τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Πόρτα μισάνοιχτη

Πόρτα μισάνοιχτη

Μια πόρτα μισάνοιχτη είχε η Μαριώ. Καθόταν στο σαλόνι της με τον τιρκουάζ καναπέ και τα κίτρινα θαμπά ριχτάρια. Η γάτα της η Αμαλία με το ένα γκρι μάτι την συνόδευε σε τούτες τις νεκρές ώρες σχεδόν ακίνητη δίπλα της και πολλές φορές κουλουριασμένη στο φουστάνι της μέχρι που την έπαιρνε ο ύπνος. Στο κομοδίνο δίπλα της άφηνε πάντα μια κούπα από βρασμένα βότανα με ένα κουταλάκι μέλι που αγόραζε από τον γείτονα βουτηγμένο όπως ήταν μέσα. Πολλές φορές δεν έπινε καν το ρόφημα. Το άφηνε να αχνίζει στην αρχή και να σκορπά το άρωμά του. Ύστερα έπαιρνε την κούπα και έριχνε όλο το υγρό μέσα στην γλάστρα που είχε πίσω της. Ένας φίκος γερασμένος που πάλευε να μένει ζωντανός εκεί μέσα σαν την Μαριώ. Βλέπεις η Μαριώ είχε πατήσει τα 90. Κι όσο να το πεις δεν ανέβαινε πια την σκάλα μα ίσα ίσα την κατέβαινε. Αυτό δεν την σταμάτησε στα 80 της να γραφτεί σε ορειβατικό σύλλογο. Στα 85 της να μάθει κεραμική και στα 88 της να γραφτεί σε μαθήματα μπαλέτου. Ιδίως το τελευταίο, όταν το μάθανε οι γειτόνισσες είπαν πως πλέον έχασε τα λογικά της. Μα εκείνη έβαζε την λίμνη των Κύκνων να παίζει δυνατά στο παλιό της πικάπ και σηκωνόταν με χάρη και στροβιλιζόταν μέσα στο σαλόνι μαζί με την Αμαλία της. Πότε Οντίλ πότε Οντέτ άσπριζε και μαύριζε την μορφή της φτιάχνοντας τις ανάλογες κινήσεις. Στο μπαλέτο σε όσα κατόρθωνε να κάνει το χαιρόταν. Και σε όσα ήξερε πως δεν θα τα καταφέρει έγνεφε στην δασκάλα να την αγνοήσει κι εκείνη της χαμογέλαγε. Το ίδιο και στις εκδρομές του ορειβατικού συλλόγου. Πότε περπάταγε στις διαδρομές με τους υπόλοιπους και πότε τους χαιρέταγε από το καταφύγιο δίνοντάς τους το οκ να συνεχίσουν χωρίς εκείνην. Αυτή ήταν πάνω κάτω η Μαριώ. Κι είχε την ιδιοτροπία να αφήνει πάντα μισάνοιχτη την πόρτα του σπιτιού της.

Ένα μεσημέρι σαν όλα τα άλλα μεσημέρια, σηκώθηκε άσπρη από το κρεβάτι. Τυλίχτηκε την γαλάζια της ρόμπα και στάθηκε όσο μπορούσε στον καθρέφτη του μπάνιου να βαφτεί. Ύστερα πήρε την χρυσή της βούρτσα και χτένισε τα άσπρα της μαλλιά αφήνοντάς τα κάτω να φτάνουν μέχρι την μέση της. Προχώρησε στην κουζίνα κι έβαλε ένα ποτήρι κρασί στο κομοδίνο της. Έπειτα έβαλε να παίζει στο πικάπ εκείνο το παλιό τραγούδι που της θύμιζε κάποιον που κάποτε της είχε πει πως τίποτα και ποτέ δεν θα μπορούσε να τους νικήσει. Θα τραγουδούσε όσο μπορούσε δυνατά, όπως της έλεγε ο δάσκαλος της χορωδίας κάπου στα 70 της. «Μην φοβάσαι Μαριώ, άσε την φωνή να βγει κι αυτή ξέρει τι θα κάνει» είπε από μέσα της τα λόγια του δασκάλου κι έβαλε μπροστά το λαρύγγι της. «Πόσο λυπάμαι…» ψιθύρισε πρώτα και έβηξε δυνατά. Πήρε ξανά φόρα και συνέχισε. «…που πήγαν τα χρόνια χαμένα πριν να γνωρίσω εσένα… που πρόσμενα καιρό… Μα πώς φοβάμαι πως ίσως μια μέρα σε χάσω…γιατί να σε ξεχάσω… ποτέ δεν θα μπορώ…» και σκούπισε απαλά τα δάκρυά της ρουφώντας μια γενναία γουλιά κρασί. Μια πόρτα μισάνοιχτη είχε ανοιχτή η Μαριώ. Εκείνο το απόγευμα την άνοιξε όλο το χωριό για να την χαιρετήσει…

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

4 Σχόλια

  1. Lena Mavroudi Mouliou

    Είχα την ελπίδα.ότι θα την έφτανες στα 105 τη Μαριώ σου για να παίρνουν και κουράγιο κάτι γνωστές μου!…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Ημερολόγιο 2020

Εκπαιδευτικά βιβλία

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος