Πρόσκληση σε γάμο

Δημοσίευση: 22.10.2021

Ετικέτες

Κατηγορία

Τα προεόρτια του γάμου είχαν ξεκινήσει από την Πέμπτη, με τον πρόγαμο. Λίγο έξω από το Ηράκλειο, τα συμπεθέρια είχαν ξεσηκώσει όλο το χωριό και τους πετεινούς στο πόδι. Το αντικρυστό, με τη θράκα στη μέση, το γαμοπίλαφο στα καζάνια, οι κρητικές κουλούρες δεμένες με τις ροζ κορδελίτσες· όλα χαμογελούσαν και γιόρταζαν, οι χωριανοί αντάλλαζαν ευχές και τσούγκριζαν τα ποτήρια με τη ρακή· μόνο ρακή και μαντινάδες για τον έρωτα και τη μακροημέρευση των μελλονύμφων. Η νύφη, στο σπιτικό του ζευγαριού, στο κέντρο του Ηρακλείου από το Σάββατο και ο γαμπρός στο χωριό του· θα συναντιόντουσαν στο εξοχικό εξωκλήσι, Σάββατο, νωρίς το απόγευμα για να χορέψουν το χορό του Ησαϊα. Η Μίνα, η κουμπάρα θα έμπαινε στο βαπόρι Πέμπτη βράδυ, με το Φαιστός από Πειραιά, για να βγει Ηράκλειο το επόμενο πρωί, να μεταφερθεί στο ξενοδοχείο και να ετοιμαστεί για τα στέφανα. Η Μίνα ήταν ψυχίατρος και φίλη της νύφης, και συγκατοικούσαν στα φοιτητικά χρόνια στην Αθήνα. Αυτή είχε γνωρίσει τη νύφη, στον γαμπρό, ο οποίος ήταν επίσης γιατρός και συνεργάτης της Μίνας, και τα πράγματα πήραν γρήγορα τον ευτυχή δρόμο. Η Μίνα έφερνε μαζί και τον μικρότερο αδελφό της στην Κρήτη, φοιτητή θεολογίας και επίσης καλεσμένο από την πλευρά της νύφης. Οι Αθηναίοι ήταν όλο ενθουσιασμό και έκανε και καλό καιρό· ήρεμο το πέλαγος, Αύγουστος ο μήνας, την ημέρα της Παναγίας ταξίδευαν και οι γλάροι πετούσαν πάνω από το βαπόρι. Τα πρωινά φώτα του Ηρακλείου ενώνονταν με το γλυκοχάραμα, καθώς προσέγγιζαν στο λιμάνι. 

Καθώς είχε αργήσει η κομμώτρια, η Μίνα και ο αδερφός της ο Αντώνης, έπρεπε γρήγορα να μπουν σε ένα ταξί να τους πάει γρήγορα στο ξωκλήσι, το οποίο απείχε λίγα χιλιόμετρα μόνο από το κέντρο του Ηρακλείου, αφού είχε ειδοποιηθεί η νύφη ότι δεν προλάβαιναν να τη συνοδέψουν από το σπίτι προς την εκκλησία. Και είναι κάτι στιγμές που λες «μα όλα τώρα θα συμβούν που βιάζομαι;». Ή αν το έπαιρνε κανείς ανάποδα, κάτι παράξενες συναντήσεις την πιο απρόοπτη ώρα. Το πρώτο ότι το τηλεφωνικό κέντρο τους απαντούσε επίμονα ότι δεν έχει διαθέσιμο ταξί. Το δεύτερο ότι από το χωριό του γαμπρού κανένας δεν ήξερε να φτάσει όλον το δρόμο μέχρι το ξενοδοχείο, καθότι σπάνια οι χωριάτες κατέβαιναν στην πόλη, που απείχε και αρκετά χιλιόμετρα. Από το σπίτι της νύφης ούτε λόγος, αφού είχαν αργήσει όλη η οικογένεια και εκεί, με τις φωτογραφίες και όλο το τελετουργικό. Εν τω μεταξύ αραιά σύννεφα, τα οποία πύκνωναν βαθμιαία, είχαν αρχίσει να φαίνονται στον κρητικό ουρανό. Βγήκαν στην κεντρική λεωφόρο. Το τρίτο και φαρμακερό ήταν να σταματήσουν ένα διερχόμενο ταξί, αφού και ο ίδιος ο γαμπρός, μες τη φούρια του, είχε κλείσει το τηλέφωνο στα μούτρα της Μίνας, δίνοντας της απλώς σε μήνυμα το κινητό του αδελφού του που έμενε κάπου στη μέση της απόστασης. Τον πήρε η Μίνα τηλέφωνο. Με το που εξηγούσε στον Μανώλη τις οδούς του ξενοδοχείου, πέφτει η μπαταρία. Και μονάδες το φοιτητόπαιδο δεν είχε. «Για τσιγάρα όμως είχες να πάρεις.», του πέταξε του Αντώνη η Μίνα, φουρκισμένη και με τον κότσο λυμένο από τη σύγχυση, να ανεμίζει στην τρελή νοτιά. Κι έτσι έμενε η Μίνα, με τα κίτρινα τακούνια, την κίτρινη τσάντα φάκελο και το πράσινο σχιστό μακρύ φόρεμα και ο Αντώνης με το κατάμαυρο κοστούμι (αλήθεια τι του ήρθε κατακαλόκαιρο), και την ομπρέλα στο χέρι, να υψώνουν ικετευτικά τα χέρια τους μπας και κάποιος ταξιτζής τους δει έτσι να φωνάζουν και τους λυπηθεί. Μάταια, για δέκα λεπτά· όλοι τους προσπερνούσαν ή ήταν γεμάτοι. Ο τυχερός ήταν ο Πέτρος ο ταξιτζής. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος. 

Ο Πέτρος τράβηξε απότομα το χειρόφρενο μόλις τους είδε και τους επιβίβασε. Ήταν κάθιδρος και χλωμός στο πρόσωπο μα διαχυτικός στην ομιλία του. Ρώτησε πού πήγαιναν και έβαλε μπροστά το GPS, μιας και δεν του έλεγε κάτι η τοποθεσία που του είπαν. Κάτι φαινόταν να μην πήγαινε καλά με αυτόν τον Πέτρο από την αρχή. Και η Μίνα το έπιασε, αλλά τι να έκανε. Όλο άλλαζε κουβέντα, έστριβε σαν να έκανε ράλι μέσα σε δρομάκια, μετά άλλαζε γνώμη και θέμα στην κουβέντα και έβριζε. Και το GPS άχρηστο πάει αφού αυτός ούτε να οδηγεί δεν ήξερε. Αφού μείναν σιωπηλοί για κανένα δεκάλεπτο η Μίνα και ο Αντώνης (ξέρεις, ήταν υπομονετικοί άνθρωποι), μπας και μπει ο Πέτρος στον σωστό δρόμο δεν άντεξε άλλο και η Μίνα έσπασε τον μονόλογο. «Κύριε, καταλαβαίνω ότι μπορεί να σας είναι άγνωστη η διαδρομή, μα μήπως θα μπορούσατε να μας επιβιβάσετε στο ταξί άλλο συναδέλφου γιατί είμαστε κι εμείς σε μια κατάσταση στο μη περαιτέρω από άποψη χρόνου.» Τότε ήταν που ξέσπασε χείμαρρος ο Πέτρος. «Η μάνα μου αυτοκτόνησε την προηγούμενη εβδομάδα. Τα νεύρα μου δεν είναι καλά. Πριν από δυό μέρες τράκαρα. Δηλαδή τι άλλο πρέπει να σου πω κοπελιά μου; Συγγνώμη κιόλας.» Και σαν να ξέσπασε, πήρε να κλαίει και να χτυπάει το κεφάλι του στο τιμόνι. Ο δυστυχής, σκέφτηκε η Μίνα. Πια, μόνο ο Αντώνης ήταν σε θέση να τα βγάλει πέρα. Με τα χίλια ζόρια και με τρεμάμενη φωνή στο κινητό, έβαλαν τον Πέτρο να καλέσει συνάδελφο, να ‘ρθει επιτόπου να επιβιβάσει τον Αντώνη, να φτάσει επιτέλους, (καθώς ο ταξιτζής αποδείχθηκε σπίθας) και να στεφανώσει αυτός. Η Μίνα είχε κοκαλώσει. Λέξη δεν μπορούσε να ψελλίσει. Όχι, δεν θα τον άφηνε πεσμένο στο χαντάκι, με το ταξί (στη σκέψη της) και το μυαλό του αναποδογυρισμένα, χωρίς να του δώσει ένα ηρεμιστικό τουλάχιστον. Βεβαιώθηκε μέσα της ότι ο Αντώνης θα μπορούσε σίγουρα να τα βγάλει πέρα και τότε άρχισε το μυαλό της να παίρνει μπρος. Το Πανεπιστημιακό εφημέρευε. Πήρε η ίδια να οδηγήσει. Σε μια στροφή ένα περίπτερο κατέβαζε ρολά. «Στάσου, να πάρω τσιγάρα», ούρλιαξε ο Πέτρος σαν να τον τσίμπησε μύγα. Με τα πολλά, τον πήραν στα επείγοντα, αφού εξήγησε η Μίνα στον εφημερεύοντα γιατρό την κατάσταση. «Θα έρθω να σε δω αύριο κοντά μεσημέρι», είπε η Μίνα. Κοίτα να ξεκουραστείς. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του Πέτρου. Την ίδια στιγμή, μέσα στη δροσιά μιας κρητικής κοιλάδας, με τα νερά ολόγυρα να αναβλύζουν και να τρέχουν ενώνονταν ενώπιον Θεού και ανθρώπων το ζευγάρι με τα ιερά δεσμά του γάμου και με κουμπάρο τον φοιτητή θεολογίας. Δεν μπορούσαν παρά να χαμογελούν όλοι μπροστά στα φλας που άστραφταν ασταμάτητα, αποθανατίζοντας την πιο ωραία μέρα στην αρχή του κοινού αγώνα ενός αντρόγυνου. «Ξέρεις,» είπε το άλλο πρωί ο Πέτρος στη Μίνα που τον επισκέφτηκε, «ίσως ο άνθρωπος πρέπει να σταματάει κάποτε. Να σταθεί λίγο χωρίς να κάνει τίποτε, απλώς να κοιτάζει ένα δέντρο. Ή τον ήλιο που δύει.». Ναι, είπε η Μίνα, έτσι είναι. «Γιατρέ, δεν έχω άλλα αδέλφια. Ξέρω ότι βουνό με βουνό δε σμίγει αλλά να μου γράφεις.» Ναι, είπε ήρεμα η Μίνα, θα μου γράφεις και θα σου γράφω κάθε τόσο. Κι έτσι, και η Μίνα άφησε το νησί ήσυχη, που είχε κάνει το καθήκον της, και ο Πέτρος είχε αποκτήσει μιαν αδελφή, που του έδωσε ένα ποτήρι νερό.

 

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Ποιος έχει κρύψει τα παιδιά;

Ποιος έχει κρύψει τα παιδιά;

Είχε περάσει κάμποσος καιρός από την τελευταία φορά που η Νίνα επισκέφθηκε το χωριό της. Είναι τώρα 15 χρόνια που έφυγε από το πατρικό σπιτάκι της για σπουδές, κι από τότε επιστρέφει μόνο σαν επισκέπτρια. Μία τα Χριστούγεννα, μία το Πάσχα και οπωσδήποτε το καλοκαίρι....

Λίστα αναμονής

Λίστα αναμονής

Σάββατο απόγευμα. Τον είδα έξω από τα επείγοντα του μεγάλου νοσοκομείου να περιμένει. «Δεν μπορώ να φύγω ρε φίλε. Όπου να ‘ναι με φωνάζουν. Είμαι ψηλά στη λίστα αναμονής. Δυο νούμερα έχω μπροστά μου. «Ναι, ρε, σου λέω, θα μπω. Τα πράγματα είναι ρευστά εκεί μέσα και το...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Λίστα αναμονής

Λίστα αναμονής

Σάββατο απόγευμα. Τον είδα έξω από τα επείγοντα του μεγάλου νοσοκομείου να περιμένει. «Δεν μπορώ να φύγω ρε φίλε. Όπου να ‘ναι με φωνάζουν. Είμαι ψηλά στη λίστα αναμονής. Δυο νούμερα έχω μπροστά μου. «Ναι, ρε, σου λέω, θα μπω. Τα πράγματα είναι ρευστά εκεί μέσα και το...

Λευκό πέπλο

Λευκό πέπλο

Δροσάτη νύχτα, αέρινη, Απριλίου. Στη λεωφόρο θόρυβος αυτοκινήτων. Χθες αρραβωνιάστηκαν δυο νέα παιδιά.  Το επόμενο Σάββατο, σε μια εξόρμησή τους στην εξοχική Ιερά Ανδρώα Μονή, περνούν τη μεγάλη πύλη με τον Σταυρό. Στην είσοδο του καθολικού δίπλα στο μανουάλι, ένας...

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου