Γειά σου μανούλα

 

Επειδή είμαι πολύ μικρή ακόμη και δεν ξέρω να γράφω, ζήτησα τη βοήθεια της γιαγιάς Ευσταθίας. Εγώ λέω αυτά που θέλω κι αυτή τα γράφει σ΄ ένα χαρτί. Γράφει γρήγορα. Άρα θα τα ξέρει όλα τα γράμματα, απ’ έξω κι ανακατωτά. Γράφει και κλαίει συνέχεια. Μου έχει μουσκέψει το χαρτί. Συγχώρεσέ τη μανούλα. Μάλλον θα κλαίει, γιατί πριν από λίγο καθάριζε κρεμμύδια. Σήμερα θα μας κάνει κουνέλι στιφάδο. Θα μας μαγειρέψει τον Τάκη με κρεμμυδάκια, στη μεγάλη κατσαρόλα. Ο Τάκης ήταν φίλος μου, μέχρι που η γιαγιά τον ετοίμασε για την κατσαρόλα. Αυτό δε θα της το συγχωρέσω ποτέ.

Από τότε που έφυγες για να γίνεις άγγελος στον ουρανό, κοντά στον Θεούλη, ο Τάκης, ήταν η παρέα μου. Γίναμε αμέσως φίλοι. Κάθε μέρα πήγαινα και του μιλούσα για σένα. Μ’  άκουγε με μεγάλη προσοχή, κρατώντας όρθια τα τεράστια αυτιά του. Του έλεγα πόσο καλή και όμορφη είσαι. Του έλεγα για τα γαλάζια μάτια σου και τις ξανθές σου μπούκλες, για την αγάπη που έχεις για μένα. Του έλεγα για όλα όσα ζήσαμε μαζί και αυτός γούρλωνε τα μάτια του, κουνούσε γρήγορα τη μουσούδα του και τα αυτιά του εκεί τεντωμένα. Λες και ήθελε να ακούσει και να μάθει κι άλλα για σένα. Όχι μανούλα, δεν ήταν κουτσομπόλης ο Τάκης. Ήταν φίλος μου. Μ’ αγαπούσε πολύ. Μόλις μ’ αντίκρυζε, χοροπηδούσε, έτρεχε πέρα δώθε στο κλουβί του και μόλις τον πλησίαζα, πάντα ήθελε να μυρίσει το δαχτυλάκι μου. Έβαζα το δάχτυλό μου, για να μην του χαλάσω χατίρι, μιας και ήταν ο μοναδικός μου φίλος.

Και τώρα μανούλα, τί θα κάνω; Για πες μου; Του χρόνου που θα μεγαλώσω και θα πάω στο σχολείο, θα πω της δασκάλας να μου μάθει όλα τα γράμματα σε μια μέρα. Έτσι θα μπορώ να σου γράφω, κάθε μέρα, μόνη μου, χωρίς τη βοήθεια της γιαγιάς. Μανούλα, η γιαγιά Ευσταθία, μου είπε σήμερα να μη στενοχωριέμαι, γιατί αύριο θα βάλει στο κλουβί του Τάκη, έναν άλλον κούνελο, που κι αυτόν θα τον λένε Τάκη. Μανούλα, λέω καλύτερα να πάρω ένα σκυλάκι, που θα το λένε Τάκη. Μανούλα, πες μου πως η γιαγιά το σκυλάκι δε θα το κάνει με τα κρεμμυδάκια.

Μανούλα, από τότε που με βλέπεις από ψηλά, θέλω να έχω έναν φίλο, που να το λένε Τάκη κι εγώ να του μιλάω για σένα. Θέλω να του λέω πως είσαι άγγελος στον ουρανό, πως ταξιδεύεις με το πιο όμορφο σύννεφο και πως ο αέρας σε ταξιδεύει σ’ όλους τους ουρανούς. Έτσι δεν είναι μανούλα; Ποτέ δεν είδα το σύννεφό σου, γιατί όλη τη μέρα μιλούσα για σένα στον Τάκη που η γιαγιά θα μαγειρέψει σήμερα με τα κρεμμυδάκια. Αν μου μαγειρέψει και τον Τάκη το σκυλάκι που θα πάρω, τότε μανούλα σου το λέω για να το ξέρεις. Θα πάρω έναν Τάκη ελέφαντα, που δε θα χωράει στην κατσαρόλα της γιαγιάς.

Μανούλα, σ΄ όλους μιλάω για σένα. Κάθε βράδυ που πάω για να κοιμηθώ, κάνω την προσευχούλα μου και ζητάω απ’ τον Θεούλη, να μη φυσάει πολύ δυνατά και πέσεις απ’ το σύννεφό σου. Δε θέλω να μου πάθεις κανένα κακό. Φοβάμαι μη γκρεμοτσακιστείς και σκοτωθείς. Εγώ τότε δε θα έχω μανούλα, για να νοιώθω περήφανη και ούτε θα μπορώ να μιλάω γι’ αυτήν, στον νέο μου φίλο τον Τάκη.

Μανούλα, μόλις κλείνω τα ματάκια μου, για να με πάρει ο ύπνος, σε βλέπω και σε ακούω. Ακούω το γλυκό εκείνο νανούρισμα, που μου έλεγες όταν ήμουν μωράκι.

Άκου....

Νάνι το μικρό μου
νάνι το καλό μου
γείρε στην αγκαλιά μου
για ν’ αποκοιμηθείς.

Σου ρίχνω για σεντόνι
των αστεριών τη σκόνη
τα μάτια κλείσε κι άκουσε
τους ψίθυρους της γης.

Στους φεγγαρένιους δρόμους
με σμαραγδένιο χρώμα
αδράχνουν οι νεράιδες
για σένανε ευχές.

Στην άκρη του ονείρου
οι άγγελοι του απείρου
γλυκά θα σ’ αγκαλιάζουν
μ’ ολόασπρα φτερά.

Στη σκέπη τους αφήσου
αυτοί θα σ’ οδηγήσουν
το δρόμο να μη χάσεις
στο χάρτη της ζωής.

Μανούλα σ’ αγαπώ πολύ.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!