Select Page

Πενήντα χρόνια

Πενήντα χρόνια

Καλησπέρα,

Μάνα, μητέρα ή μαμά, δε θα σε αποκαλέσω. Θα σε καλησπερίσω ως κυρία Ευγενία. Έτσι όπως σίγουρα θα σ’ αποκαλεί όλος ο κόσμος σου. Σε θυμάμαι, έστω και αμυδρά, μιας κι έχουμε να βρεθούμε κοντά στα πενήντα χρόνια. Προχθές με ειδοποίησαν, πως ετοιμάζεσαι να πας ταξίδι. Θεώρησα λοιπόν καλό, μιας και αποχωρίζεσαι όλους αυτούς που σ’ αποκαλούν κυρία Ευγενία, να σου στείλω αυτήν την επιστολή.

Από την τελευταία μέρα που άφησες το χέρι μου, που σε κρατούσε τόσο σφιχτά, έγιναν πολλά. Πέρασαν ακριβώς πενήντα χρόνια. Ήταν Παρασκευή απόγευμα, την ώρα που έγερνε ο ήλιος πίσω από την καταπράσινη μουριά της αυλής μας. Τον θυμάμαι αυτόν τον ήλιο. Ήταν στρόγγυλος, σκυθρωπός και τόσο μελαγχολικός, λες και δε θα ξαναπρόβαλε την επομένη το πρωί. Κάτι ήξερε αυτός, που εγώ το έμαθα μόλις σήμερα, μετά από πενήντα χρόνια. Εκείνος ο ήλιος, ο Παρασκευγιάτικος, κάτι ήξερε, κάτι είχε ακούσει, κάτι είχε δει, που εγώ στα μικρά μου μάτια, των μόλις πέντε Μαΐων, με το ζόρι δε μπορούσα να αντιληφθώ.

Αν εκείνη την Παρασκευή, μου έστελνε ένα μήνυμα, αν μου έλεγε κάτι, σήμερα, μετά από πενήντα χρόνια, δε θα σου έστελνα αυτήν την επιστολή. Αν μου έγνεφε κρυφά, έστω το παραμικρό, δε θα άφηνα το χέρι σου, που τόσο σφιχτά κρατούσα και δε θα ξεγελιόμουνα για να πιάσω το χέρι της κυρίας Αμαλίας. Ένα χέρι κρύο, παγωμένο και ωχρό, που όμως είχε τόση δύναμη, ώστε να με οδηγήσει στην Αυστραλία. Εκεί, τόσο μακρυά, που όσο και ν’ απλώσεις τα χέρια σου, ποτέ δε θα φτάσουν ν’ ακουμπήσουν κάπου.

Πλούσιο το νεκρό χέρι, αλλά δίχως τη δική σου ζεστασιά. Εδώ και πενήντα χρόνια, ποτέ δεν έπιασα κανενός το χέρι, τόσο σφιχτά, όσο το δικό σου, γιατί πάντα φοβόμουν μήπως ξεγελαστώ και βρεθώ στην Αμερική. Αυτή η γη, αν και λένε πως είναι στρόγγυλη, έχει πολλές άκρες, τόσο μακρινές, που και με το νου σου ακόμη να ταξιδέψεις, κουράζεσαι.

Εδώ λοιπόν, σ’ αυτήν την άκρη βρέθηκα κι εγώ, αφήνοντας το δικό σου χέρι. Προσπαθώ να θυμηθώ, πώς ξεγελάστηκα κι άλλαξε το χέρι που κρατούσα. Δεν ήταν ούτε καραμέλες, ούτε γλειφιτζούρια, μα ούτε σοκολάτες το αντάλλαγμα. Ήταν διαταγή σου. Έπρεπε, μου είχες πει, να κρατήσω για λίγο το παγωμένο χέρι της κυρίας Αμαλίας. Ήμουνα καλό και υπάκουο κοριτσάκι. Δε γινόταν να σου χαλάσω χατίρι. Άφησα το μικρό και ιδρωμένο χεράκι, που έσφιγγε το δικό σου και εξετέλεσα την επιθυμία σου.

Ώστε φεύγεις ε; Είσαι σίγουρη; Πάντα ήσουν βιαστική. Όλα ήθελες να τα προλαβαίνεις. Πάντως ένα να ξέρεις: είναι το μοναδικό ταξίδι που το εισιτήριο σου το κανονίζει ο Θεός. Δε θα σου πω να ετοιμάσεις αποσκευές. Η μόνη αποσκευή που επιτρέπεται να πάρεις μαζί σου, είναι αυτή της ψυχής σου. Πιστεύω πως η δική σου, θα είναι αρκετά βαριά. Πώς θα την κουβαλήσεις; Είμαι και μακρυά σου και δε μπορώ να σε βοηθήσω, Μην ψάξεις για αχθοφόρο. Δεν υπάρχουν πια. Μόνη σου πρέπει να τη σηκώσεις, με το χέρι σου εκείνο, που πριν από πενήντα χρόνια, άφησε το δικό μου ιδρωμένο χεράκι. Θα τα καταφέρεις. Δε σε φοβάμαι εσένα. Όσο άρρωστη κι αν είσαι, το χέρι σου εκείνο, θα βρει την δύναμη να σηκώσει τα υπάρχοντα της ψυχής σου.

Λυπάμαι που δε φτάνουν τα χέρια μου ως εκεί, για να σ’ αγγίξω. Μα ούτε και τα δικά σου μπορούν να μ’ αγκαλιάσουν ή να σφίξουν το χέρι μου, όπως τότε, πριν από πενήντα χρόνια. Πενήντα χρόνια, έγραφα γράμματα στον Άη-Βασίλη, για να σε βρει και να σε φέρει κοντά μου. Αυτό το δώρο ήθελα, από τα πέντε μου χρόνια. Και να που σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων, έμαθα πως θα ταξιδέψεις.

Θα σ’ έχω για πάντα σφιχτά, μέσα στην αγκαλιά της ψυχής μου.

Καλό σου ταξίδι μαμά...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

8 Σχόλια

  1. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Πολύ συγκινητικό !.Πόσο θα πρέπει να υπέφερε το κοριτσάκι…πληγές που δεν επουλώνονται ποτέ

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Μακάρι να υπήρχε συνέχεια…

    Απάντηση
  3. Άννα Ρουμελιώτη

    50 χρόνια πίκρας …. πενήντα κι αλλες τοσες πληγές…όχι δεν επουλώνονται!!

    Απάντηση
  4. Μάχη Τζουγανάκη

    Η ιστορία σας πονά. Η πίκρα και το παράπονο 50 χρόνων αυτού…του παιδιού… ακουμπά πολύ βαριά στην ψυχή μου.

    Απάντηση
  5. Έλενα Σαλιγκάρα

    Συγκινητική ιστορία. Από τα πιο δύσκολα που μπορεί να βιώσει ένα παιδί…

    Απάντηση
  6. Κατερινα Λαζιδου

    Πονουν αυτα που γραφεις, με μια γραφη που θυμιζει προφορικο λογο

    Απάντηση
  7. Κατερινα Λαζιδου

    Πονουν αυτα που γραφεις, με μια ωραια γραφη που θυμιζει προφορικο λογο

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!