τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

η καντάδα: παραλλαγές ύφους πάνω στο ίδιο θέμα

η καντάδα: παραλλαγές ύφους πάνω στο ίδιο θέμα

photo by Dimos Chloptsioudis

photo by Dimos Chloptsioudis

σημειώσεις

τέσσερις τα ξημερώματα. ο κλέφτης σπάει το τζάμι σπιτιού. Είχε κόψει το σύρμα της περίφραξης. Θέλει να κλέψει το ακριβό αυτοκίνητο. Στο δωμάτιο κοιμάται η αγαπημένη του. Ο ιδιοκτήτης ξυπνά. Τον πιάνει απ’ αυτοφώρω. Η κόρη ξυπνά και  ισχυρίζεται πως είναι γνωστός της. Πήγε εκεί να της κάνει καντάδα. Δικαιολογεί πως η ίδια έσπασε το τζάμι κατά λάθος.

εις διπλούν

     Ανοιξιάτικη, νύχτα του Απρίλη μα βρέχει καταρρακτωδώς και πάρα πολύ. Κρύο τσουχτερό, χειμωνιάτικο. Η γειτονιά, τα σπίτια του πάνω χωριού κοιμούνται βαθιά όλοι και όλες. Μόνο η βροχή και οι σταγόνες κινούνται, πέφτουν στις τέσσερις τα ξημερώματα, λίγο πριν το χάραμα. Η βροχή κι ο ληστής, ο κλέφτης. Σεργιανά και τριγυρνά ψάχνοντας και αναζητώντας την αυλή με το ακριβότερο, το καλύτερο αυτοκίνητο. Κόβει και καταστρέφει το σύρμα της περίφραξης και του φράχτη, μπαίνει και με ελαφριά, απαλά βήματα φτάνει κι ακουμπά το παράθυρο. Σπάει το γυαλί και θρυμματίζει το τζάμι δίχως δεύτερη σκέψη, δίχως να διστάσει, μπουκάρει και πηδάει μέσα βιαστικά και γρήγορα. Ανάβει και φωτίζει ξαφνικά ένα φως. Κοιτά και αντικρίζει στο κρεβάτι, κάτω απ’ τα σκεπάσματα αγουροξυπνημένο και νυσταγμένο το αγγελικό και πανέμορφο εκείνο πρόσωπο που καιρό τώρα φλερτάρει και λαχταρά, ποθεί να γνωρίσει και να μιλήσει. Τί ατυχία και τί γκαντεμιά! Πάνω και τη στιγμή της αποχαύνωσης ανοίγει η πόρτα και μπουκάρει, εισβάλλει ο πατέρας της, ο μπαμπάς της αυτή τη φορά. Βρεγμένος, μούσκεμα, στέκει ακίνητος, χωρίς να κουνιέται, αμίλητος και χωρίς να βγάζει άχνα, ηττημένος και νικημένος, χαμένος. Πετάγεται, σηκώνεται τότε εκείνη και τον καλύπτει, τον προστατεύει. Λέει πως ήρθε κι έφτασε εκεί για καντάδα και τραγούδισμα ερωτικό κάλεσμα. Λέει κι απολογείται πως εκείνη έσπασε και κατέστρεψε κατά λάθος, χωρίς δόλο το τζάμι και το γυαλί.

photo by Dimos Chloptsioudis

photo by Dimos Chloptsioudis

μεταφορικό

Το δάσος είχε θεριέψει άνοιξη καιρό. Πυκνή βλάστηση. Όλα έδειχναν ήσυχα, η χειμερία νάρκη κρατούσε ακόμη τα ηνία. Η μαμά αρκούδα ξύπνια από μέρες αφήνει το μικρό της να κοιμάται ζεστά. Κατεβαίνει προς το χωριό, ψάχνει μέλι ή κότες να ηρεμήσει το στομάχι της. Χαλάει την περίφραξη μιας αυλής και μπαίνει, κατευθύνεται προς το κοτέτσι. Σπάει την πόρτα και το αίμα της παγώνει. Ένας άντρας σημαδεύει με καραμπίνα το μικρό της που ξεκοκαλίζει λαίμαργα ένα κοτόπουλο. Μένει ακίνητη, αποχαυνωμένη. Ο άντρας κάνει ένα νόημα να πάρει από κει το αρκουδάκι. Με μια δειλή κίνηση του ποδιού της το τραβά και φεύγουν αναζητώντας καρπούς στα δέντρα του δάσους.

