Ο Τάσος και ο Θόδωρος

13.10.2014

 

 

Ο Τάσος και ο Θόδωρος αδέρφια απ’ τα καλά
μεγάλωσαν κοντά-κοντά φίλοι καλοί γινήκαν
στα δύσκολα ενωνόντουσαν στα εύκολα γελούσαν
κι ο χρόνος πέρναγε γλυκά σε τούτο το νησί

Με τα πολλά ανοίξανε και ένα ταβερνάκι
κερνάγανε τις λιχουδιές που’ φτιαχνε η μαμά τους
Κι όλοι τους εθαυμάζανε κι όλοι τους λέγαν μπράβο
κι εκείνοι φεύγαν αγκαλιά σαν έκλεινε η ταβέρνα

Ο ένας επιβράβευε του άλλου τη δουλειά
και άκουγες τα όμορφα τα λόγια της αγάπης
«Ωραία που συγύρισες σήμερα αδερφάκι»
«Κι εσύ καλά που τα φτιαξες τα μπλε μας τα τραπέζια»

Μα ο Χάρος αποφάσισε τους έκλεψε τη μάνα
και με κουστούμι ακριβό τους βρήκε ο δικηγόρος
άπλωσε τη χαρτούρα του σ ’ένα απ’ τα μπλε τραπέζια
μίλαγε ξαναμίλαγε βαρέθηκαν ν’ ακούνε

Σαν τέλειωσε ο πρόλογος σοβάρεψε πολύ
βήχοντας ξεροβήχοντας τους είπε αυστηρά
η μάνα σας, το έγραψε τούτο το ταβερνάκι
στον Τάσο τον πρωτότοκο που ναι και πιο μεγάλος

«Να το φροντίζεις Τάσο μου και να το αγαπάς
έχε κοντά το Θοδωρή για να σε βοηθάει»
έδωσε την παραγγελιά η μάνα στα παιδιά της
κι ο δικηγόρος έφυγε με φοβισμένο μάτι

Ο Θοδωρής σκοτείνιασε και χτύπαγε τραπέζια
σήκωνε το κεφάλι του και κοίταζε επάνω
«άδικο μάνα άδικο ετούτο το χαρτί»
και τις καρέκλες πέταγε και χτύπαγε τα χέρια

Ο Τάσος και ο Θόδωρος που ήτανε αδέρφια
οχτροί γινήκαν ξαφνικά καθόλου δε μιλούσαν
έπιασε και ο Θόδωρος πινέλο και μπογιά
και το μισό το μαγαζί το έκανε γαλάζιο

Χώρισαν τα τραπέζια τους «δικά σου και δικά μου»
κι ο κόσμος πια δεν ήξερε πού έπρεπε να κάτσει!
Καβγάδες εσερβίρανε αδειάσαν τα τραπέζια
όλοι τους πια φοβόντουσαν να κάτσουνε να φάνε

Μια μέρα που πιαστήκανε στα χέρια δίχως λόγο
ξεχάσανε πως άναβε το μάτι της κουζίνας
φωτιά ξεκίνησε μικρή μα θέριεψε σε λίγο
και η ταβέρνα άναψε κάπνισαν οι καρέκλες

Τώρα γαλάζιο και λευκό το ίδιο χρώμα πήραν
τραβάν κι οι δυο τους τα μαλλιά, στον ουρανό κοιτάζουν
του δικηγόρου τα χαρτιά βγάζουνε απ’ τις τσέπες
και τα πετάνε στη φωτιά κι αρχίζουνε τα γέλια.

Ο Τάσος και ο Θόδωρος αγαπημένα αδέρφια
όμορφα λόγια αρχίσανε και πάλι πια να λένε
«Ωραίος είσαι σήμερα καλέ μου αδερφέ»
«Κι εσύ αδερφάκι μου καλό πόσο σε αγαπάω…»

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Φωτιά

Φωτιά

Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά;...

Φωτιά

Έως το τίποτα

Σκιάχτρα μορφές Έρχονται και ταράζουν τα όνειρά μου Η διέξοδος μέσα μου Ομίχλη απέραντη   Ταξίδια ανείπωτα Ανατριχιάζουν στο βλέμμα μου Ψιλά γράμματα οι λέξεις Στη συμφωνία θανάτου   Σιωπή απόλυτη Συμπαραστάτης στο πλάι μου Και βήματα μετρημένα...

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Τα θυμάμαι εκείνα τα τραγούδιαόνειρα καλοκαιρινά, αγκαλιές κάτω από τ' άστρα.Θυμάμαι την μελωδία, το στίχο, τον ρυθμόθυμάμαι, θυμάμαι την ζεστασιά και το σ' αγαπώ. Να τ' οι δίσκοι, να και τα όνειρα μαςκάθε μελωδία ξεχωριστή, όπως και κάθε μέραμια μελωδία...

Η ελιά

Η ελιά

           Μεγάλη παρηγοριά φίλε μου το γράψιμο. Σου κρατάει απίστευτη συντροφιά. Έτσι και γράψεις στο χαρτί - ή όπου αλλού δεν έχει σημασία- αυτά που σου βαραίνουν το μυαλό και την καρδιά, πάει περίπατο η όποια μοναξιά σου. Αν δε παράλληλα, τα όσα σου...

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Διαβάστε κι αυτά

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Η  σταγόνα

Η σταγόνα

Δεμένος χειροπόδαρα πάνω στο χωρίς στρώμα σιδερένιο κρεβάτι, και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρεμασμένο, ένα βρυσάκι σαν εκείνο του παλιού καιρού που είχαμε στους νιπτήρες μας, όχι σαν υπό απειλή Δαμόκλειας σπάθας αλλά κυριολεκτικά σπάθας εν δράση....

Ερημιά

Ερημιά

Ερημιά προκαλεί ο πόλεμος και η φτώχεια. Και μια πόλη κατάστρεψε ολοσχερώς μια βόμβα   Δίχως παιδιά, δίχως χαρά μόνο με πόνο και σκλαβιά. Δίχως διασκέδαση και καλοπερασιά μόνο με πόλεμο που προκαλεί ζημιά _ γράφει ο Ευθύμιος-Ραφαήλ...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου