Ζωές  παράλληλες,
να σε κοιτάζω μόνο, δε μου φτάνει
φοράς τη σκέψη μου,
θάλασσα γίνεσαι κι' εγώ λιμάνι.
Με σώζει η Άνοιξη,
σ’ ένα πλανόδιο παλιό φεγγάρι
του νου κατάνυξη,
δυο τριαντάφυλλα, σ’ ένα κλωνάρι.

Σε θέλω κι έρχομαι με τον Απρίλη
μέλι μου τάξανε τα δυο σου χείλη.
Ο πρώτος ψίθυρος είσαι στις λέξεις,
για εσένα έζησα, να με πιστέψεις
κι ο τελευταίος, χορός μου γίνεσαι,
δική σου απόψε, αν με προσέξεις.
Στιγμές που ζήσαμε
να τις θυμάμαι μόνο, με πληγώνει
τα  άστρα  σβήσανε,
μα στο μπαλκόνι μου, δεν ξημερώνει.

Σε φέρνει η ανάμνηση,
με την παλίρροια, πάλι στου Ευρίπου
η ώρα εφτάμιση,
σχεδόν στον Έρωτα κι εμείς περίπου.

Σε θέλω κι έρχομαι με τον Απρίλη
μέλι μου τάξανε τα δυο σου χείλη.
Ο πρώτος ψίθυρος είσαι στις λέξεις,
για εσένα έζησα, να με πιστέψεις
κι ο τελευταίος, χορός μου γίνεσαι
δική σου απόψε, αν με προσέξεις.
Εσένα γύρεψα,
σκιά που γλίστρησες μες το σκοτάδι
το φως παγίδεψα
στην πρώτη εικόνα σου, με ένα χάδι.
Γελιέται ο θάνατος,
οι ώρες μέθυσαν, μια λέξη αξίζει,
θα μείνει αθάνατος,
ο μέγας Έρωτας, το Φως να ορίζει.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!