Soulele_Olimpos

Φωτογραφία: Χριστίνα Σουλελέ

Περπατούσε και οι παντόφλες της χάιδευαν το ξύλινο πάτωμα, αφήνοντας τον ήχο μιας ακούσιας παραίτησης, μαζί μ’ ένα παράπονο για το χρόνο που κύλησε. Τον τελευταίο καιρό με δυσκολία έσερνε τα πόδια της, που αρνούνταν να την υπακούσουν, σαν να της κάκιωναν για τα καψόνια που τους έκανε εδώ και χρόνια.

 - Ρημάδια, τους φώναζε, ούτε ως την αυλή δεν μ’ αφήνετε πια να βγω και τα χτυπούσε με την παλάμη, λες κι έτσι θα έπαιρναν μπρος.

Ο νους της έπεφτε συχνά σε λήθη, εκείνα όμως είχαν μνήμη ελέφαντα. Θυμούνταν, κατέγραφαν, υπέμεναν και χρόνια την προειδοποιούσαν. Α! Όλα κι όλα! Καμπανάκια τής χτυπούσαν. Έκανε όμως την κουφή κατά πώς τη βόλευε. Επιλεκτική η ακοή της, λειτουργούσε άψογα μόνο στα καλέσματα της καρδιάς, που διψούσε για περιπέτεια. Εκείνα αντιδρούσαν συνεχώς με μικρές ανυπακοές κι όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου επαναστάτησαν. Νισάφι πια! Στο τέλος τα ’μπηξαν κι έκαναν τα κουφά. Γεροντικά τούτα τα καμώματα.

Με δυσκολία έφτασε ως τη βιβλιοθήκη και από το συρτάρι τράβηξε με προσοχή ένα άλμπουμ. Κάθισε στην πολυθρόνα κρατώντας το σφιχτά, σαν να κρατούσε ένα πολύτιμο αντικείμενο που φοβόταν μην το χάσει. Μήπως δεν ήταν! Ένα κομμάτι της ζωής της ήταν φυλαγμένο εκεί, το πιο όμορφο, το πιο ανέμελο. Κοίταξε το ξύλινο εξώφυλλο, που πάνω ήταν ζωγραφισμένο στο χέρι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, ένα μικρό εκκλησάκι που στέκει αγέρωχο πάνω σε μια κορφή του Ολύμπου, απέναντι από το «θρόνο του Δία». Ορειβάτες το έφτιαξαν για ν’ ανάβει ένα κερί, όποιος σκόπευε ν’ ανέβει στην πιο ψηλή, την πιο επικίνδυνη κορφή, το Μύτικα.

Εκεί παντρεύτηκε με τον Κωστή της κι έζησε μαζί του μια όμορφη ζωή. Μούσα του την έλεγε, γιατί είχε το όνομα της αγαπημένης του Μούσας Ουρανίας, της έγραφε στίχους και την ανέβαζε στα ουράνια.

Χάιδεψε το άλμπουμ τρυφερά. Πρώτη φορά βρήκε το κουράγιο να το ανοίξει, από τότε που «έφυγε» ο αγαπημένος της. Έβγαλε τα γυαλάκια της, τα σκούπισε με την ανάστροφη της μπλούζας, για να βλέπει ξεκάθαρα στιγμές που ο χρόνος τις θάμπωσε κι άφησε τις αναμνήσεις να την οδηγήσουν στα μονοπάτια των θεών.

Ήταν χρόνια πριν, όταν η Ουρανία και ο Κωστής ξεκίνησαν απ’ το Λιτόχωρο μαζί με την παρέα τους για τον Όλυμπο. Άφησαν τα αυτοκίνητά τους στην Γκορτσιά[i] και με σακίδια στον ώμο, ακολούθησαν το ελατόφυτο μονοπάτι. Οι αχτίνες του ήλιου μπαινόβγαιναν παιχνιδιάρικα στα κλαδιά και τα κελαηδίσματα των πουλιών τούς καλωσόριζαν. Tα κουδουνίσματα των μουλαριών που προχωρούσαν παράλληλα, έδιναν μια γιορταστική ατμόσφαιρα σ’ αυτή την ανάβαση κι έκαναν τη διαδρομή πιο ευχάριστη ακόμη κι όταν τα έλατα χάθηκαν για να εμφανιστούν τα ανθισμένα ρόμπολα[ii], κάτω απ’ την αλπική τη ζώνη. Μεσημεράκι θα ήταν πια όταν η ομίχλη τούς αγκάλιασε, λες και ήθελε να τους προστατέψει από τη θέα των γκρεμών ή από την ζηλιάρικη ματιά της Ήρας, που έβλεπε γυναίκες να καταφθάνουν στο θρόνο του αγαπημένου της.

Αργά το μεσημέρι, έφτασαν στο Οροπέδιο των Μουσών και σαν πολύχρωμα λουλούδια εμφανίστηκαν οι σκηνές που είχαν κατακλύσει το χώρο. Οι Μούσες τρυφερές στην ψυχή, γνήσιες καλλιτέχνιδες, καλωσόρισαν τους οδοιπόρους με τραγούδια και μουσικές και φύλαξαν την πιο περιζήτητη γωνιά του Ολύμπου για τους μελλόνυμφους. Ευάερη, ευήλια και με θέα πανοραμική. Κάτω απ’ το καταφύγιο του Κάκκαλου, στη μύτη του βράχου, εκεί που η ζωή απέχει από το θάνατο ένα λάθος βήμα κι ο αέρας της ελευθερίας ενώνεται με το χάος της αβύσσου, έστησαν τη σκηνή τους. Έναν κύκλο έκαναν γύρω τους οι αγέρωχες κορφές, την ώρα που ένας αετός φτερούγιζε ανιχνευτικά ολόγυρά τους, φύλακας και σκοπός των απάτητων λημεριών του.

Νωρίς το απόγευμα, η γαμήλια πομπή κίνησε για το εκκλησάκι κι έφτασε ορειβατώντας ως εκεί. Μπροστά η νύφη, στηριγμένη στο μπράτσο του γαμπρού, κρατούσε δυο λευκά αγριολούλουδα, πίσω ο κουμπάρος και πιο πίσω οι καλεσμένοι, όλοι ντυμένοι με τα ορειβατικά τους. Στην είσοδο περίμενε ο παππάς και οι γονείς τους, που ανέβηκαν με τα μουλάρια. Τα πάντα ήταν λιτά, απόλυτα ταιριασμένα με το τοπίο και η τελετή κατανυκτική.

 -Στέφεται ο δούλος του θεού Κωνσταντίνος τη δούλη του θεού Ουρανία…

Ομίχλη σκέπασε την κορυφή και θάμπωσε τα γέρικα μάτια της. Μια σταγόνα βροχής κύλησε στο μάγουλό της. Από συγκίνηση, από γέλιο, μπορεί και τα δυο. Ποιος έχει δει νύφη με αρβύλες και δεν έχει βάλει τα γέλια! Αμ κι οι γονείς τους, αναμαλλιασμένοι και κάτωχροι ήταν από την πολύωρη ανάβαση. Στέκονταν με τα χείλη σφιγμένα κι όπως έμαθε αργότερα, από τη μια βλαστημούσαν από μέσα τους για τούτο χουνέρι, ενώ από την άλλη σταυροκοπιούνταν κι έλεγαν κι ένα «Θε μου σχώρα μας, μέρα που είναι».