λεξιπλαστικό

Ανοιξοβραδιά μα καταρρακτοβρέχει. Τσουχτερόκρυο. Η πανωμαχαλογειτονιά βαθειοκοιμάται, μόνο η βροχή κινείται στις τέσσερις τα ξημερώματα κι ένας βροχοκλέφτης. Σεργιανοψάχνει την αυλή με το ακριβοκαλύτερο αυτοκίνητο. Κόβει το περιφραξόσυρμα, μπαίνει και ελαφροβηματοφτάνει στο παράθυρο. Σπάει το τζάμι και βιαστικομπουκάρει δίχως δευτεροσκέψη. Ξαφνοανάβει ένα φως. Αντικρίζει στο κρεβάτι αγουροξυπνημενοαγγελικό πρόσωπο, εκείνο που από καιρό φλερταρολαχταρά να γνωρίσει. Τί ατυχία! Πάνω στην αποχαυνωμενοστιγμή ανοίγει η πόρτα και να, ο μπουκαροπατέρας της. Στέκει βρεγμενοακινητοαμιλητοηττημένος. Πετάγεται εκείνη και τον καλύπτει. Λέει πως είναι κανταδοερχόμενος και πως η ίδια καταλαθοέσπασε το τζάμι.

οπισθοδρομικό

Εκείνη λέει στον πατέρα της πως η ίδια έσπασε κατά λάθος το τζάμι και τον καλύπτει ενώ εκείνος βρεγμένος στέκει ακίνητος, αμίλητος, ηττημένος στη μέση του υπνοδωματίου. Ήρθε, λέει, να της κάνει καντάδα. Ο πατέρας είχε μπουκάρει πριν λίγο στο δωμάτιο της κόρης του ανήσυχος. Εκείνος αφού είχε σπάσει το τζάμι και πήδηξε μέσα, αντίκρισε το αγγελικό της πρόσωπο και σάστισε. Ήταν εκείνη που από καιρό φλέρταρε και λαχταρούσε να γνωρίσει. Το φως είχε ανάψει ξαφνικά. Δεν το πολυσκέφτηκε. Στην αυλή παρκαρισμένο το ακριβότερο αυτοκίνητο, έκοψε το σύρμα της περίφραξης και με ελαφριά βήματα έφτασε στο παράθυρο. Μόνο εκείνος κι η βροχή κινούνταν. Τέσσερις τα ξημερώματα και η γειτονιά του πάνω χωριού κοιμόταν βαθιά. Το κρύο τσουχτερό κι ας ήταν Άνοιξη, έβρεχε καταρρακτωδώς.

φυσιολογικό

Ανοιξιάτικη βραδιά μα βρέχει καταρρακτωδώς. Κρύο τσουχτερό. Η γειτονιά του πάνω χωριού κοιμάται βαθιά, μόνο η βροχή κινείται στις τέσσερις τα ξημερώματα. Η βροχή κι ο κλέφτης. Σεργιανά ψάχνοντας την αυλή με το ακριβότερο αυτοκίνητο. Κόβει το σύρμα της περίφραξης, μπαίνει και με ελαφριά βήματα φτάνει στο παράθυρο. Σπάει το τζάμι δίχως δεύτερη σκέψη και μπουκάρει βιαστικά. Ανάβει ξαφνικά ένα φως. Αντικρίζει στο κρεβάτι αγουροξυπνημένο το αγγελικό εκείνο πρόσωπο που καιρό τώρα φλερτάρει και λαχταρά να γνωρίσει. Τί ατυχία! Πάνω στην αποχαύνωση ανοίγει η πόρτα και μπουκάρει ο πατέρας της αυτή τη φορά. Βρεγμένος, στέκει ακίνητος, αμίλητος, ηττημένος. Πετάγεται τότε εκείνη και τον καλύπτει. Λέει πως ήρθε για καντάδα και πως έσπασε κατά λάθος το τζάμι η ίδια.

 

Επιμέλεια κειμένου

Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι φιλόλογος και ποιητής. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην Τέχνη. Ασχολείται με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων. Έχει συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Κριτικές και δοκίμιά του του δημοσιεύονται σε ιστοσελίδες και ηλεκτρικά περιοδικά (tovivlio.net, tvxs.gr, Vakxikon.gr κ.ά.), καθώς και σε έντυπα περιοδικά (Μανδραγόρας, Σίσυφος, δίοδος 66100, ένεκεν, φευθ κ.ά.) Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές: «η οργή της πεταλούδας» (2013), «κατάστιχα» (2014) και «ακατάλληλο» (2016). Έχει συγγράψει τα πολιτικά δοκίμια «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (2009), «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (2011) και «η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης» (2014).

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος