Πάντα, πάντα θα ναι αργά;

18.10.2020

Ο Άνθρωπος βρίσκεται δεμένος σε μία παλιά καρέκλα, φοράει το λευκό, ξεθωριασμένο του πουκάμισο και το βρώμικο του μαύρο παντελόνι, το πρόσωπο του βρίσκεται σε σύγχυση, σχεδόν αναρωτιέται πώς κατάληξε εδώ, λες και δεν ήξερε το έγκλημα που είχε διαπράξει. Ήταν στην μέση ενός παιδικού δωματίου, το αναγνώριζε φυσικά, καθώς ήταν το δικό του• πόσες αναμνήσεις είχε δημιουργήσει μέσα σε αυτόν τον χώρο… αλλά το πραγματικό ερώτημα ήταν γιατί βρισκόταν εδώ; Σαν τα μάγια στα χέρια του να λύθηκαν μονομιάς, μπόρεσε και περιεργάστηκε λίγο τον εαυτό του στον μικρό καθρέπτη του δωματίου του, ξαφνιάστηκε και θα λέγαμε πως ούρλιαξε. Ήταν ανήκουστο για εκείνον να είναι καλυμμένος με αυτήν την ενδυμασία, ο Άνθρωπος βλέπετε, είχε μονάχα αυστηρά πουκάμισα και σακάκια, ακριβά ρολόγια και λινά παντελόνια στην ντουλάπα του, το επάγγελμα του δεν του άφηνε περιθώρια για άλλου είδους ρουχισμού.

Γιατί όμως βρέθηκε εκεί; Γιατί τώρα; Είχε καταφέρει να ξεχάσει τον παρελθοντικό του εαυτό, τον είχε αποβάλλει από πάνω του σαν να ήταν δεύτερο δέρμα, σαν να μην ήταν αλήθεια όλα όσα είχε ζήσει, λες και υποκρινόταν τόσο καιρό, τον εαυτό του εκείνον τον είχε ενταφιάσει σε ένα μπαούλο του μυαλού του και το είχε κλειδώσει τόσες πολλές φορές, με τόσους διαφορετικούς τρόπους που κάποιες φορές πίστευε πως είχε εξαφανιστεί πλήρως, πως δεν βρισκόταν πλέον μέσα του. Παρατήρησε στην ξύλινη βιβλιοθήκη όλα εκείνα που είχε καταφέρει ,μετά από πολύ κόπο και προσπάθεια, να θανατώσει προσωρινά. Είδε τον Ελύτη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Καμύ, τον Πεσόα, τον Ελυάρ να στέκονται νωχελικά και να τον κοιτούν κάπως απρόσωπα, δεν τον αναγνώριζαν πλέον και κάπου εκεί στην άκρη, κάτω από κάποια φύλλα γεμάτα μουτζούρες και λέξεις είδε το μικρό βιβλιαράκι, της τότε ευτυχίας του. Θα ήταν ψέματα εάν λέγαμε πως ενδόμυχα δεν ποθούσε να το διαβάσει όλο, δεν ήταν μεγάλο, αντιθέτως, 171 σελίδες όλες κι όλες, μικρά ποιήματα μίας άλλης εποχής με μία φράση στην πρώτη λευκή σελίδα. Ήξερε τι έλεγε, όσο κι αν προσπαθούσε να την λησμονήσει, πάντα θα θυμόταν εκείνα τα καλλιγραφικά γράμματα που όταν τα εέιχε αντικρίσει πρώτη φορά, σκέφτηκε πως είχε δακρύσει, πως η καρδιά του άρχισε να χτυπάει γρηγορότερα, θαρρείς πως θα ζούσε δίχως εκείνη, αφού όλοι το ήξεραν πως ήταν δική της. Έδιωξε απευθείας την ανάμνηση αυτή από το μυαλό του, είχε νόημα άλλωστε να την φέρνει στην μνήμη του τώρα, ύστερα από τόσο καιρό; Πήγε να να ανοίξει την πόρτα του δωματίου του για να βγει έξω, να ξεχυθεί στους δρόμους που νόμιζε πως ήξερε, αλλά το βιβλίο ήταν εκεί, τον προσκαλούσε να το ανοίξει, ήταν ο κρυφός του πειρασμός όλον αυτόν τον καιρό, ήθελε απεγνωσμένα να αισθανθεί τις παλιές εκείνες σελίδες που είχε καταφέρει να ξεχωρίσει μεταξύ τους με τον περίτεχνο κόπτη του πατέρα του. Ποθούσε να διαπιστώσει εάν όλα ήταν απαράλακτα• ήταν στην θέση που τους άρμοζε, οι τσακισμένες σελίδες είχαν παραμείνει, το μελάνι με τις σημειώσεις του είχε ξεφτίσει, ξεθωριάσει και χαθεί; Με μία πρωτοφανή λύπη, κατάλαβε πως όλα ήταν ίδια, ακόμα και ο εαυτός του.

Ξέχασε το ατυχές αυτό συμβάν, όπως θα ήθελε να το χαρακτηρίσει και κατέβηκε το πλακόστρωτο κάπως ασυναίσθητα προς έναν προορισμό που ακόμα και με ερμητικά κλειστά μάτια, θα μπορούσε να τον ανακαλύψει. Γιατί πήγαινε εκεί; Ξαφνικά ένιωσε σαν να μην είχε τον απόλυτο έλεγχο των πράξεων του, είχε προσπαθήσει υπερβολικά πολύ για να μην κατακλύζεται από τα συναισθήματά του, κι όμως, βρισκόταν εκεί, στους δρόμους του παρελθόντος του να κατευθύνεται προς το ”πριν”, το λησμονημένο όνειρο του, τις ελπίδες που χάθηκαν μέσα σε μία στιγμή. Κοίταξε τα ανθισμένα λουλούδια γύρω από το μικρό σπίτι, τα έντονα χρώματα του κίτρινου, του μπλε και του μωβ τον έκαναν να χαμογελάσει κάπως πικραμένα, πάντοτε σχημάτιζε ένα μειδίαμα όταν βρισκόταν εκεί. Αντίκρισε τις παρθένες αμυγδαλιές και τα ποθητά τριαντάφυλλα, πόσο λάτρευε τον συνδυασμό αυτό… Δίστασε να εισέλθει μέσα, ήξερε τί – ή καλύτερα ποια – θα έβρισκε αλλά για κάποιο λόγο σήμερα δεν μπορούσε να αντισταθεί στην καρδιά του. Εισέπνευσε λοιπόν την μεθυστική μυρωδιά, παρατήρησε την πόρτα διαβάζοντας για ακόμη μια φορά στην ζωή του τα λόγια που συνόδευαν αυτή την πύλη στην χώρα των θαυμάτων, πάντοτε του άρεσε να το αποκαλεί με αυτόν τον τρόπο μόνο και μόνο για να του χαρίσει το χαμόγελο της. «Η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει» ώστε να ταιριάζει και στους δύο, αυτό του ψιθύριζε και εκείνος έχανε έναν χτύπο από την καρδιά του. Οπότε κατάφερε να εισέλθει μέσα στο οίκημα, κατέβηκε τα σκαλοπάτια που ήταν λίγο πιο πέρα και στάθηκε στο τελευταίο για να την θαυμάσει με την ησυχία και την ηρεμία που του προσέφερε η έλλειψη ορατότητας του. Ήταν αποκαρδιωτικά υπέροχη. Τα πλούσια μακριά της κόκκινα μαλλιά μπλεγμένα όπως πάντα με ένα σκούρο μπλε μαντήλι ξεχύνονταν στην πλάτη της σαν καταρράκτης, τα μάτια της , γαλανά σαν την θάλασσα και τον ξάστερο ουρανό κοιτούσαν με αφοσίωση τον πίνακα μπροστά της, ένα συγκεκριμένο σκηνικό, μια απόλυτα ευτυχισμένη περίοδο της ζωής τους, ήταν φαινομενικά τόσο απλός κι όμως για εκείνους σήμαινε τον κόσμο . Πάντα ο Άνθρωπος είχε αυτή την απορία και όσες φορές κι αν την είχε ρωτήσει, γιατί επέστρεφε σε αυτόν, εκείνη του χαμογελούσε πικρά σαν να ήξερε, σαν να είχε προμηνύσει την καταστροφή και ήθελε για λίγο να την καθυστερήσει. Άλλωστε εάν θέλεις να σταματήσεις τον χρόνο, γράφεις – είτε στο χαρτί, είτε στον πίνακα -. 

Σαν να αισθάνθηκε όμως την παρουσία του στον χώρο γύρισε και τον κοίταξε, το παρελθόν του βρέθηκε ενώπιον του κι εκείνος στάθηκε αμέτοχος μπροστά του – τί μπορούσε μα κάνει ή να πει; – και κάποιος θαρραλέος ίσως απαντούσε ”τα πάντα”. «Ποιητή;» αναφώνησε η κοπέλα δίχως να μπορεί να πιστέψει πως βρισκόταν μπροστά της και το μυστικό του είχε πλέον αποκαλυφθεί, γιατί πριν να γίνει άνθρωπος ήταν Ποιητής και κάπου, ο χαρακτηρισμός αυτός, χάθηκε στην πορεία της ζωής του, όπως χάθηκε και ο ίδιος. Θα ήταν άδικο να μην τον αναγνωρίσει, είχε τα ίδια μαύρα, χαοτικά σχεδόν μάτια της αβύσσου της, που κάθε φορά που τα αντίκριζε, τα ερωτευόταν ολοένα και πιο πολύ. Προσπάθησε να αγγίξει το κατάλευκο πρόσωπο της, μία αναγεννησιακή ομορφιά που την είχε φυλακίσει στα ποιήματα του, αλλά του ξέφυγε, ήταν άυλη, αιθέρια όπως πάντα αλλά δίχως φωνή, ούτε θέρμη εξέπεμπε το σώμα της, ούτε να ακούσει την καρδιά της μπορούσε, ούτε να φιλήσει τα χείλη της. Ένιωσε να πέφτει στο κενό, όλα γύρω του έπεφταν πάνω του κι εκείνη του προσέφερε ένα λευκό χαρτί και ένα μολύβι, έτσι μονάχα θα σωθείς…, του ψιθύρισε πριν επιστρέψει στον πίνακα της.

Μην με αφήσεις πάλι…

Ήταν στο κρεβάτι του, κάθιδρος, μπερδεμένος και μόνος. Σηκώθηκε, έβαλε τα πιο πρόχειρα του ρούχα, παραιτήθηκε από την δουλεία του, αγόρασε φύλλα αμέτρητα, μελανοθήκες κι έτρεξε να την βρει. Ήξερε πού ήταν, πάντοτε ήξερε πού βρισκόταν εκείνη. Το μπαούλο εν τέλει δεν ήταν ποτέ κρυμμένο, επέπλεε στην θάλασσα των συναισθημάτων του, σαν ένα κουτί της Πανδώρας, έτοιμο να τον βυθίσει σε όλα εκείνα που ήξερε και αγαπούσε.

Είχε καταλάβει πως δεύτερη ζωή δεν έχει… οπότε ή όλα ή τίποτα, σε αυτή τη ζωή που είχε επιλέξει.

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου