπους του τόπου σου για να γλιτώσεις από την απόρριψη. Όμως, τον παιδεμό πώς να τον μερέψεις; Πώς να τον ζέψεις σε ένα άρμα και να το στείλεις στον Αχέροντα; Εκείνος κοιλοπονεί και άλλον παιδεμό θα φέρει.

Και έβλεπε έξω πλαδαρά παιδιά και τα χαιρόταν και έβλεπε γυναίκες έμορφες και τις θαύμαζε και μία μέρα, θυμήθηκε πόσες ώρες να καθόταν και να θαύμαζε εκείνο το δεντρόσπιτο που το χτίσανε κάποτε σαν ήτανε παιδί, τα άλλα παιδιά φύγανε και έμεινε μονάχο το δεντρόσπιτο και το δέντρο φούντωνε και όλο προστάτευε το δεντρόσπιτο, που λες και έμεινε το μόνο ανέπαφο σε ένα τοπίο που η φύση αφέθηκε στη δύναμή της και μεγαλουργούσε και όλα τα άλλαζε. Και αυτός, υπήρχαν μέρες που θάμαζε για ώρες, κοιτώντας στο κενό και αναθυμούμενος τα παιδικά του, θάμαζε το μεγαλείο του τόπου του, έτσι και με τις ώρες έμεινε και θάμαζε και εκείνη, αμαζόνα του έφερνε, έμενε στην αντίκρυ πολυκατοικία, αμαζόνα του έμοιαζε και την κοιτούσε για ώρα, ανώμαλος είναι, άκουσε, κάποια τον έδειχνε και είπε τα λόγια ετούτα. Εκείνος δε μίλησε, δεν τα είχε με τα λόγια της πόλης και στο χωριό του οι λέξεις του ήταν κοντές, μα όλοι τον ένιωθαν. Ο ανώμαλος, άκουσε και τα βλέμματα πάνω του είδε.

Τι ωραία που είναι μέσα στο σπίτι! Τι κι αν δεν είναι δικό του; Άκουγε τη μουσική από τον τόπο του και κοιτούσε ψηλά, στην οροφή έβλεπε ότι και στο σπίτι του στο χωριό. Έξω σαν ήταν, από το μπαλκόνι του ο ακάλυπτος και ένα ξεφτίδι ουρανός, κάποια άστρα, οι άνθρωποι έκρυψαν τον ουρανό, αλλά και πιο έξω όπου και να στάθηκε τη νυχτιά ο ουρανός ένα ξεφτίδι, τον έκρυψαν οι άνθρωποι, δεν θέλουν το μεγαλείο του, επιδιώκουν να αναδείξουν το δικό τους και αφήνουν μια άκρια από το πάπλωμα της νύχτας και που η πολυφωτία της γης και αυτήν την ατονεί. Πόσο μαύρος και φωτεινός ήταν ο ουρανός του τόπου του! Άλλος ουρανός εκείνος!

Και ήρθεν ο τρίτος καιρός και στη δουλειά έγινε πιο άχρηστος και βλαμμένος και έμειναν τα λόγια εκεί, ίσως έψαχναν για άλλα και δεν υπήρχε καιρός ή διάθεση για να τα βρουν και επαναλαμβανόταν, άχρηστε τη μια, βλαμμένε την άλλη. Και έμεινε και στη γειτονιά ο ανώμαλος και ήξερε και γύριζε σε αυτά τα λόγια μιας και του έγιναν το όνομά του.

Και έφυγε και ο τόπος του. Δεν είχε άλλο κουράγιο να του δώσει. Και στο διαμέρισμα η οροφή έγινε οροφή και δεν υπήρχαν άλλες εικόνες μιας και ο ζωγράφος βαριέστησε, δεν έβρισκε σε τίποτα νόημα. 

Και ήρθαν κάποια λόγια και ζούφωξαν μέσα του και ακούστηκαν τα λόγια. Δεν ξέρω αν είμαστε από μνήμες ή αν εμείς δημιουργήσαμε τις μνήμες, εκείνες της μνήμες μιας ξεχασμένης ζωής που σήμερα πιστεύεις πως έζησες.

Και έτσι, αυτόν τον τρίτο καιρό, ζούσε σε αυτόν τον χώρο που του ήταν άγνωστος, σε μια δουλειά που του ήταν άχθος ως δουλεία και άκουγε λόγια που προσπαθούσε να αποδείξει πως δεν του ήταν θανατερά.

Τι να απέγινε εκείνο το σκουλήκι; Όλα τα πτηνά το περιφρουρούσανε στο δέντρο πάνω, τους έγινε σύμβολο της δύναμης και του αγώνα. Και το σκουλήκι έμεινε εκεί και γεύτηκε την κάθε ανατολή και την κάθε δύση. Γεύτηκε το γύρισμα των εποχών και σαν ένιωσε πως ήρθε ο καιρός του, άφησε μια μικρούλα πνοή και πέταξε στα αστέρια, χαρούμενο που έφτασε στο τέλος του πιο ονειρικού του ονείρου.

Τον Άγγελο τον βρήκανε, έτσι είπανε, βρέθηκε με ένα μαχαίρι στο στέρνο. Ίσως το μαχαίρι να ήθελε να τον εκδικηθεί μιας και μια κηλίδα αίμα, σκουπίζοντάς το, την είχε ξεχάσει πάνω του.

 

_

γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 2 – 3 Μαρτίου 2024

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 2 – 3 Μαρτίου 2024

Real News https://youtu.be/hOMlcAy2RLgΚαθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να...

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

«Στρατιώτης πεζικού, Παπαθεοδώρου Βασίλειος, Ε’ ΕΣΣΟ, 2018. Αιτούμαι διήμερη άδεια για...».  «Πάλι άδεια Παπαθεοδώρου; Κουράστηκες να κάθεσαι εδώ μέσα κι είπες να κάθεσαι κι έξω;». «Όχι, κύριε Διοικητά. Εγώ...». «Τι όχι Παπαθεοδώρου;». «Εγώ... κύριε... Διοικητά...»....

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πριν ακόμα τελειώσουν τα μαθήματα στο σχολείο, ο Ιορδάνης ετοίμαζε με ανυπομονησία τα πράγματά του για να είναι έτοιμος για τις καλοκαιρινές διακοπές στο σπίτι του παππού του. Αν δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο παππούς, σίγουρα θα ήταν ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πριν ακόμα τελειώσουν τα μαθήματα στο σχολείο, ο Ιορδάνης ετοίμαζε με ανυπομονησία τα πράγματά του για να είναι έτοιμος για τις καλοκαιρινές διακοπές στο σπίτι του παππού του. Αν δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο παππούς, σίγουρα θα ήταν ο...

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Όταν άκουσα τη μητέρα σου να λέει στη δική μου, πως το είχες πάρει απόφαση να συνεχίσεις τις σπουδές σου στο εξωτερικό, αισθάνθηκα ένα μαχαίρι να καρφώνεται με δύναμη στα σωθικά μου. Σ΄έχανα… σ΄έχανα γι΄ακόμη μια φορά… μόνο που αυτή τη φορά δε θα ήταν μια ακόμη...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου