η καντάδα: παραλλαγές ύφους πάνω στο ίδιο θέμα

19.04.2019

photo by Dimos Chloptsioudis

photo by Dimos Chloptsioudis

σημειώσεις

τέσσερις τα ξημερώματα. ο κλέφτης σπάει το τζάμι σπιτιού. Είχε κόψει το σύρμα της περίφραξης. Θέλει να κλέψει το ακριβό αυτοκίνητο. Στο δωμάτιο κοιμάται η αγαπημένη του. Ο ιδιοκτήτης ξυπνά. Τον πιάνει απ’ αυτοφώρω. Η κόρη ξυπνά και  ισχυρίζεται πως είναι γνωστός της. Πήγε εκεί να της κάνει καντάδα. Δικαιολογεί πως η ίδια έσπασε το τζάμι κατά λάθος.

εις διπλούν

     Ανοιξιάτικη, νύχτα του Απρίλη μα βρέχει καταρρακτωδώς και πάρα πολύ. Κρύο τσουχτερό, χειμωνιάτικο. Η γειτονιά, τα σπίτια του πάνω χωριού κοιμούνται βαθιά όλοι και όλες. Μόνο η βροχή και οι σταγόνες κινούνται, πέφτουν στις τέσσερις τα ξημερώματα, λίγο πριν το χάραμα. Η βροχή κι ο ληστής, ο κλέφτης. Σεργιανά και τριγυρνά ψάχνοντας και αναζητώντας την αυλή με το ακριβότερο, το καλύτερο αυτοκίνητο. Κόβει και καταστρέφει το σύρμα της περίφραξης και του φράχτη, μπαίνει και με ελαφριά, απαλά βήματα φτάνει κι ακουμπά το παράθυρο. Σπάει το γυαλί και θρυμματίζει το τζάμι δίχως δεύτερη σκέψη, δίχως να διστάσει, μπουκάρει και πηδάει μέσα βιαστικά και γρήγορα. Ανάβει και φωτίζει ξαφνικά ένα φως. Κοιτά και αντικρίζει στο κρεβάτι, κάτω απ’ τα σκεπάσματα αγουροξυπνημένο και νυσταγμένο το αγγελικό και πανέμορφο εκείνο πρόσωπο που καιρό τώρα φλερτάρει και λαχταρά, ποθεί να γνωρίσει και να μιλήσει. Τί ατυχία και τί γκαντεμιά! Πάνω και τη στιγμή της αποχαύνωσης ανοίγει η πόρτα και μπουκάρει, εισβάλλει ο πατέρας της, ο μπαμπάς της αυτή τη φορά. Βρεγμένος, μούσκεμα, στέκει ακίνητος, χωρίς να κουνιέται, αμίλητος και χωρίς να βγάζει άχνα, ηττημένος και νικημένος, χαμένος. Πετάγεται, σηκώνεται τότε εκείνη και τον καλύπτει, τον προστατεύει. Λέει πως ήρθε κι έφτασε εκεί για καντάδα και τραγούδισμα ερωτικό κάλεσμα. Λέει κι απολογείται πως εκείνη έσπασε και κατέστρεψε κατά λάθος, χωρίς δόλο το τζάμι και το γυαλί.

photo by Dimos Chloptsioudis

photo by Dimos Chloptsioudis

μεταφορικό

Το δάσος είχε θεριέψει άνοιξη καιρό. Πυκνή βλάστηση. Όλα έδειχναν ήσυχα, η χειμερία νάρκη κρατούσε ακόμη τα ηνία. Η μαμά αρκούδα ξύπνια από μέρες αφήνει το μικρό της να κοιμάται ζεστά. Κατεβαίνει προς το χωριό, ψάχνει μέλι ή κότες να ηρεμήσει το στομάχι της. Χαλάει την περίφραξη μιας αυλής και μπαίνει, κατευθύνεται προς το κοτέτσι. Σπάει την πόρτα και το αίμα της παγώνει. Ένας άντρας σημαδεύει με καραμπίνα το μικρό της που ξεκοκαλίζει λαίμαργα ένα κοτόπουλο. Μένει ακίνητη, αποχαυνωμένη. Ο άντρας κάνει ένα νόημα να πάρει από κει το αρκουδάκι. Με μια δειλή κίνηση του ποδιού της το τραβά και φεύγουν αναζητώντας καρπούς στα δέντρα του δάσους.

λεξιπλαστικό

Ανοιξοβραδιά μα καταρρακτοβρέχει. Τσουχτερόκρυο. Η πανωμαχαλογειτονιά βαθειοκοιμάται, μόνο η βροχή κινείται στις τέσσερις τα ξημερώματα κι ένας βροχοκλέφτης. Σεργιανοψάχνει την αυλή με το ακριβοκαλύτερο αυτοκίνητο. Κόβει το περιφραξόσυρμα, μπαίνει και ελαφροβηματοφτάνει στο παράθυρο. Σπάει το τζάμι και βιαστικομπουκάρει δίχως δευτεροσκέψη. Ξαφνοανάβει ένα φως. Αντικρίζει στο κρεβάτι αγουροξυπνημενοαγγελικό πρόσωπο, εκείνο που από καιρό φλερταρολαχταρά να γνωρίσει. Τί ατυχία! Πάνω στην αποχαυνωμενοστιγμή ανοίγει η πόρτα και να, ο μπουκαροπατέρας της. Στέκει βρεγμενοακινητοαμιλητοηττημένος. Πετάγεται εκείνη και τον καλύπτει. Λέει πως είναι κανταδοερχόμενος και πως η ίδια καταλαθοέσπασε το τζάμι.

οπισθοδρομικό

Εκείνη λέει στον πατέρα της πως η ίδια έσπασε κατά λάθος το τζάμι και τον καλύπτει ενώ εκείνος βρεγμένος στέκει ακίνητος, αμίλητος, ηττημένος στη μέση του υπνοδωματίου. Ήρθε, λέει, να της κάνει καντάδα. Ο πατέρας είχε μπουκάρει πριν λίγο στο δωμάτιο της κόρης του ανήσυχος. Εκείνος αφού είχε σπάσει το τζάμι και πήδηξε μέσα, αντίκρισε το αγγελικό της πρόσωπο και σάστισε. Ήταν εκείνη που από καιρό φλέρταρε και λαχταρούσε να γνωρίσει. Το φως είχε ανάψει ξαφνικά. Δεν το πολυσκέφτηκε. Στην αυλή παρκαρισμένο το ακριβότερο αυτοκίνητο, έκοψε το σύρμα της περίφραξης και με ελαφριά βήματα έφτασε στο παράθυρο. Μόνο εκείνος κι η βροχή κινούνταν. Τέσσερις τα ξημερώματα και η γειτονιά του πάνω χωριού κοιμόταν βαθιά. Το κρύο τσουχτερό κι ας ήταν Άνοιξη, έβρεχε καταρρακτωδώς.

φυσιολογικό

Ανοιξιάτικη βραδιά μα βρέχει καταρρακτωδώς. Κρύο τσουχτερό. Η γειτονιά του πάνω χωριού κοιμάται βαθιά, μόνο η βροχή κινείται στις τέσσερις τα ξημερώματα. Η βροχή κι ο κλέφτης. Σεργιανά ψάχνοντας την αυλή με το ακριβότερο αυτοκίνητο. Κόβει το σύρμα της περίφραξης, μπαίνει και με ελαφριά βήματα φτάνει στο παράθυρο. Σπάει το τζάμι δίχως δεύτερη σκέψη και μπουκάρει βιαστικά. Ανάβει ξαφνικά ένα φως. Αντικρίζει στο κρεβάτι αγουροξυπνημένο το αγγελικό εκείνο πρόσωπο που καιρό τώρα φλερτάρει και λαχταρά να γνωρίσει. Τί ατυχία! Πάνω στην αποχαύνωση ανοίγει η πόρτα και μπουκάρει ο πατέρας της αυτή τη φορά. Βρεγμένος, στέκει ακίνητος, αμίλητος, ηττημένος. Πετάγεται τότε εκείνη και τον καλύπτει. Λέει πως ήρθε για καντάδα και πως έσπασε κατά λάθος το τζάμι η ίδια.

 

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου