Όπως απλώνω το χέρι μου σε τούτον τον κλέφτη, σου κλέβω λίγο από την ευτυχία και την φορώ. Δική μου δεν είσαι και ούτε θα γίνεις. Μα έχει μια περηφάνια τούτο το κράτημα στα χέρια μου που οι καρποί μου ανθίζουν. Μια Άνοιξη μέσα μου θα σε μυρίζει άγριο τριαντάφυλλο και νυχτολούλουδο μαζί. Πικραλίδα που γελάς σε κάθε φύσημα αθώο ή πονηρό. Ποια ταξίδια; Ποιοι άνεμοι; Ποια ετούτη η ζωή; Γεμάτη περιέργεια και ανησυχία. Γεμάτη θαύματα από ένα μόνο θαύμα. Να αρκεί όπως κυλάνε οι χρόνοι.
Όπως απλώνω το χέρι μου σε τούτον τον κλέφτη μουδιάζει το σώμα μου και φωνάζει ένα όνομα αέρινο που έχει γραμμένο ένα άγραφο μέλλον πάνω στα σύννεφα. Να ένα μεγάλο, να ένα μικρό τσουγκρίζουν στον ουρανό και βρέχουν το δικό σου αμπέλι. Κρασί να το πιείς σε μια σειρά ατελείωτη από Σεπτέμβρηδες.
Όπως απλώνω το χέρι μου σε τούτον τον κλέφτη, χαϊδεύω με προσοχή τον ίδιο τον άνεμο. Λευκά μπαμπάκια στο δέρμα σου μαρτυράνε στον γαλάζιο καμβά πως γεννήθηκες για να πετάς κι εγώ που πάντα διάλεγα τούτο το μπλε να μερεύει, σύννεφο μέσα σε σύννεφο χώρεσα για σένα την προίκα του δικού μου ανέμου…

 

για την Ν.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!