Πετάς;

11.11.2017

Κρατούσα την κουπαστή με τα χέρια σφιχτά πάνω της νιώθοντας το παγωμένο σίδερο και την ξεφτισμένη μπογιά να με γδέρνει, αγναντεύοντας το λιμάνι που ολοένα και πλησίαζε. Προσπάθησα από τόσο μακριά να αναγνωρίσω τη  φιγούρα σου. Περίμενα. Κανείς  δεν ξέρει τι περίμενα και πώς. Το εισιτήριό μου τσαλακωμένο στην τσέπη, τόσο που δε διάβαζες καν τον προορισμό. Όχι, δεν το τσαλάκωσαν στην υποδοχή του πλοίου. Εγώ το τσαλάκωνα μέρες κρυμμένο σε ένα καφετί παλτό. Άνοιγα και έκλεινα το ταξίδι μου. Κι ύστερα το έχωνα βαθιά στην τσέπη.

«Εσύ απλά έλα στο λιμάνι», μου είπες σε ένα κοφτό τηλεφώνημα κι εγώ το έκλεισα μουδιασμένη.

Στο λιμάνι. Ένα λιμάνι γεμάτο από αναμνήσεις. Τόσες αφίξεις και τόσες αναχωρήσεις. Μα καμία να μοιάζει με το σημερινό συναπάντημα. Τα μάτια μου μπλέκανε με την αλμύρα και φτιάχνανε εικόνες θαλασσινές από το παρελθόν, ούτε που ξέρω το γιατί. Με το στόμα άρπαζα τον αέρα που έστελνε το νησί που ολοένα και πλησίαζα. Να καταπιώ την ευτυχία λίγο πριν έρθω αντιμέτωπη με το ίδιο της το σώμα, σκέφτηκα.

Σαν έδεσαν τα σχοινιά, εγώ λύθηκα. Κατέβηκα με το μικρό σακίδιο που δίσταζα μέρες να γεμίσω και που τελικά το άφησα άδειο. Μα πεισματικά το πήρα μαζί μου. Ίσως να προσμένω να το γεμίσω με εικόνες. Ίσως πάλι να θέλω να έρθει και να γυρίσει άδειο. Με το φόβο μήπως και φέρω στην πόλη μου κάτι από τούτο το διάστημα που θα ζήσω εδώ. Θα ζήσω. Ωραίο ακούγεται. Και πόσο; Και τι;

Στον Αντρέα είπα λίγο να ανασάνω. Πόσο; με ρώτησε απορημένος. Τα μάτια μου δεν είχαν μάθει να λένε ψέματα. Γύρισα να κοιτάξω το ντουλάπι με τον καφέ που δήθεν προσπαθούσα να φτιάξω και του απάντησα ένα μετέωρο Θα δείξει, δεν ξέρω. Ίσα να πάρω λίγες δυνάμεις, να αποφορτιστώ. Η απώλεια του πατέρα μου βοηθούσε σε τούτη την απλή συγκατάβασή του. Ήξερε πως τέτοιες στιγμές ήθελα ησυχία και θάλασσα. Τη δική μου  θάλασσα.

«Εσύ απλά έλα στο λιμάνι», ήχησε μέσα μου η φωνή σου και άρχισα να πλησιάζω τη γέφυρα εξόδου που είχε ήδη ξαπλώσει στην τσιμεντένια προβλήτα. Ένας γλάρος πέρασε μέσα στο γκαράζ των αυτοκινήτων και όλα τα κεφάλια κοίταξαν το θέαμα. Έμεινα να κοιτάζω κι εγώ το πέταγμά του, σα να έβλεπα κάτι πρωτόγνωρο.

«Πετάς;» σε θυμήθηκα να μου λες σε μια κουβέντα. Αν πετάω; σου είπα. Πού να ξέρω, ρώτα τα πουλιά, είπα και σταμάτησα να μιλάω. «Κι όμως ξέρω πως πετάς… γιατί σε έχω δει» μου είπες. Δε σου απάντησα. «Σε έχω δει να πετάς για να έρθεις σε μένα» συνέχισες με πείσμα, βέβαιος πως αυτή η εικόνα μπορεί να γίνει πραγματική.

Έφτασα τρέμοντας στην έξοδο. Σε είχα ήδη μυρίσει στο λιμάνι. Σε είχα ήδη δει πριν σε δω. Απέναντι στο μικρό πεζούλι καθόσουν οκλαδόν παίζοντας με τις παλάμες σου. Ωραίος όπως ακριβώς σε θυμόταν καιρό τώρα το μυαλό μου. Η εικόνα σου τόσο οικεία και τόσο απόμακρη μαζί. Έμεινα κοκκαλωμένη να σε κοιτώ σαν περίεργο αξιοθέατο. Χάζευα τις μικρές σου λεπτομέρειες. Τι μπορεί να κοιτάξει κανείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα; Μια τούφα από καφετί μαλλί που ο αέρας τη χόρευε, ένα δερμάτινο βραχιόλι παλιό γεμάτο από αναμνήσεις που δεν ήταν δικές μας και δέκα δάχτυλα φωτιά να πλέκουν το ένα μέσα στο άλλο από αμηχανία και αναμονή. Κι εγώ να γίνομαι φαντό ανάμεσά τους, νιώθοντας τη ζεστασιά τους και προσμένοντας να τα ξεναγήσω στο δικό μου τόπο.  Σήκωσες το κεφάλι απότομα σα να ήξερες ότι τόση ώρα έχω βουτήξει στην εικόνα σου και με είδες κι εσύ  ανάμεσα σε όλους. Τέτοια η γύμνια που ένιωσα που χαμήλωσα απότομα το κεφάλι μου σαν παιδί που κάποιος το μάλωσε.

Ντύθηκα την ασχήμια μου, την ανασφάλειά μου τους φόβους μου. Ένιωσα τόσο λίγη εκείνη τη στιγμή σαν αόρατη. Με ένα βήμα θα είχα μπει ξανά στο πλοίο δίχως να σε πλησιάσω μα σε είδα να σηκώνεσαι με ένα βλέμμα που αμέσως αγάπησα. Πώς αγαπάς κάποιον τόσο εύκολα, σκεφτόμουν σαν άρχισα να περπατάω κοντά σου. Ίσως να σε είχα αγαπήσει πολύ πιο πριν. Ίσως απλά να θέλω και να σε αγαπώ εκτός από το να σε αποζητώ με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ταξίδεψα τα μάτια μου πάνω σου με λαχτάρα. Από τα μαλλιά σου μέχρι τα πόδια σου. Με το βλέμμα μου σε είχα ήδη χαϊδέψει. Με το στόμα μου σε είχα ήδη φιλήσει. Τα χείλια σου γυάλιζαν στον ήλιο σαν καραμέλα κεράσι που λαχταρούσα να γευτώ.

Σαν έφτασα κοντά σου, τα χέρια σου με πιάσανε από τους ώμους. Δε με αγκάλιασες. Με κοίταξες βαθιά στα μάτια, τόσο που λίγο ήθελα για να λιποθυμήσω.  Μείναμε για λίγα λεπτά ο ένας αντίκρυ στον άλλον αφήνοντας τα μάτια μας να γίνουν εξερευνητές. Μιλάγαμε με τις σιωπές και τις επιθυμίες μας σε μια γλώσσα άλαλη. Σα βουβός κινηματογράφος που κρύβει όλη την έντασή του στην εικόνα. Χίλιες λέξεις και καμία να βγαίνει. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Το σώμα μου έτρεμε. Εσύ κι εγώ στο λιμάνι να πετάμε, αλήθεια. Η θάλασσα το μόνο σίγουρο «έδαφος» κι ο χρόνος μια αδιάφορη παράμετρος.

Αν πεθάνω σήμερα, θα πεθάνω ευτυχισμένη, ήθελα να σου πω. Κι εσύ που το άκουσες, μου είπες, Όχι άλλοι θάνατοι καρδιά μου…φτάνει πια…

Ακολουθήστε μας

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου