Κάθε χειμώνα έστηνε το εργόχειρό του στη σάλα του σπιτιού. Σχοινιά, κλωστές, σαΐτες, μολύβια, φελλοί και φυσικά δίχτυα. Δίπλα του ένα κασετόφωνο έλειωνε δυο τρεις κασέτες. Εκείνος σκυφτός για ώρες ν’ αρματώνει και να σιγοσφυρίζει κάποιο σκοπό.

Σε μια απ’ τις κασέτες, μια γυναικεία φωνή με τη συνοδεία τραγουδιστών και χορωδίας, αφηγούνταν εξ ονόματος κάποιου σολομού, τα τεκταινόμενα κάποιας μάχης που διεξάγονταν σε πέλαγος μέγα. Στο μεταξύ, ξανθός μήνας της άνοιξης έστηνε με τον έρωτα χορό, μια γαλάζια πεταλούδα έπαιζε με τον ίσκιο της ενώ στον κάμπο απλώνονταν νεκρική σιγή, μια νύχτα σπαρμένη θάματα και μάγια.

Άκουγα, ξανάκουγα, τίποτα… δεν άντεξα… κάποια φορά τον ρώτησα:

-Τι είναι όλα αυτά που λέει αυτός ο σολομός;

Με μέτρησε πάνω απ’ τα γυαλιά του και είπε:

-Ποιος είναι ο Σολωμός, ξέρεις;

-Εεε, είπα με σιγουριά, ο σολομός είναι ψάρι.

Πήδηξε η σαΐτα από τα χέρια του, σαν το σολομό που ανεβαίνει αντίθετα το ποτάμι και μπλέχτηκε μέσα στα δίχτυα. Σκύβοντας να την ξεμπλέξει, χαμογελώντας κάτω από το μουστάκι του, μου λέει:

-Ο Σολωμός είναι ψάρι μωρέ; Αυτά σας μαθαίνουν στο σχολειό;

Άλλο πάλι και τούτο, σκέφτηκα. Μεγαλωμένη δίπλα στο κύμα, να περιμένω το σχολείο να μου μάθει, αν ο σολομός είναι ψάρι…

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!