1.
«Ημεῖς, πράξαμε ό,τι νομίζαμε καλύτερο:
Τόσα ξέραμε, τόσα κάναμε.
Τώρα εγώ απέρχομαι,
παιδί μου·
αφήνω σε σένα στέρφα, γη καμένη.
Αυτή είναι η μαύρη σου κληρονομιά, καμμένε μου γιε.
Ελπίζω ότι θα τα πας καλύτερα…»
Μοιάζει με νεκρή γυναίκα.
Τη βρίσκω να λαγοκοιμάται.
Όλη μέρα την περνάει ξαπλωμένη.
«Γιαγιά;»
Ανοίγουν οι οφθαλμοί.
Κοιτάνε ψηλά: αντικρύζουν το ταβάνι.
Κάποτε, με κόπο, γέρνει το κεφάλι δεξιά:
«Ήρθες, ματάκια μου;»
«Ήρθα, γιαγιά.»
«Έχει ζέστη έξω, ε;»
Η μάνα είναι κουρασμένη.
Δουλεύει δύο δουλειές
να σπουδάσει δύο παιδιά.
Θέλει να τα πάμε καλύτερα.
Ημεῖς είμαστε θυμωμένοι.
1.1
Βαριόμοιρη Ελλάδα,
κόρη του Δευκαλίωνα και της Πύρρας,
πώς έγινες έτσι, αγνώριστη;
Ζάρωσε το δέρμα, κάηκε το πετσί σου.
Ούτε μιλάς, ούτε λαλάς.
Τα εγκαύματά σου είναι πολύ σοβαρά, είπαν,
τρίτης γενεάς, είπαν.
Σε έριξαν σε τεχνητό κώμα·
δεν το βλέπουν να τη βγάζεις.
Είναι θέμα χρόνου, λένε,
κι εδώ που έφτασες, θαύμα είναι, λένε.
1.2
Εδώ τα πάντα, όλα καίγονται.
Το σχέδιο ξεπέρασε τους δημιουργούς του.
Δεν έχει μείνει στρέμμα ουρανού για ουρανό,
πόλη για πόλη.
Πρώτα πήγαν στα χωριά·
δεν βρήκαν καμία αντίσταση.
Ήταν ήδη αποδεκατισμένα,
άδεια και γερασμένα
τα βρήκαν.
Μήτε τα ζωντανά τους δεν μπόρεσαν να κουβαλήσουν,
να σώσουν οι λιγοστοί κάτοικοι.
Κάθε ψυχή που απελπισμένη πέφτει στον Αχέροντα,
εξαγριώνει τον Θεό.
Αυτοί, ἀθεόφοβοι εμπρηστές,
συνεχίζουν την καταστροφική πορεία τους,
συνεχίζουν να καίνε τη γη·
έφτασαν έξω από τις πύλες των πόλεών μας,
στήνουν πολιορκία.
Κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει.
Δεν υπάρχει κράτος, δεν υπάρχουν πυροσβέστες,
δεν υπάρχουν οχήματα ή εναέρια μέσα.
Δεν υπάρχει σάλιο.
Υπάρχει, όμως, το 112,
υπάρχουν χημικά και δακρυγόνα,
κροτίδες κρότου–λάμψης.
Υπάρχουν καμένα, τρομαγμένα ζώα.
Υπάρχουν θύματα, ανθρώπινες απώλειες.
Υπάρχει εγκληματική αμέλεια.
Υπάρχουν μηχανισμοί που δουλεύουν άριστα:
μπαίνουν σε τροχιά κάθε καλοκαίρι.
Υπάρχει συστηματική παραμέληση.
Και διαφθορά. Υπάρχει μεγάλη διαφθορά.
Εδώ, κύριοι, υπάρχει ὕβρις.
Ουδείς ενομίζε ότι θα περάσει απαρατήρητη
από τη δίδυμη της αδελφή·
όπου εμφανίζεται ἡ ὕβρις, ακολουθεί η νέμεσις.
Το δίχως άλλο, την πληρώνουν οι υποτελείς,
οι απλοί πολίτες·
πρώτοι οι είλωτες, οι κωπηλάτες, πνίγονται,
και μένουν οι Σπαρτιάτες να ατενίζουν το γιαλό.
Σε σάπιο καράβι δεν υπάρχει γερό σανίδι.
2.
Και επιτέλους για ποια έκπληξη μιλάτε;
Όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες.
Από βελανιδιά βγαίνει βελανίδι.
Ποια έκπληξη;
Δεν ξέρατε
πως οι απαρχαιωμένοι μηχανισμοί κάποτε θα κατέρρεαν,
και θα άρπαζαν φωτιά
που τα ξερά χορτάρια θα την τάιζαν,
κι ο άνεμος θα τη φούσκωνε;
Και δεν ξέρατε
πως τα δάση κάθονται και τεμπελιάζουν
ενώ οι υπόλοιποι παράγοντες, του λευκού κολάρου,
εργάζονται νυχθημερόν για το όφελός τους;
Δεν ξέρατε ότι ένα αμπέλι που γίνεται χωράφι
πουλιέται για πολύ φθηνότερα;
Αυτό που συμβαίνει δεν εξέπληξε κανέναν·
όλοι το φοβόμασταν και όλοι το περιμέναμε.
Οι προπαρασκευές είχαν γίνει,
δεν υπήρχε τρόπος να αποτραπεί.
Αυτό δεν είναι μεμονωμένο γεγονός· ξύπνα!
Συμβαίνει χρόνια, κάθε χρόνο.
Άνθρωπέ μου, σε σένα μιλώ — ξύπνα!
Πού βοσκείς;
Σε ένα έγκλημα που λαμβάνει χώρα σε κοινή θέα,
δε φταίνε μόνο οι θύτες,
μα και οι αμέτοχοι, ασυγκίνητοι θεατές.
Δε ζητώ, άνθρωπέ μου, ευθύνες από σένα·
ζητώ όμως από σένα να ξυπνήσεις.
Να πάψεις τη μοιρολατρία
και τη μαθημένη αβοήθησια.
Ζητώ από σένα, άνθρωπε μεγάλε και τρανέ,
να βάλεις και συ το λιθαράκι σου.
Πόσο ακόμη θα παρακολουθείς
να καίγεται ο βίος σου,
να επιτίθενται στη μάνα σου,
να πεθαίνει η ἀδελφή σου;
2.1
Πού ’ναι, κακόμοιρε λαέ, η βούλησή σου;
Πού ’ναι η πυγμή σου;
Φωτιά δεν έβαλες,
κοίταξες όμως τη δουλειά σου,
μεγάλωσες ἐγωιστές.
Κάθε μάχη που δεν έδωσες,
άφησες να τη δώσουν τα παιδιά σου
σε χειρότερες συνθήκες.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια