Ένα τσίρκο η ζωή. Μέσα του γεννιόμαστε. Σε μια τέντα, ανάμεσα σε θηρία άγρια κι εξημερωμένα. Εκεί, θα μας διαλέξουν ρόλους. Κι έχει πολλούς. Άλλοι θα γίνουν ακροβάτες. Άλλοι οι θηριοδαμαστές. Άλλοι πάλι είναι φτιαγμένοι για παλιάτσοι. Κι άλλοι ταχυδακτυλουργοί.

Υπάρχουν κι εκείνοι που η φύση δεν τους προίκισε με θάρρος και απόμειναν να ταΐζουν τους ελέφαντες. Να καθαρίζουν τις βρωμιές απ’ τ’ άλογα. Και να κοιτάνε τ’ άστρα κάθε βράδυ και ν’ ονειρεύονται.

Ονειρεύονται πως βρίσκονται σε ένα σχοινί εκεί ψηλά. Στην οροφή. Χωρίς το δίχτυ. Τι να το κάνεις το δίχτυ στ’ όνειρο; Κι είναι εκεί. Γενναίοι και ωραίοι. Με σώμα γυμνασμένο και δέρμα που γυαλίζει στο φως των προβολέων. Βαδίζουν ατρόμητοι κι ευθυτενείς με το κοντάρι στα χέρια για ισορροπία.

Μουσική απ’ τα μεγάφωνα. Ένα βαλς αιθέριο και η μορφή εκείνης να ξεπροβάλλει απ’ το σκοτάδι και ν’ απλώνει κατάλευκο το χέρι. Το σχοινί είναι πλατεία πια κι ο σχοινοβάτης χορεύει. Χορεύει. Χορεύει. Στροβιλίζεται στον αέρα με χάρη κι αποφασιστικότητα. Εκείνη γελά και τα μάτια τού κόσμου ολόγυρα, χρυσές πυγολαμπίδες. “Θα μ αγαπάς για πάντα;” ακούει τη φωνή της.

Η μουσική σταμάτησε. Οι θεατές κοιτούν κρατώντας την ανάσα. Ήρθε η ώρα. Η πιο επικίνδυνη φιγούρα. Αυτή που περιμένουν όλοι. Αφήνει το κοντάρι κι ετοιμάζεται. Μία ανάσα. Ένα αστέρι έπεσε απ’ τον ουρανό, αφήνοντας για μια στιγμή μία κλωστή ασήμι. Ο ακροβάτης αποκοιμήθηκε. Χειροκροτήματα. Ιαχές. Σιωπή.

Αύριο πάλι.

 

_

γράφει ο Τάσος Κυρτάσογλου