Select Page

παραμονή

παραμονή

 

 

Δυο μάρκες στο δεκατέσσερα. Κόκκινο. Μια στο κενό. Κι η άλλη στα μάτια της. Ελαφιού και θλίψης.

«Δώσε μου κάτι,» την παρακάλεσε.

Είκοσι και μαύρο.

«Κάποτε θα πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας,» μίλησε ένα γέλιο της που λοξοδρόμησε.

Αυτός δεν είχε τι να πει. Τι να κάνει. Κάθισε πιο ψηλά να την διαφεντεύει.

Το χέρι έστριψε την μπίλια.

«Δεκατέσσερα» είπε.

«Και κόκκινο,» πρόσθεσε. «Πήρες φωτιά;»

«Σκέφθηκα αν μπορούσα να σε κεράσω λίγη από την αποτυχία μου».

Γέλασε. Τον κοίταξε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Ένα απαστράπτον σελοφάν. Μέσα του μια ζωή χαμένη. Όπως όλοι τους.

Γδύθηκε. Το ρολόι της φώναξε πως το κορμί της ήταν μόνο. Το κρύο πάπλωμα θα προσπαθούσε να την ζεστάνει. Μια σκέψη προσπαθούσε να ανάψει μέσα της φωτιά. Έτριψε τα χέρια. Από συνήθεια.

Δεκατέσσερα και κόκκινο. Πάνω του η ζωή του. Η μπίλια αναπήδησε και στρώθηκε στο είκοσι. Και μαύρο.

Άνοιξε το στήθος του και της την έδειξε:

«Με τι την ανταλλάσεις;» της είπε.

Αυτή δεν μπόρεσε να γελάσει. Έσκυψε το κεφάλι και είδε στο πάτωμα την μοναξιά της.

«Είναι πανάκριβο αυτό που έχω να σου δώσω,» του είπε.

Έξω τα φώτα τραβούσαν το δικό τους δρόμο. Σ’ ένα δάκρυ της βροχής, κάποιος ξεκούμπωτος και μαγαρισμένος τραβούσε κατά τη θάλασσα…

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!