Εἶμαι το κατ’ εὐφημισμόν εἴδωλο,

τῆς ματαιοπραξίας πρῶτος τυχοδιώκτης,

τῆς ματαιοδοξίας ὑπερήφανος θριαμβευτής,

κι ἔχω το ἐγώ ψηλότερα ἀπ’ τὸν καθένα,

ὁ κατ’ οὐσίαν τίποτα,

 

εἶμαι το κατ’ ἐπιθυμίαν λάγνο πρόσωπο

τῆς ὑπεροψίας πρόκληση,

ἀλαζονεία καταδίκη,

ἕνας καθρέπτης ἀναστραμένη λογικῆ,

ἀπαιτῶ προσκύνημα,

 

εἶμαι τῆς εἰκόνας λατρεία, μὲ περιφέρω παντοῦ

τι ἀξία να ‘χεῖ ἡ στιγμή ἀν δεν εἶμαι 

τῆς πρώτης παρουσίας ἀφορμή, ἀν δεν εἶμαι

ἐγώ τῆς δημόσιας παρακμῆς ὁ κλόουν,

ἐγώ το κενό φῶς που ψάχνει χῶρο,

νὰ καλύψει τῆς μοναξιᾶς φόβο.

 

_
γράφει ο Οδυσσέας Νασιόπουλος