Είχε αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι, όταν ο Δίας έστειλε ως γαμήλιο δώρο στους νεόνυμφους, έναν αφέγγαρο ουρανό γεμάτο αστέρια να φωτίζει τη νύχτα του υμεναίου, την ώρα που ο Σείριος[iii] και ο Βέγας γίνονταν μάρτυρες ενός έρωτα που κράτησε κοντά πενήντα χρόνια…

Έβγαλε τα γυαλάκια της, τα ξανασκούπισε και άφησε να της ξεφύγει ένα αχ! μακρόσυρτο, παραπονιάρικο. Σαν παραφωνία, στην ανάμνηση του ερωτικού τραγουδιού της νύχτας, ακούστηκε η φωνή της εγγονής της, που στεκόταν μπροστά της.

-Γιαγιά φεύγω, θα χρειαστείς κάτι;

-Σύρε στο καλό κόρη μου, της είπε χωρίς να την κοιτάξει, ενώ η σκέψη της σεργιάνιζε ακόμη κάτω από τ’ αστέρια.

Μόλις έμεινε μόνη, η καρδιά της σκίρτησε. Μια βόλτα ως τον κήπο, τίποτε άλλο δεν ήθελε. Να στρέψει το βλέμμα απέναντι στον βουνό, να προσποιηθεί πως βρίσκεται πάνω στην πιο ψηλή κορυφή, πως τα πόδια της καμώνονται και πως για άλλη μια φορά θα την υπακούσουν. Στερεώθηκε στη μαγκούρα της και ακουμπώντας τοίχο τοίχο κατάφερε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το φως του ήλιου τής έδωσε θάρρος. Κατέβηκε το πρώτο σκαλοπάτι, μετά το δεύτερο. Στάθηκε και κοίταξε γύρω τις αγέρωχες, αγέραστες κορφές. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε το αεράκι που ερχόταν από το βουνό, να γεμίσει τα πνευμόνια της χαρά.

Ένα σκαλοπάτι ήθελε ακόμα για να πατήσει στην αυλή. Σε εκείνο το μετέωρο βήμα, τα μάτια θόλωσαν, τα πόδια λύγισαν κι έκαναν το μοιραίο λάθος, που δεν είχε κάνει ποτέ στα βουνά.

Μια στιγμή χρειάστηκε μόνο, για να περάσει από την ανημποριά στην ελευθερία. Το μόνο που ένιωσε ήταν ένα ανθισμένο ρόμπολο μπροστά στα μάτια της και δυο κλωνιά λευκά αγριολούλουδα στα δάχτυλά της. Από μακριά είδε τον Κωστή της να στέκεται όμορφος, χαμογελαστός και να της απλώνει το χέρι για να την ανεβάσει για τελευταία φορά στα ουράνια. Τα πόδια της έβγαλαν φτερά και πέταξαν κοντά του. Αλήθεια, σε ποιο ντουλάπι τα είχε κρυμμένα και μόλις είδαν τον αγαπημένο της αναθάρρησαν κι έτρεξαν, παραβγαίνοντας την καρδιά στο τρέξιμο; Πόση λαχτάρα και πόση προσμονή έκρυβε αυτό το πέταγμα!

Δεν ήταν μόνη σ’ αυτή τη διαδρομή. Οι μελωδίες των Μουσών έφταναν στ’ αυτιά της, ενώ ο Σείριος κι ο Βέγας άναβαν λυχναράκια στο δρόμο της.

Όλα γύρω ήταν ήρεμα και γαλήνια. Μόνο ένας αετός αφτέρουγος καθόταν στο ακροβράχι του κι έψαχνε τα φτερά του.

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

 

[i]  Γκορτσιά: Από την τοποθεσία αυτή ξεκινάει ένα μονοπάτι, που οδηγεί στο Οροπέδιο των Μουσών στον Όλυμπο.
[ii] Ρόμπολο: Είδος πεύκου, που το συναντάμε σε μεγάλα υψόμετρα
[iii] Σείριος και Βέγας: Πρόκειται για αστέρια. Ο Σείριος είναι το  λαμπρότερο  αστέρι στο νυχτερινό ουρανό

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!