hippo

Ήτανε λέει καλοκαίρι

κι η θάλασσα είχε γεμίσει παιδιά.

Πολλά παιδιά

πολλά παιδιά

ήτανε λέει όλα τα παιδιά του κόσμου

πολλές φωνές

γλυκές φωνές

χαρούμενες και ζωηρές

βουτούσαν μέσα της

από την προβλήτα του απείρου.

Γλυκές φωνές .. αθώες

τι άδολο καλοκαίρι

σαν όνειρο, που το χάιδευε

το δροσερό αγέρι.

Σαν όνειρο

σαν όνειρο

άγουρο .. παιδικό

το τρυφερό του χέρι.

Τα τρυφερά τους χέρια

φωτιά από αστέρια

και αγάπης μάτια

τι όμορφο καλοκαίρι.

Τώρα ξυπνώ

γύρω μου έχω τον σκοτεινό ουρανό

αντάρα .. κραυγή

μπροστά μου γονατίζει η γη

γυναίκα δίχως πρόσωπο

μια μαύρη σκιά.

«Δώσε μου το χέρι σου

παιδί μου είσαι κι εσύ

παλεύω .. παλεύω

το κύμα πληγή

δώσε μου το χέρι σου

άλλο δεν βαστάω

και δάκρυα άλλα δεν έχω.

Τη στερνή μου πνοή θα σου δώσω

Παρ’ την και σκόρπισέ την

να ημερέψει το κύμα

να τραγουδήσει ο ήλιος

να μην πεθαίνει πια το παιδί ...»

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!